Πως εισέβαλαν τα σίριαλ της Τουρκίας στην ελληνική τηλεόραση

Πάθη, έρωτες και ίντριγκες με φόντο την επιβλητική γέφυρα του Βοσπόρου και τις αστραφτερές λιμουζίνες Τούρκων Κροίσων, τα σήριαλ τουρκικής παραγωγής, είναι ίσως το πιο «καυτό» εξαγώγιμο προϊόν της γειτονικής χώρας. Η συνταγή των τουρκικών σειρών περιλαμβάνει οικογενειακές αξίες και ταμπού συνήθη στον αραβικό κόσμο, «σερβιρισμένα» με σύγχρονη ματιά και όμορφο πρόσωπο.

Το σήριαλ Gumus, για παράδειγμα, ακολουθεί κατά πόδας την ηρωίδα Νουρ και τον έρωτά της με τον Μοχανάντ, έναν προοδευτικό μουσουλμάνο που συμπεριφέρεται στη σύζυγό του ισότιμα, τη στηρίζει στην καριέρα της και την ίδια στιγμή είναι ρομαντικός και τρυφερός. Όλα αυτά είναι αξίες τις οποίες αναζητούν στη ζωή τους οι γυναίκες στη Μέση Ανατολή, θέλουν να βλέπουν μουσουλμάνους που ζουν καλή ζωή, η οποία καθορίζεται από ευρύτητα και ελπίδα.

Το σήριαλ «Noor» έγινε φαινόμενο. Το τελευταίο επεισόδιο προσέλκυσε 85 εκατομμύρια τηλεθεατές σε 22 χώρες. Καλογυρισμένα, σε πραγματικές επαύλεις με θέα το Βόσπορο, προσφέρουν ταξίδι στο όνειρο, μακριά από την αποπνικτική καθημερινότητα.

Η Εζέλ, ο Ονούρ, η Σεχραζάτ και οι υπόλοιποι ήρωες από τις σειρές «Πειρασμός», «Έρωτας και Τιμωρία», «Εζέλ», «Τα Σύνορα της Αγάπης», που καθηλώνουν εκατομμύρια τηλεθεατές μπροστά από τη μικρή οθόνη, έχουν κατακλύσει την ελληνική τηλεόραση και μαγεύουν και τους Έλληνες τηλεθεατές.

Για κάποιους είναι ένα παροδικό φαινόμενο, μία μόδα, που θα εκλείψει μόλις τα κανάλια αποφασίσουν να ξαναδώσουν βάρος στην προβολή καλών ελληνικών σειρών, για άλλους η προσκόλληση πολλών Ελλήνων με τα τουρκικά σήριαλ χρήζει βαθύτερης ανάλυσης και προσεκτικότερης ματιάς, αποδίδοντας της κοινωνιολογικές προεκτάσεις συνδεόμενες, ως ένα βαθμό, και με την οικονομική κρίση που βιώνει η ελληνική κοινωνία.

Κανένας όμως δεν αρνείται την ύπαρξη αυτού καθεαυτού του φαινομένου και αναμφίβολα ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι θέσεις αυτών που θίγονται άμεσα, όπως οι Έλληνες ηθοποιοί, παραγωγοί και σεναριογράφοι, αυτών που παρακολουθούν φανατικά τα τουρκικά σήριαλ, αλλά και η επιστημονική προσέγγιση από ειδικούς σχετικά με την κοινωνιολογική τους ερμηνεία.

Ο αναπληρωτής καθηγητής Κοινωνικής και Πολιτικής Ανάλυσης της Επικοινωνίας και πρόεδρος του Τμήματος Επικοινωνίας και ΜΜΕ του Πανεπιστημίου Αθηνών, Γιώργος Πλειός εξηγεί στο AMΠΕ ότι η μεγάλη επιτυχία των τουρκικών σήριαλ έχει δύο πλευρές. Η πρώτη σχετίζεται με την τεχνική προσέγγιση που αφορά ευρύτερα την δημοφιλία τους. «Αυτό που έχουν καταφέρει οι Τούρκοι είναι να συνδυάσουν με αριστοτεχνικό τρόπο την κλασική τεχνική της σαπουνόπερας και της κινηματογραφικής κάλυψης. Όπως βλέπουμε η θεματολογία των τουρκικών σειρών αφορά το είδος της σαπουνόπερας αλλά ένα μεγάλο μέρος των γυρισμάτων είναι σε εξωτερικό χώρο, κάτι που δεν ίσχυε παλιότερα καθώς τα γυρίσματα ήταν ως επί το πλείστον μέσα σε ένα σπίτι. Αυτή η συνύπαρξη, ασφαλώς επιτεύχθηκε και λόγω της οικονομικής δυνατότητας που υπάρχει στην τουρκική τηλεόραση, αλλά και λόγω της ορθής προσέγγισης της. Επίσης μία άλλη διαφοροποίηση είναι ότι έχουν ημερομηνία λήξης και δεν διαρκούν για πολλά χρόνια όπως οι παραδοσιακές αμερικανικές σαπουνόπερες», λέει ο κ. Πλειός.

