Οι παλιοί ρολογάδες των Τρικάλων

Για πολλές ώρες ήταν σκυμμένοι πάνω στο μικρό τραπεζάκι τους και με ένα μεγεθυντικό φακό στο ένα μάτι προσπαθούσαν να διορθώσουν τα χαλασμένα ρολόγια, για ένα πενιχρό μεροκάματο. Οι παλιοί ρολογάδες των Τρικάλων κίνησαν το ενδιαφέρον του Τρικαλινού ερευνητή Νεκτάριου Κατσόγιαννου, ο οποίος, στην προσπάθειά του να συγκεντρώσει πληροφορίες γύρω από τους πρώτους ρολογάδες της πόλης αμέσως μετά την απελευθέρωση (1881), εντόπισε στοιχεία για έναν ξεχωριστό ρολογά, τον Αριστείδη Σπανόπουλο.

Ο Αριστείδης Σπανόπουλος είχε πάει στα Τρίκαλα από το Μέτσοβο ως ρολογάς λίγους μήνες μετά την απελευθέρωση και εξάσκησε το επάγγελμά του μέχρι το τέλος περίπου της δεκαετίας του 1900-1910. Τον διαδέχτηκε ο γιος του Κώστας, που είχε την ατυχία να σκοτωθεί στο βομβαρδισμό της πόλεως τον Απρίλη του 1941 από τους Γερμανούς.

Το πρώτο ρολογάδικό του το είχε σ’ ένα μικρό ξύλινο παράπηγμα στην αρχή της οδού Σαράφη, δίπλα στο παλιό περίπτερό του Κορώνα.

Κατόπιν, μετακόμισε στη γωνία των οδών 25ης Μαρτίου και Τιουσόν, όπου βρίσκεται το σημερινό ωρολογοποιείο- χρυσοχοείο του Χρήστου Παπαδόπουλου.

Μετά το θάνατο του Κώστα Σπανόπουλου, το ρολογάδικο παρέμεινε ανοιχτό για δέκα ακόμα χρόνια με ρολογά τον αδελφό του, Σωτήρη.

Λίγα χρόνια αργότερα από τον Αριστείδη Σπανόπουλο, εγκαταστάθηκε στην πόλη των Τρικάλων ο ιταλικής καταγωγής Παύλος Σαρατσίνας, ο οποίος διαφήμιζε τη δουλειά του, λέγοντας ότι δεν διόρθωνε μόνο ρολόγια τσέπης, αλλά ακόμα και μουσικά ρολόγια.

Η σχετική διαφήμιση, όπως δημοσιεύτηκε στην τότε εφημερίδα “Οι Εργάται”, στο φύλλο της 28.7.1886, έχει ως εξής: “ΓΝΩΣΤΟΠΟΙΗΣΙΣ/Ο Παύλος Σαρατσίνας, ωρολογοποιός Ιταλός την καταγωγήν, νεωστί ελθών, λαμβάνει την τιμήν να γνωστοποίηση εις το σεβαστόν κοινόν της πόλεως ταύτης, ότι προσφέρεται να επιδιόρθωση οποιονδήποτε ωρολόγιον μέγα ή μικρόν καθώς και μουσικάς ωρολογίων, ακόμα δε να κατασκευάζη νέα ωρολόγια εγγυόμενος την καλήν των διατήρησιν επί δέκα μήνας. Ελπίζει δε ότι θέλει αξιωθεί της πολυτίμου συνδρομής και προθύμου υποστηρήξεως του κοινού. Το κατάστημα αυτό ευρίσκεται κάτωθι ξενοδοχείου ‘Καλή Ζωή'”.

Δεν θα περάσουν πολλά χρόνια και στους ελάχιστους ρολογάδες θα προστεθεί και ο Αντώνης Τρικαργιώτης, που είχε μάθει την τέχνη στην Κωνσταντινούπολη και ο οποίος μπορούσε να διορθώσει κάθε ρολόι, όσο … κακό και αν ήταν.

