Οι μάστορες της πέτρας

Με συμβόλαιο το λόγο τους- και μόνο- και οργανωμένοι σε ομάδες ή μπουλούκια, νταϊφάδες ή τσούρμο, ισνάφια ή συντεχνίες, οι μάστορες των Ιωαννίνων- όπως κι άλλων περιοχών της Ελλάδας- έχουν αφήσει εποχή για τις περίτεχνες κατασκευές τους, ενώ εντύπωση προκαλεί ο ξεχωριστός τρόπος ζωής τους, αλλά και η ιδιόμορφη συνθηματική γλώσσα που ανέπτυξαν για τη μεταξύ τους επικοινωνία.

Η δομή της οργάνωσής τους, κατά τα παραπάνω πρότυπα, ήταν πολύ διαφορετική, όπως και ο τρόπος διοίκησής τους, από τις ισχυρές επαγγελματικές συντεχνίες των Ιωαννίνων. Αυτές οι ομάδες ήταν εποχιακές. Διαρκούσαν από την άνοιξη ως το χειμώνα, που τελείωνε λόγω καιρού και η εργασία τους, για να οργανωθούν ξανά την επόμενη άνοιξη κ.ο.κ. Δεν υπήρχαν γραπτές συμβάσεις εργασίας, διότι οι περισσότεροι ήταν αγράμματοι, γι’ αυτό και συμβόλαιο ήταν ο λόγος του πρωτομάστορα. Ζούσαν κοινοβιακά και την αμοιβή τους την καθόριζε ο πρωτομάστορας, ανάλογα με την αξία τους. Τα παραπάνω αποτελούν στοιχεία μελέτης του εκπαιδευτικού Γιώργου Γκράσσου, που περιλαμβάνονται σε σχετική έκδοση του Κέντρου Περιβαλλοντικής Εκπαίδευσης Μακρινίτσας, την οποία επιμελήθηκε ο ίδιος.

Τα μπουλούκια αποτελούνταν συνήθως από αδερφοξάδερφα του πρωτομάστορα και όταν δε συμπλήρωναν και περίσσευε θέση, τότε έπαιρναν και κάποιον άλλο, ο οποίος δεν είχε συγγένεια με τους υπόλοιπους, αλλά καταγόταν από το ίδιο χωριό. Σπάνια συμμετείχε κάποιος από άλλο χωριό. Αν καμιά φορά τύχαινε να πάρουν μαζί τους κάποιο παιδί από διπλανό χωριό, τότε τον έβαζαν να κάνει μόνο βοηθητικές δουλειές, όπως να κουβαλάει πέτρες απ’ το νταμάρι, να φτιάχνει και να κουβαλάει λάσπη και να βόσκει τα ζώα εργασίας στα χέρσα λιβάδια το βράδυ.

Στα τέλη του χειμώνα, τα μπουλούκια των μαστόρων ετοιμάζονταν να φύγουν για τα ξένα. Η μέρα για την αναχώρηση ήταν η Τετάρτη μετά την Καθαρά Δευτέρα ή αργότερα κοντά στη γιορτή του Αγίου Γεωργίου. Όλο το καλοκαίρι δούλευαν σκληρά στην ξενιτιά κι αφού ολοκλήρωναν τις προσυμφωνημένες εργασίες, έπαιρναν το δρόμο της επιστροφής, αργά το φθινόπωρο, κοντά στη γιορτή του Αγίου Δημητρίου.

Οι γιορτές των δύο καβαλάρηδων αγίων λειτουργούσαν ως τα κύρια χρονικά όρια για την αναχώρηση και την επιστροφή στο χωριό, γεγονός που περιγράφεται στο παρακάτω δημοτικό τραγούδι:

“Οι δυο αγίοι μάλουναν Αϊγεώργης κι Αϊδημήτρης/Γυρνάει Αϊδημήτρης κι τουν λέει τον λέγ’ τον Αϊγεώργη/Αϊγεώργη, Αϊγεώργη, βούργαρι και σκουρπουφαμιλήτη/ιγώ μαζούνω φαμπιλιές κι εσύ με τις χουρίζεις/σμαζώνου μάνες με παιδιά κι συ με τις χουρίζεις/ιγώ σμίγου αντρόγυνα κι συ μι τα σκουρπίζεις/Γυρνάει Αϊγεώργης κι τουν λέει, γυρνάει κουβεντιάζει/Δεν φταίγου ‘γώ Αϊδημήτρη μου δεν φταίγου αδερφέ μου/μόν’ φταίγει ου σκυλουβασληάς ου αφεντιάς ου βεζύρης/που έδουκαν τουν ορισμό να φύγουν οι μαστόροι”.