Η δεύτερη και κυριότερη εξήγηση της μεγάλης επιτυχίας που σημειώνουν οι τουρκικές σειρές έχει να κάνει με την πολύ έξυπνη απεικόνιση της τουρκικής κοινωνίας από τους δημιουργούς τους. «Αυτό που παρουσιάζουν είναι αφενός ένας πλήρως δυτικοποιημένος τρόπος ζωής της τουρκικής κοινωνίας, σε σχέση τόσο με το ντύσιμο, τα ακριβά αυτοκίνητα, τα σπίτια και την τεχνολογία, αλλά και τις αρχές τις ισότητας των δύο φίλων», επισημαίνει.

Προσθέτει δε ότι οι Τούρκοι δημιουργοί επιλέγουν ηθοποιούς, άνδρες και γυναίκες, εμφανίσιμους με εντελώς ευρωπαϊκά χαρακτηριστικά.

«Ο Έλληνας τηλεθεατής, βλέπει κάτι άλλο από αυτό που είχε στο μυαλό του σαν εικόνα. Βλέπει ότι οι Τούρκοι δεν είναι αυτό που πίστευε. Έχουν και αυτοί τα ίδια προβλήματα, ζουν με πανομοιότυπο τρόπο, μοιάζουν εμφανισιακά με εμάς, όλα αυτά για τον Έλληνα είναι μία ευχάριστα σοκαριστική γνωριμία με τον επίφοβο και εχθρικό γείτονα», υπογραμμίζει ο κ. Πλειός και συνεχίζει: «Σε συνδυασμό όμως με αυτήν τη σύγχρονή εικόνα της τουρκικής κοινωνίας που βλέπουμε οι δημιουργοί των τουρκικών σήριαλ έχουν καταφέρει και έχουν εντάξει απόλυτα αρμονικά και καλλιτεχνικά και τον παραδοσιακό, ανατολίτικο τρόπο ζωής και σκέψης. Αυτό προκαλεί στον Έλληνα μία ρομαντική διάθεση, καθώς μεταφέρονται εικόνες και συμπεριφορές που έχουμε ξεχάσει. Η ιεραρχία μέσα στην οικογένεια, ο σεβασμός σε θεσμούς, όλοι η οικογένεια στο τραπέζι, τα φαγητά, τα γλυκά, κάνουν πολλούς και αναπολούν κοινά στοιχεία της ελληνικής κοινωνίας πριν από 40 και 50 χρόνια».

Όπως εξηγεί ο κ. Πλειός, σε αυτό το σημείο συναντιέται η ανάγκη του Έλληνα να επιστρέψει ή απλά να θυμηθεί αυτές τις εποχές με την ανάγκη που έχει ως άνθρωπος να δει τους γείτονες πιο φιλικά και όχι ως μία μόνιμη απειλή. «Ασφαλώς και η εικόνα που παρουσιάζουν τα τουρκικά σήριαλ δεν αντιπροσωπεύει την πραγματικότητα σε μεγάλο βαθμό. Είναι εξωραϊσμένη και δείχνει μόνο τη μία πλευρά της Τουρκίας. Ωστόσο, αν και αυτό σίγουρα έχει μία σκοπιμότητα και δεν είναι καθόλου τυχαίο, είναι και μία γενικότερη κατάσταση που αφορά τις σαπουνόπερες παντού και απλά ας κοιτάξουμε λίγο πίσω στις ελληνικές σαπουνόπερες αν και κατά πόσο αντιπροσώπευαν την ελληνική κοινωνία», λέει ο καθηγητής.