“Όχι πλέον ωρολόγια χαλασμένα, αλλά ως χρονόμετρα αγγλικά λειτουργούντα τακτικά ως και απροσκόπτως, δύναται να μεταβάλλη και το πλέον κάκιστον ωρολόγιον ο εν Κωνσταντινουπόλει την επιστήμην του σπουδάσας ωρολογοποιός κ. Αντώνης Τρικαργιώτης” έλεγε η διαφήμιση του ωρολογοποιείου του.

Στη δεκαετία του 1910-1920 ένα νέο ρολογάδικο κάνει την εμφάνισή του στην πόλη. Είναι του Γεωργίου Σαπουνζάκη, του οποίου το κατάστημα βρισκόταν δίπλα στο τότε ποτοποιείο των Ζήση Σακελλαρίου και Δημ. Κασάιτα.

Από τα μέσα της δεκαετίας 1910-1920, ο Κωνσταντίνος Χολέβας, Γαρδικιώτης στην καταγωγή, έστησε το ρολογάδικό του σε μικρό ξύλινο παράπηγμα, έξω από τα χασάπικα, που έβλεπε επί της οδού Λαρίσης. Λίγα χρόνια αργότερα, μετακόμισε επί της οδού Κλεμανσώ. Στη συνέχεια, από την αρχή της Κατοχής και μέχρι το θάνατό του, το 1943, φιλοξενήθηκε σε μια γωνιά στην είσοδο του κινηματογράφου “ΡΕΞ”, στο “Πανελλήνιο”. Τα καλοκαίρια εγκατέλειπε τα Τρίκαλα και μαζί με τα εργαλεία του ανέβαινε στο Γαρδίκι, επισκευάζοντας τα ρολόγια των χωριανών του και των κατοίκων των γύρω χωριών.

Μετά το Χολέβα, στη δεκαετία του 1920-1930 κάνουν την εμφάνισή τους οι Βασ. Τσουγκάνης και Στέφανος Κατσίκης.

Όλα αυτά τα χρόνια, μεγάλη ζήτηση στην αγορά είχαν τα λεγόμενα “τούρκικα ρολόγια”, στα οποία, όπως και στα άλλα που πουλούσαν τα ρολογάδικα, το κούρδισμα γινόταν από το πίσω μέρος του καπακιού, μ’ ένα μικρό κλειδί που το είχε μαζί του ο κάτοχος του.

Τα ρολόγια αυτά συνήθως ήταν ελβετικά, δεύτερης ποιότητας, και προορισμό είχαν τις χώρες των Βαλκανίων και τις οθωμανικές περιοχές. Η ζήτησή τους κράτησε ακόμα και μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1950-1960.

Χρόνο με το χρόνο αυξάνονται τα ρολόγια τσέπης, όπως και εκείνα του τραπεζιού, τα ξυπνητήρια, με τη μικρή καμπανούλα, που είχαν στο πάνω μέρος του ρολογιού ξυπνητήρι και του οποίου το πρωινό κουδούνισμα είχε καταντήσει ένας εφιάλτης για πολλούς εργαζόμενους.

Η αύξηση του αριθμού των ρολογιών και η ανάγκη επισκευής τους, σημειώνει ο κ. Κατσόγιαννος, είχαν ως συνέπεια να μεγαλώσει και ο αριθμός των ρολογάδων της πόλεως.

Στα 1928, ο γνωστός ρολογάς Απ. Μαυρομάτης, που μαθήτευσε στο Βασ. Τσουγκάνη, είχε το ρολογάδικο του έναντι της πλατείας του ΟΤΕ.

Στα 1929, και για δύο χρόνια, το ρολογάδικο του Απ. Μαυρομάτη στεγάστηκε στο δημοτικό περίπτερο της κεντρικής πλατείας, όπου είναι σήμερα η προτομή του Καραϊσκάκη.