Οι πυρετώδεις προετοιμασίες για την αναχώρηση του μάστορα ξεκινούσαν από πολλές μέρες πριν. Ο ίδιος ο μάστορας πήγαινε στο γύφτο του χωριού για να επισκευάσει και να ανανεώσει τα σιδερένια εργαλεία του και για να ετοιμάσει το ζώο του για το μακρύ ταξίδι.

Η νοικοκυρά κι οι άλλες γυναίκες του σπιτιού επιδίδονταν στις ετοιμασίες, αφενός μεν για το λιγοστό ρουχισμό που θα ‘παίρνε ο μάστορας μαζί του, αφετέρου δε για το αποχαιρετιστήριο τραπέζι με τη φασολάδα και τη ριζόπιτα.

Επίσης, οι γυναίκες έφτιαχναν και την παραδοσιακή πίτα με τυρί και χόρτα, που θα έπαιρνε στο δισάκι του ο μάστορας για τις πρώτες μέρες του ταξιδιού. Ο παπάς ενημερωνόταν για τα σπίτια που θα έπρεπε να ευλογήσει κι όλοι οι συγγενείς ήταν από νωρίς όρθιοι για να συμμετάσχουν στο τραπέζι για το καλό ξεπροβόδισμα του μπουλουκιού.

Ο νέος που θα πρωτοταξίδευε τύχαινε ιδιαίτερης φροντίδας, αφού μερικοί συγγενείς τού έδιναν διάφορα νομίσματα και οι γυναίκες τού έδιναν κυδώνια ή μήλα για το δρόμο. Στο κατώφλι της εξώπορτας, τού έβαζαν ένα νόμισμα που έπρεπε να δρασκελίσει και να περάσει φεύγοντας, για να είναι ο δρόμος στρωμένος με χρυσό.

Για το μάστορα, έβαζαν στην πόρτα ένα κλωνάρι κρανιάς μέσα σ’ ένα γκιούμι και δίπλα το θυμιατό. Μόλις ο μάστορας έφτανε στην πόρτα, κλωτσούσε το γκιούμι, ώστε έτσι γρήγορα που χύνεται το νερό, να γυρίσει κι αυτός γρήγορα. Την κρανιά την έβαζαν για να μείνει γερός σαν την κρανιά στη ξενιτιά και το θυμιατό για να φύγουν οι δαίμονες-εμπόδια από το δρόμο του.

Η αξία της τέχνης τους και ο θαυμασμός για τα πέτρινα κομψοτεχνήματα σύντομα πέρασαν έξω απ’ τα όρια της Βαλκανικής και γι’ αυτό συναντάμε Έλληνες μάστορες της πέτρας στα παράλια της Τουρκίας, στην Κωνσταντινούπολη, στη Γαλλία, στη Ρωσία, στην Αίγυπτο, στο Σουδάν, στην Αιθιοπία, στο Κονγκό και στις ΗΠΑ κ.α.

Οι ειδικότητες των μαστόρων

Το μπουλούκι λειτουργούσε σε συνεταιριστική βάση με πρώτο, μεταξύ ίσων, το πρωτομάστορα, ο οποίος είχε την ευθύνη για την ανεύρεση εργασίας, για τη σύναψη συμβολαίων και για την οικονομική διαχείριση των εσόδων και των εξόδων. Η σύνθεση του μπουλουκιού ήταν σχεδόν η ίδια σε όλα τα μαστοροχώρια- δύο έμπειροι πελεκάνοι (τεχνίτες), από τους οποίους ο ένας ήταν ο πρωτομάστορας ή κάλφας. Αυτοί συνήθως ήταν οι πιο καλοπληρωμένοι τεχνίτες του μπουλουκιού.

Υπήρχαν και δύο καλοί κτίστες, δύο κλειδοσάδες, δηλαδή κτίστες με λιγότερες ικανότητες, δύο νταμαρτζήδες, που ήταν υπεύθυνοι για την εξόρυξη των πετρωμάτων και μετά τις εργασίες τους στο νταμάρι, βοηθούσαν στο εσωτερικό χτίσιμο και στη λάσπη. Επιπλέον, υπήρχε ένας λασπιτζής, που έφτιαχνε το ασβεστοκονιάμα και το κουρασάνι (ήταν υδατοστεγές και αφορούσε το αρμολόγημα των γεφυριών) ένας μαραγκός, ένας ξυλογλύπτης (ταγιαδώρος), ένας-δύο παραγιοί (μαθητευόμενοι μάστορες) κι ένα-δύο τσιράκια ή μαστορόπουλα.

Η ξεχωριστή συνθηματική τους γλώσσα

Ευρύτατα διαδεδομένη και με τεράστια χρηστική αξία, όπως καταγράφεται σε διάφορες πηγές ήταν η συνθηματική γλώσσα των μαστόρων της πέτρας.