Όπως υποστηρίζει οι Έλληνες δημιουργοί δεν ανοίγονται. Φοβούνται τις καινοτομίες και τα πειράματα και καταφεύγουν σε δοκιμασμένες συνταγές. «Χρειάζεται πειραματισμός, αλλιώς δεν γίνεται. Πιστεύω ότι οι επόμενες ελληνικές σειρές θα δείξουν μία διάθεση κι αυτές να αγγίξουν τις ρομαντικές χορδές του Έλληνα. Σε ανθρώπινο δυναμικό δεν υστερούμε από τους Τούρκους. Το αντίθετο πιστεύω. Χρειάζεται μόνο φαντασία, αλλά και στήριξη οικονομική από τα κανάλια και τα ελληνικά σήριαλ θα ξαναμπούν στις καρδιές των Ελλήνων», τονίζει.

Οι Έλληνες ηθοποιοί και δημιουργοί πλήττονται άμεσα από την πολιτική των καναλιών να προβάλουν ξένες παραγωγές σε βάρος εγχώριων και είναι μία από τις αιτίες για τη μεγάλη ανεργία του κλάδου.

Η ηθοποιός, Αντιγόνη Δρακουλάκη, που πρωταγωνιστεί σε ελληνική καθημερινή σειρά θεωρεί ότι «είναι ένα φαινόμενο που όντως όλοι το διαπιστώνουν, όμως πιστεύω ότι είναι κάτι που έχει να κάνει με τη δεδομένη στιγμή που διανύει η ελληνική τηλεόραση».

Προσθέτει δε ότι είναι μία λογική συνέπεια που έχει να κάνει με την έλλειψη ελληνικών σήριαλ. «Οι άνθρωποι τα παρακολουθούν γιατί δεν έχουν να δουν κάτι άλλο. Δεν παραβλέπω ότι οι τουρκικές σειρές στην πλειοψηφία τους είναι ιδιαίτερα προσεγμένα δομημένες, με πολλά μέσα και εφόδια γι’ αυτό το αποτέλεσμα. Ωστόσο ο κόσμος αν έχει να δει και κάτι άλλο θα πάει αλλού. Θέλει να δει καλές ελληνικές δουλειές που θα του προσφέρουν αλήθεια και συναίσθημα και παρά τα περιορισμένα μέσα που υπάρχουν σε σχέση με τις τουρκικές θα τις αγκαλιάσουν».

Βασικός λόγος κατά την κ. Δρακουλάκη, της επιτυχίας των τουρκικών σειρών είναι «η τρύπα που βρήκαν στην ελληνική τηλεόραση και μπήκαν. Όταν βρεθεί κάτι άλλο ο κόσμος δεν θα τα αναζητήσει».

Από την πλευρά του ο ηθοποιός Κλέων Γρηγοριάδης δηλώνει ότι «καταρχάς πρέπει να τονιστεί πως δεν είναι όλα τα τουρκικά σήριαλ ίδια. Οπότε είναι και λάθος να μιλάμε για κάποια στάνταρ που κάνουν τον κόσμο να τα βλέπει. Στην Τουρκία ως προς το κομμάτι αυτό μιλάμε πλέον για μία ολόκληρη βιομηχανία θεάματος. Ωστόσο δεν πιστεύω ότι είναι καλύτερες οι τουρκικές δουλειές από τις ελληνικές. Αυτό που έχουν όμως καταφέρει είναι να περάσουν με πολύ έξυπνο τρόπο την καθημερινότητα των Τούρκων στα σπίτια όσων τις παρακολουθούν είτε αυτοί είναι Έλληνες είτε από κάποια άλλη χώρα».

Η οικονομική δυνατότητα, συμπληρώνει, που υπάρχει στην τουρκική τηλεόραση για πανάκριβες παραγωγές είναι ένα πλεονέκτημα σε σχέση με τα εδώ δεδομένα όμως υπάρχει και μία άλλη δυσάρεστη πραγματικότητα. «Είδαμε την περασμένη χρονιά μία πανάκριβη παραγωγή όπως το “Νησί”, με τεράστια επιτυχία, η οποία όμως δεν συνοδεύτηκε και με αντίστοιχα οικονομικά οφέλη για το κανάλι που πρόβαλλε τη σειρά. Άρα εδώ φανερώνεται ότι υπάρχει μία λάθος πορεία στο όλο σύστημα που λέγεται ελληνική τηλεόραση τόσο ως προς τη λειτουργία της, όσο και ως προς την οργάνωση της» τονίζει και προσθέτει: «Η εκτίμηση μου είναι ότι για τα επόμενα 10 χρόνια η ελληνική τηλεόραση θα πληρώνει όλα τα κακώς κείμενα τα οποία η ίδια δημιούργησε».