Κατόπιν, και μέχρι το θάνατό του το 1937, μεταστεγάστηκε στην οδό Κονδύλη, δίπλα στο παλιό χάνι του Θανόπουλου, όπου βρίσκεται η Ιονική Τράπεζα σήμερα. Η φωτογραφία είναι από το παλιό ρολογάδικο του Απ. Μαυρομάτη.

Στα 1934, ο Κώστας Παπαευθυμίου, ο οποίος μαθήτευσε στους Κώστα Σπανόπουλο και Βασ. Τσουγκάνη, άνοιξε το πρώτο ρολογάδικο στη γωνία των οδών Καραϊσκάκη και Τιουσόν, όπου βρίσκεται και το σημερινό κατάστημα των δύο γιων του, Μίμη και Χρυσούλη.

Στα 1969, έγινε και χρυσοχοείο, ενώ από τις αρχές της δεκαετίας του 1950-1960 μαθήτευσαν κοντά του και οι γιοι του, που συστεγάστηκαν στο ίδιο κατάστημα. Με τον Κώστα συνεταιρίστηκε και ο επίσης ρολογάς αδελφός του, Χρήστος, από το 1940 έως το 1972.

Ένας άλλος πρόσφυγας, ο Βασίλειος Πετρόπουλος, ήλθε να προστεθεί στους πρώτους μεταπολεμικούς ρολογάδες της πόλεως, μαθητής του Απ. Μαυρομάτη. Τη δουλειά του ρολογά την πρωτοξεκίνησε στα 1945. Πρωτοστεγάστηκε στην αρχή της οδού Τιουσόν, σε μικρό ξεχωριστό χώρο του παλιού ζαχαροπλαστείο Σαββουλίδη. Έμεινε εκεί μέχρι το 1984, απ’ όπου και συνταξιοδοτήθηκε.

Την ίδια περίπου περίοδο με τον Πετρόπουλο, κάνει δειλά -δειλά την εμφάνιση του στην πιάτσα και ο ιταλικής καταγωγής Αλέκος Μπεβενίου. Καταγόταν από την Πάντοβα της Ιταλίας και στα χρόνια της Κατοχής, μέχρι τη συνθηκολόγηση της Ιταλίας, υπηρετούσε ως στρατιωτικός στα Τρίκαλα.

Κατά την παραμονή του στην πόλη συνδέθηκε συναισθηματικά με τη Μαριάνθη Τσουκαρέλη, με την οποία και παντρεύτηκε. Μέχρι το 1950, το ρολογάδικο το είχε στο σπίτι του και όλοι τον ήξεραν ως Ιταλό.

Από το 1950 και για τρία χρόνια, στεγάστηκε στην οδό 28ης Οκτωβρίου. Στη συνέχεια, μετακόμισε στην αρχή της (σημερινής) οδού Τσιτσάνη, και έμεινε εκεί μέχρι το 1962, για να μεταστεγαστεί και πάλι δίπλα, όπου σήμερα είναι τα καταστήματα των παιδιών του, Θανάση και Παύλου. Και οι δύο μαθήτευσαν στον πατέρα τους. Το κατάστημα του Θανάση, μετά το θάνατό του, το διευθύνει ο γιος του Αλέξανδρος.

Στα 1948, οι αδελφοί Σπύρος και Κώστας Παπαδόπουλος άνοιξαν κατάστημα ωρολογοποιίας και χρυσοχοΐας στην αρχή της οδού Τιουσόν, όπου σήμερα το κατάστημα χρυσοχοίας του Μιλτιάδη Ιορδανίδη. Ο πρώτος έγινε χρυσοχόος και ο δεύτερος ρολογάς. Και οι δύο είχαν μαθητεύσει στους Μαυρομάτη και Πετρόπουλο. Ύστερα από είκοσι χρόνια συνεργασίας, χώρισαν. Ο Σπύρος εγκαταστάθηκε στην οδό Ασκληπιού, δίπλα στο βιβλιοπωλείο του Άλκη Παπαναστασίου (Πανουργιά), μέχρι το 2000, και τη διεύθυνση από το 1984 την έχει η κόρη του Λίλα.