-Βούζιος, μη ξυφλιάς, τουλίζ’ ου μπαρός (=Σιωπή, μη μιλάς, ακούει το αφεντικό). Αυτή η συνηθισμένη προειδοποιητική έκφραση, σύμφωνα με τον κ. Γκράσσο, είναι ίσως η μεγαλύτερη απόδειξη για τη χρησιμότητα της συνθηματικής γλώσσας.

Τα Κουδαρίτικα ή Μαστορικά ήταν το κύριο μέσο μυστικής επικοινωνίας μεταξύ των λαϊκών μαστόρων της πέτρας και στην ξενιτιά που δούλευαν, αλλά και στο χωριό της καταγωγής τους.

Το επαγγελματικό αυτό γλωσσάριο αποτελούνταν από λέξεις-δάνεια από το τοπικό ιδίωμα, αλλά κι από άλλες γλώσσες, όπως τα Βλάχικα, τα Αρβανίτικα, τα Ρόμκα (=γύφτικα), τα Αλειφιάτικα, τα Σώπικα, τα Μουτζούρικα και κυρίως από λέξεις που τις επινόησαν οι ίδιοι οι μάστορες.

Φυσικά, η συνθηματική αυτή γλώσσα ήταν ευρύτατα διαδεδομένη ανάμεσα σ’ όλα τα μπουλούκια των μαστόρων, απ’ όπου κι αν κατάγονταν, αλλά παρουσίαζε μικρές διαφορές από περιοχή σε περιοχή.

Οι περισσότερες λέξεις και οι εκφράσεις των Κουδαρίτικων περιστρέφονταν γύρω από τη ζωή, τις ανάγκες, το περιβάλλον και τις συνθήκες εργασίας των μαστόρων, καθώς και τις σχέσεις τους με τα αφεντικά και τις οικογένειες τους. Μερικές φορές, στα διαλείμματα της κοπιαστικής εργασίας τους, οι μάστορες σχολίαζαν κολακευτικά τα σωματικά χαρίσματα ορισμένων γυναικών και καυτηρίαζαν ειρωνικά την ασχήμια ορισμένων άλλων.

Όμως ποιοι ήταν οι λόγοι που ώθησαν αυτούς τους κατά κανόνα αγράμματους τεχνίτες να “κατασκευάσουν” μια συνθηματική γλώσσα; Ο κυριότερος λόγος είναι η ανάγκη της επιβίωσης μέσα από τις κακοτοπιές της ζωής στη ξενιτιά.

Ο Ν. Μουτσόπουλος (1976), εξηγεί με γλαφυρότητα: «Η αδυναμία που αισθάνονται οι μαστόροι απομονωμένοι καθώς γυρίζουν σ’ έναν κόσμο ξένο, άγνωστο, με άλλα συνήθεια, μακριά από τα χωριά τους, τους αναγκάζει να συνενωθούν περισσότερο ανάμεσα τους και να αμυνθούν απέναντι στον εργοδότη τους, που ανήκει σε μιαν άλλη τάξη κοινωνικά και οικονομικά ανώτερη. Πρέπει να είναι κάθε στιγμή πανέτοιμοι, απέναντι στον συχνά αλλόγλωσσο ή αλλόθρησκο νοικοκύρη, που κάποτε ζητάει να εκμεταλλευτεί με κάθε μέσο τους εργάτες που δουλεύουν στο σπίτι του.

»Πρέπει μάλιστα να λάβουμε υπόψη μας ότι κανένα μέσο άμυνας δεν υπάρχει γι’ αυτούς απέναντι στον κακοπληρωτή νοικοκύρη, μια και στα χρόνια της τουρκοκρατίας, ούτε δικαστήριο, ούτε αστυνομία υπήρχε στα απομακρυσμένα χωριά που γύριζαν.

»Αλλά και αν υπήρχαν, σε γειτονικά χωριά η πόλεις, ήταν πολύ δύσκολο γι’ αυτούς να χάσουν πολύτιμο χρόνο διακινδυνεύοντας ένα αμφίβολο αποτέλεσμα. Μοναδική τους άμυνα ήταν η τμηματική εγκατάλειψη του γιαπιού που με τα χρόνια έγινε όρος απαράβατος και κανένα άλλο ισνάφι δεν καταπιανόταν να αποτελειώσει το έργο αν ο νοικοκύρης δεν ταχτοποιούσε τους λογαριασμούς του με το προηγούμενο ισνάφι. Δεν ήταν όμως αυτός ο μοναδικός τρόπος άμυνας των μαστόρων απέναντι στους δύστροπους εργοδότες.

»Η ανάγκη τους οδηγούσε να εφεύρουν πολλούς τρόπους και ανάμεσα σ’ αυτούς η πολύωρη διακοπή εργασίας, για το μεσημεριανό φαγητό, στις περιπτώσεις που δούλευαν μεροκάματο…».

Share on FacebookShare on Google+Tweet about this on TwitterShare on LinkedIn

Δείτε επίσης