Ο παραγωγός και σκηνοθέτης πολλών καθημερινών επιτυχημένων ελληνικών σειρών, Γιάννης Βασιλειάδης δηλώνει στο ΑΜΠΕ ότι «είναι δεδομένο πως για να πετύχει ένα σήριαλ ή μία καθημερινή σειρά πρέπει να κάνει τον θεατή να ταυτιστεί με αυτό που βλέπει. Αυτό που έχουν καταφέρει οι Τούρκοι και το κάνουν πολύ έξυπνα είναι ο τρόπος με τον οποίο πλασάρουν στο κοινό τις ανθρώπινες αξίες, τόσο τις παραδοσιακές, αλλά και τις αξίες που υπάρχουν σήμερα και ανάλογα με τις συνθήκες».

Λέει ακόμη πως ο Έλληνας θεατής βλέπει στις τουρκικές σειρές πράγματα με τα οποία μπορεί να ταυτιστεί. Το ίδιο όμως συμβαίνει αν αυτό το βλέπουν και σε μία ελληνική, αμερικάνικη ή μεξικάνικη σειρά.

Ένας άλλος λόγος της διάδοσης των τουρκικών σειρών, σύμφωνα με τον κ. Βασιλειάδη, είναι και το μεγάλο άνοιγμα που έχουν κάνει σε πολλές αγορές, σε πολλές χώρες. «Εδώ μάλιστα θα ήθελα να ξεκαθαρίσω και κάτι το οποίο εσφαλμένα επικρατεί ως αντίληψη στις τάξεις των ανθρώπων που αναφέρονται στην τηλεόραση. Το αντικειμενικό κόστος μίας τουρκικής σειράς δεν είναι μικρότερο από μία ελληνική σειρά. Μπορεί βέβαια για το κάθε κανάλι ξεχωριστά αυτό όντως να ισχύει. Για παράδειγμα ένα επεισόδιο μίας ελληνικής σειράς κοστίζει περίπου 18-20 χιλιάδες ευρώ, ενώ μία τουρκική σειρά πολύ λιγότερο. Αλλά αυτό συμβαίνει γιατί οι Τούρκοι πουλάνε το προϊόν τους σε πολλές άλλες χώρες και έχουν τη δυνατότητα να το μοιράζουν φθηνά. Δυστυχώς στην Ελλάδα αυτό δεν το κάνουμε, ενώ θα μπορούσαμε αν αναλογιστούμε και τους πολυάριθμους Έλληνες της διασποράς».

Ο σεναριογράφος πολλών γνωστών ελληνικών σειρών, με συμμετοχή και σε καθημερινά επιτυχημένα σήριαλ, Γιώργος Χρυσοβιτσάνος δίνει τη δική του ερμηνεία στο φαινόμενο:

«Η επιτυχία των τούρκικων σήριαλ στη χώρα μας πιστεύω ότι δεν οφείλεται μόνο στην περιέργεια του ελληνικού κοινού να δει τι γίνεται στο σπίτι του γείτονα, αλλά και στην τήρηση από τους Τούρκους τηλεοπτικούς δημιουργούς των κλασικών και δοκιμασμένων αμερικανικών συνταγών της σαπουνόπερας τύπου “Τόλμη και Γοητεία”, οι οποίες “πειράζονται” με ολίγη πολίτικη κουζίνα».

Προσθέτει ακόμη ότι «καλύπτει κάποια κενά της εγχώριας παραγωγής που γυρίζει την πλάτη στο καθαρόαιμο μελό και επιβεβαιώνει κάποιες ομοιότητες στη νοοτροπία και την κοινωνική συμπεριφορά ημών και των Τούρκων».

Η εικόνα της σύγχρονης Τουρκίας, η απλότητα και οι καθημερινές ανθρώπινες ιστορίες είναι αυτά που κάνουν και τους Έλληνες τηλεθεατές λάτρεις των τουρκικών σειρών.

Όπως λέει στο ΑΜΠΕ η Μαρία Σπανοπούλου, 60 ετών δημόσιος υπάλληλος παρακολουθεί τακτικά και με ιδιαίτερη ευχαρίστηση τα τουρκικά σήριαλ και χωρίς δεύτερη σκέψη τα προτιμάει από τα ελληνικά. «Ο κυριότερος λόγος είναι οι ωραίες εικόνες που δείχνουν και ανοίγει η ψυχή μου. Είναι προφανώς παραγωγές ακριβές και τα γυρίσματα είναι τα περισσότερα σε εξωτερικούς χώρους. Μας δείχνουν όμορφα μέρη, όμορφα τοπία και δεν γυρίζονται σε ένα δωμάτιο όπως τα περισσότερα ελληνικά που σε κάνουν να πνίγεσαι», επισημαίνει.