Ο Κώστας εγκαταστάθηκε στη γωνία των οδών 25ης Μαρτίου και Τιουσόν και το διαχειρίστηκε μέχρι το 1993. Το κατάστημα όλα αυτά τα χρόνια ήταν συγχρόνως και χρυσοχοείο. Στην αρχή, τη διεύθυνση την ανέλαβε ο γιος του Χρήστος, που από το 1969 είχε μαθητεύσει ως ρολογάς κοντά στον πατέρα του.

Στους αδελφούς Παπαδόπουλου, μαθήτευσαν τα δύο πρώτα ξαδέλφια Ιωάννης Μαυρομάτης και Ηρακλής Μυστακίδης. Ο πρώτος ως χρυσοχόος και ο δεύτερος ως ωρολογοποιός. Οι δυο τους, στα 1958, από κοινού άνοιξαν το πρώτο κατάστημα επί της οδού Τιουσόν, όπου σήμερα βρίσκεται το κατάστημα του Κων. Πάνου και το κράτησαν μόνο δύο χρόνια.

Κατόπιν, μετακόμισαν στην οδό Ασκληπιού, δίπλα στο σημερινό βιβλιοπωλείο Τοπαλίδη και παλιότερα το κατάστημα Καλκαντάρα και παρέμειναν εκεί μέχρι το 1976. Στη συνέχεια χώρισαν και ο Ιωάννης Μαυρομάτης άνοιξε κατάστημα στη γωνία των οδών Όθωνος και Βασ. Όλγας, το οποίο λειτούργησε εκεί για περίπου δέκα χρόνια. Έκτοτε και μέχρι σήμερα στεγάζεται στην οδό Γαμβέτα και συνεργάστηκε όλα αυτά τα χρόνια με το ρολογά Αχιλλέα Μπρέντα.

Ο Ηρακλής Μυστακίδης άνοιξε κατάστημα ωρολογοποιίας και χρυσοχοΐας στη γωνία Λαρίσης και 21 ης Αυγούστου, έναντι της κεντρικής πλατείας, όπου και το σημερινό. Στα 1995, μετά τη συνταξιοδότησή του, τη διεύθυνση την ανέλαβε ο γιος του Θανάσης, που το διατηρεί μέχρι σήμερα. Στα χρόνια της λειτουργίας του, το κατάστημα ανακαινίστηκε αρκετές φορές.

Κοντά στον Ηρακλή Μυστακίδη και για τέσσερα χρόνια (1963-1967) μαθήτευσε ως ωρολογοποιός ο αδελφός του Κώστας Μυστακίδης. Στη συνέχεια, για δύο χρόνια, μαθήτευσε για εξειδίκευση στην εταιρεία Ωμέγα. Για τέσσερα χρόνια, συνεργάστηκε με τον αδελφό του και το Μαυρομάτη και από το 1973 άνοιξε δικό του κατάστημα επί της οδού 28ης Οκτωβρίου, όπου είναι και το σημερινό.

Ο ωρολογοποιός Τάκης Γεωργίου καταγόταν από την Καρδίτσα και από οικογένεια ρολογάδων. Ο πατέρας του Αχιλλέας Γεωργίου, από την προπολεμική εποχή διατηρούσε μεγάλο κατάστημα ωρολογοποιίας και χρυσοχοΐας στην Καρδίτσα. Σήμερα, τα εγγόνια του διατηρούν τρία ανάλογα καταστήματα στην ίδια πόλη.

