Το αρχαϊκό χαμόγελο του Μάνου Χατζιδάκι

«Το αρχαϊκό χαμόγελο του Μάνου Χατζιδάκι», επιγράφεται το βιβλίο του Βλάσση Τρεχλή, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Οδός Πανός» του Γιώργου Χρονά. Ο συγγραφέας, με σπουδές κίνησης και χορού, μελετάει τον μεγάλο συνθέτη ως ένα δημιούργημα του ελληνικού πολιτισμού και- ευρύτερα- του ευρωπαϊκού πολιτισμού:  «Ο δημιουργός δεν γεννιέται σε κενό αέρος. Γεννιέται σε ένα περιβάλλον, από ένα περιβάλλον, σαν χημικός τύπος. Μόνο που ο χατζιδάκειος χημικός τύπους θα έχει πάντα ένα κρυμμένο μυστικό».

Ο συγγραφέας υπογραμμίζει πως αυτός ο Έλληνας με το αρχαϊκό χαμόγελο, όπως εκείνο των αγαλμάτων, έδειξε την μουσική ποιότητα του ρεμπέτικου, μεγαλούργησε με τον Κάρολο Κουν Κουν και τον Μωρίς Μπεζάρ, τραγούδησε για τον Λόρκα, μας έφερε πιο κοντά στις Βρυξέλλες, στο Παρίσι, στη Νέα Υόρκη, στο Λονδίνο αλλά και στη Μεσόγειο.

Μας ανέθρεψε με το «Καταραμένο φίδι», τις «Λαϊκές ζωγραφιές», «Τον ματωμένο γάμο». Μας γνώρισε με τις φωνές της Νάνας Μούσχουρη, της Φλέρης Νταντωνάκη, της Σαβίνας Γιαννάτου, της Έλλης Πασπαλά, του Γιώργου Ρωμανού, της Αλίκης Καγιαλόγλου, του Σπύρου Σακκά, της Μαρίας Φαραντούρη και άλλων. Μας μάγεψε με τις « Όρνιθες». Μας χάρισε τον χαμένο παιδικό μας κόσμο στον μικρό- μεγάλο κόσμο της Λιλιπούπολης.

Χάρις σ΄ αυτόν παρακολουθήσαμε τους μουσικούς αγώνες της Κέρκυρας, της Καλαμάτας και της Κρήτης. Χαρήκαμε μετά μανίας το Τρίτο Πρόγραμμα και την Ορχήστρα των Χρωμάτων . Αυτός, ο μέχρι θανάτου πολέμιος του φτηνού, ήταν που «μοίραζε την ανακριβή πραμάτεια του». Και πότε; Σε μια εποχή που κυριαρχούσε η απραξία, η θλίψη και το μοιρολόι . Τότε ήταν που έφερε στους σύγχρονους Έλληνες το χαμόγελο.

Έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον η επισήμανση του μελετητή πως «η μουσική που έγραψε ο Μάνος Χατζιδάκις δεν δικαιολογούνταν από την περιρρέουσα ατμόσφαιρα», με την έννοια ότι δεν υπήρξε κάποιος που απλώς «αποτύπωσε» το μεγαλειώδες, αλλά ήταν εκείνος που πρωτογενώς το δημιούργησε, οδηγώντας νέους και νέες στα ψηλά.

Όμως -παράλληλα- και αυτό συνιστά το βασικό οπτικό μοτίβο του μελετητή- ο Χατζιδάκις προσδιορίσθηκε πέφτοντας μέσα στον κόσμο, υποφέροντας και παλεύοντας: Το 1940, όντας 15 ετών, βιοπαλαιστής, τον βλέπουμε να προστατεύει δυο γυναίκες -μάνα και αδελφή- μεταφορέα βαρελιών στο εργοστάσιο του Φιξ, φορτοεκφορτωτή στον Πειραιά, παγοπώλη, μέχρι και βοηθό νοσοκόμο. Και μέσα σ΄ αυτή τη μαύρη ζωή να κάνει μαθήματα πιάνου και να μελετάει ποίηση. Το 1945, όταν τελείωσε ο πόλεμος, είχε ήδη δημιουργήσει τις πρώτες του συνθέσεις, ανακαλύπτοντας τον Ελύτη, τον Γκάτσο, τον Βαλαωρίτη, τον Τσαρούχη, αλλά και τον Ζακ Κοκτώ, τον Νίνο Ρότα, τον Ηλία Καζάν και τόσους μεγάλους του κόσμου.

Ο Χατζιδάκις , που είχε γραφτεί στη Φιλοσοφική Αθηνών, προτίμησε τη μάθηση κοντά στην παρέα του Λουμίδη. Μάθαινε απ ΄όλους. Με υπομονή ανατολίτη. Ήθελε να γίνει μεγάλος μαθητής και μετά μεγάλος δάσκαλος στην τέχνη του. Και τότε οι δάσκαλοι δεν έλεγαν εύκολα τα λόγια.: «Με τον Γκάτσο συνδεόμαστε από το 1943, μα την καλή του κουβέντα την άκουσα το 1961»!

Ένα βιβλιαράκι δίκαιου θαυμασμού 141 σελίδων, που μοιάζει με ένα κάδρο, με επίκεντρο τη μορφή του βιογραφούμενου- αλλά όχι αγιογραφούμενου Χατζιδάκι- και κορνίζα την πολιτιστική ιστορία της Ελλάδας από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα. Πρόκειται για ένα περιεκτικό μελέτημα το οποίο φωτίζει τη μορφή ενός σύγχρονου μεγάλου Έλληνα ,που ταυτόχρονα έζησε ως αρχαίος της μελωδίας, του έρωτα και του στοχασμού. Ένας φιλόσοφος μουσικός στο σήμερα. Ένας με νότες πολιτισμού. Που, αν και μας έφυγε το 1994, τροφοδοτεί μελετητές, χάρις στο έργο και τη στάση ζωής του.

Share on FacebookShare on Google+Tweet about this on TwitterShare on LinkedIn

Δείτε επίσης