Η Ελένη Βαΐτση, 55 χρόνων, βοηθός μικροβιολόγου βρίσκει τα τούρκικα σήριαλ έξυπνα και δηλώνει ότι « είναι ωραία γυρισμένα, όμορφοι άνθρωποι και παρόλο που δείχνουν ότι ζούνε μέσα στη χλιδή διατηρούν κάποιες αρχές και κάποιο σεβασμό μέσα στην οικογένεια, κάτι που με γεμίζει πολύ και μου θυμίζει τη δική μου οικογένεια στα παιδικά μου χρόνια. Στο τραπέζι να τρώμε όλοι μαζί, με τους γονείς μου, την αδερφή μου και την γιαγιά μου και να μοιραζόμαστε τα προβλήματα και τις ανησυχίες μας».

Τις όμορφες εικόνες που μεταδίδουν οι τουρκικές σειρές αναφέρει και η 32χρονη Μαρίνα Βασιλειάδου, ιδιωτική υπάλληλος. «Τα βλέπω τα τουρκικά σήριαλ από παλιά γιατί δείχνουν ωραίες εικόνες, ωραία τοπία, ωραία φαγητά και καταπιάνονται με ζητήματα που ο καθένας βιώνει στην προσωπική του ζωή. Αυτός ο συνδυασμός είναι αρκετός για να με κάνει να θέλω να τα παρακολουθώ».

Η Νόνη Ιωαννίδου, 41 χρόνων άνεργη λέει από την πλευρά της ότι «ο λόγος που βλέπω τις τουρκικές σειρές είναι πολύ απλός. Το κάνω γιατί δεν έχει κάτι καλύτερο να δω. Αν είχε ελληνικές σειρές, όπως ήταν οι παλιές, θα προτιμούσα να βλέπω αυτές».

«Η καταγωγή του πατέρα μου είναι από τη Σεβάστεια του Πόντου και της μητέρας μου από τη Σμύρνη. Είναι γεγονός ότι τόσο η γλώσσα όσο και πολλές από τις συμπεριφορές που βλέπω στα τουρκικά σήριαλ μου θυμίζουν το σπίτι μου και την ανατροφή μου», λέει ο συνταξιούχος Δημήτρης Αγγελίδης, 63 χρόνων.

Για να περνάει η ώρα της τα βλέπει η 78χρονη, συνταξιούχος, Λαμπρινή Σημαντηράκη. «Δεν έχω και πολλά να κάνω. Βλέπω και τα τούρκικα βλέπω και τα ελληνικά σήριαλ. Η τηλεόραση είναι η μόνη μου συντροφιά εδώ και 6 χρόνια», επισημαίνει.

Η Σούλα Δεμερτζή νοικοκυρά με καταγωγή από την Πόλη λέει: «Ήρθα στην Ελλάδα 23 ετών. Βλέποντας τα σήριαλ αυτά έχω ανάμικτα συναισθήματα .Από τη μία πλευρά συγκινούμαι που βλέπω εικόνες από την Πόλη, όπως είναι σήμερα βέβαια, αλλά από την άλλη με πιάνει θλίψη γιατί θυμάμαι τον τρόπο που μας έδιωξαν από εκεί. Οι Τούρκοι τότε μας φέρονταν καλά και ζούσαμε μαζί ήρεμα. Κάποια στιγμή όμως οι πολιτικοί τους, τους εξαγρίωσαν και μας κυνήγησαν σαν να είμαστε ζώα και σαν να γίναμε ξαφνικά οι χειρότεροι εχθροί».

Τέλος ο 60χρονος, Κώστας Σοφιανόπουλος, έμπορος λέει πως «η αλήθεια είναι ότι τα βλέπω όποτε μπορώ για να περνάω την ώρα μου. Είναι έξυπνα γραμμένα, έχουν ρίξει οι Τούρκοι πολλά λεφτά και κάνουν έτσι καλές δουλειές και δεν έχω κανένα πρόβλημα να τα παρακολουθώ επειδή είναι τουρκικά. Ας κάνουν και οι δικοί μας εδώ καλά πράγματα και θα τα βλέπω με ευχαρίστηση».

Share on FacebookShare on Google+Tweet about this on TwitterShare on LinkedIn

Δείτε επίσης