Στην Κατοχή, ο Τάκης ήρθε στα Τρίκαλα και συνεργάστηκε με τον από πολλών ετών Μετσοβίτη χρυσοχόο Κυριάκο Ποσποτίκη, που από τα μέσα περίπου της δεκαετίας του 1910-1920 πρωτοεργάστηκε στη Λάρισα. Ύστερα από λίγα χρόνια μετακόμισε στα Τρίκαλα και συνεργάστηκε με τον επίσης χρυσοχόο Γ. Παπαστάθη. Στις αρχές της δεκαετίας του 1930-1940 χώρισαν και ο Ποσποτίκης εγκαταστάθηκε στο γωνιακό κατάστημα του νεοκλασικού κτιρίου, που είναι στη γωνία των οδών Τιουσόν και 28ης Οκτωβρίου, και εργάστηκε μέχρι το 1965, οπότε και συνταξιοδοτήθηκε.

Ήταν άριστος τεχνίτης στα αργυρά κοσμήματα, που συμπλήρωναν τις παραδοσιακές στολές των χωρικών. Για το σκοπό αυτό διατηρούσε και εργαστήρι στην οδό Γρ. Πατριάρχη, πλησίον του παλιού καταστήματος του Τζέτζια. Έκανε εισαγωγή ακόμα και από την Κωνσταντινούπολη, κυρίως περίφημων σαβατιών.

Ο ωρολογοποιός Τάκης Γεωργίου στα 1945 νυμφεύθηκε την κόρη του Ποσποτίκη, Παρασκευή, και έτσι έγινε και μέτοχος του καταστήματος, το οποίο έκλεισε οριστικά το 1982.

Κοντά στον Γεωργίου, από το 1946 έως το 1957 μαθήτευσε ο Βασίλειος Κρέσσος. Ο ωρολογοποιός Βησσάρης Μπουραζάνας μαθήτευσε στον Ιταλό Μπεβενίου, όταν αυτός φορούσε ακόμα τη στρατιωτική στολή, και συνεργάστηκε μαζί του μέχρι το 1957. Στη συνέχεια, για δύο χρόνια άνοιξε ωρολογοποιείο επί της οδού Ασκληπιού, για να μεταστεγαστεί κατόπιν στην οδό Στουρνάρα. Στην Πύλη, και για έξι μήνες το 1977 εργάστηκε ως ρολογάς και ο Νίκος Γκοιλέκας, ο οποίος ήρθε από την περιοχή της Λάρισας.

Ένας ακόμη από τους παλιούς ρολογάδες των Τρικάλων ήταν και ο Ευθύμιος Μιστάρας από την Καστανιά, που για περίπου μισό αιώνα, από το 1918 έως το 1970, άσκησε το επάγγελμα του ρολογά. Άνθρωπος πολυτεχνίτης, που επισκεύαζε από ιατρικά εργαλεία μέχρι και φωνόγραφους.

Στα 1912 και σε ηλικία 11 ετών πρωτοεργάστηκε στο εργοστάσιο καρ-φοβελόνων των αδελφών Παπαστεφάνου (μανάβικα) και λίγα χρόνια αργότερα στο εργοστάσιο του Σταματόπουλου στο Βόλο. Στη συνέχεια, πήγε στην Αθήνα, όπου στο γνωστό καφενείο του Κοτζιά, σε μια γωνιά, έστησε το τραπεζάκι του με τα εργαλεία του ρολογά. Τελικά, στα μέσα της δεκαετίας 1920-1930 επέστρεψε στην Καστανιά, εξασκώντας το επάγγελμα του ρολογά μέχρι το 1944, που το χωριό κάηκε από τους Γερμανούς. Στα 1945, μετακόμισε μαζί με την οικογένειά του στη Λάρισα, δουλεύοντας κι εκεί ως ρολογάς μέχρι το 1970.

Μάλιστα, από το 1954 και για πολλά χρόνια ήταν και ο συντηρητής του ρολογιού της Λάρισας, που βρισκόταν πλησίον του ναού του Αγίου Αχίλλειου. Ο ίδιος, όταν βρισκόταν στην Καστανιά, κατασκεύασε το λεγόμενο “ξύλινο ρολόγι” .

Share on FacebookShare on Google+Tweet about this on TwitterShare on LinkedIn

Δείτε επίσης