Τέμπη και Λάρισα το 1803 μέσα από τη ματιά Βρετανού περιηγητή

Στα Φάρσαλα, τα Τέμπη και τη Λάρισα του 1803, μέσα από τη «ματιά» του Βρετανού περιηγητή Robert Walpole (Ρόμπερτ Γουόλπολ), μας «ταξιδεύει» ο ερευνητής Αλέξανδρος Χ. Γρηγορίου, σχετική επιστημονική ανακοίνωση του οποίου δημοσιεύεται στον 60ό τόμο του Θεσσαλικού Ημερολογίου.

Ο Robert Walpole (1781-1856) σπούδασε στο Trinity College (Τρίνιτι Κόλετζ) του Cambridge (Κέμπριτζ) και μετά την αποφοίτησή του πραγματοποίησε ταξίδι μακράς διάρκειας (μεταξύ του 1803 και 1806) στην ηπειρωτική Ελλάδα και στα νησιά του Αρχιπελάγους. Αρκετά χρόνια αργότερα, επιμελήθηκε την έκδοση αποσπασμάτων από χειρόγραφα οδοιπορικά και σημειώσεις άλλων περιηγητών στην οθωμανική Ανατολή, σε δύο τόμους, ο πρώτος εκ των οποίων δημοσιεύθηκε το 1817 (β΄ έκδοση 1818) και ο δεύτερος το 1820.

Πότε, όμως, επισκέφθηκε ο Walpole την Ελλάδα και ειδικώς τη Θεσσαλία; Ο συγγραφέας θεωρεί ως πιθανότερη χρονολογία επίσκεψης το 1803, διότι την ίδια χρονιά αναχώρησε για την Κωνσταντινούπολη, δια μέσου της Λάρισας, της Κοιλάδας των Τεμπών, της Θεσσαλονίκης (όπου φιλοξενήθηκε από το Βρετανό πρόξενο Francois Charnaud), του Αγίου Όρους και της Καβάλας.

«Δεν γνωρίζουμε τους λόγους, για τους οποίους ο Walpole δεν συμπεριέλαβε στους δύο τόμους των περιηγητικών κειμένων που εξέδωσε τα δικά του χειρόγραφα (εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων). Ίσως είχε πρόθεση να τα εκδώσει αργότερα, μια πρόθεση που για άγνωστους λόγους δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ. Αυτό, όμως, που δεν έκανε ο Walpole, το πραγματοποίησε εμμέσως ο Edward Daniel Clarke, ο οποίος περιόδευσε την Ελλάδα μεταξύ του 1801 και 1802» διευκρινίζει ο κ. Γρηγορίου στο ΑΜΠΕ.

Το ογκώδες περιηγητικό χρονικό του Clarke δημοσιεύθηκε, σταδιακά, από το 1810 έως το 1822 και η επίσκεψή του στη Θεσσαλία περιλαμβάνεται στον 7o τόμο του έργου. Στο σχετικό κείμενο, ο Clarke αξιοποίησε το ανέκδοτο έως τότε (και μέχρι σήμερα) χειρόγραφο οδοιπορικό του Walpole, αποσπάσματα από το οποίο παρέθεσε ως υποσημειώσεις στο δικό του έργο, αναφέροντας βέβαια την προέλευσή τους.

Για την πεδιάδα των Φαρσάλων αναφέρει:

«(…) Ο ταξιδιώτης δεν μπορεί παρά να διαπιστώσει πως η πεδιάδα όπου έλαβε χώρα η μάχη της Φαρσάλου, είναι τώρα κατάφυτη με βαμβακοκαλλιέργειες. Η πεδιάδα αυτή, όπως αναφέρει ο Αππιανός, βρίσκεται ‘μεταξύ Φαρσάλου τε πόλεως και Ενιπέως ποταμού’. Ο ποταμός Ενιπέας ρέει στον Απιδανό ο οποίος, στη συνέχεια, ενώνεται με τον Πηνειό (…). [Clarke, Travels, VII, 337, σημ. 5]».

Για τη Λάρισα και τον Πηνειό ποταμό σημειώνει:

«(…) Ο ποταμός Πηνειός ρέει στα δυτικά και βόρεια της πόλης και διασχίζεται από μία πέτρινη γέφυρα με πολλές καμάρες. Ο Προκόπιος αναφέρει πως ‘ο ποταμός που διαβρέχει την πόλη αυτή μεταμορφώνεται σε ένα ασθενές ρεύμα το οποίο ρέει προς τη θάλασσα ‘εύ μάλα προσηνώς’. Ο ίδιος συγγραφέας περιγράφει την περιοχή ως εξαιρετικά γόνιμη και καλά αρδευόμενη. Πράγματι, καμιά πεδιάδα στην Ελλάδα δεν θα μπορούσε να είναι τόσο γόνιμη και παραγωγική όσο αυτή της Λάρισας, ιδιαίτερα στην παραγωγή καλαμποκιού και βαμβακιού. Εξακολουθεί να είναι η Larissae…campus opimoe [=Η πλούσια πεδιάδα της Λάρισας] του Οράτιου. Στο μέγιστο μήκος της φθάνει και τα 20 μίλια. Η αγορά της Λάρισας τροφοδοτείται με όλα τα είδη των προϊόντων. Ιδιαίτερα όμως με εξαιρετικά ψάρια που αλιεύονται στον Πηνειό. Η περίμετρος της πόλης είναι 3-4 μίλια. Ο πληθυσμός της αποτελείται από 14.000 Τούρκους και 1.600 Έλληνες, ενώ διαμένουν στην πόλη και 2.000 Εβραίοι. Ο έλληνας, στην κατοικία του οποίου φιλοξενήθηκα, μου παραπονέθηκε για το ανθυγιεινό κλίμα του τόπου. Από το παράθυρο του δωματίου μου, κοίταζα τον ποταμό και ένα τμήμα της πεδιάδας πίσω από την οποία βρίσκονταν οι χιονισμένες κορυφές του Ολύμπου, οι κορυφογραμμές του οποίου εκτείνονταν σε μεγάλο μήκος από τα ανατολικά προς τα δυτικά, εις τρόπον ώστε έφερα στο μυαλό μου την ακριβή έννοια ‘μακρός Όλυμπος’ που αναφέρει ο Όμηρος. Το ύψος αυτού του βουνού ανέρχεται σε 800 toises [1 toise=1,949 μ.]. Βρήκα μία αναφορά στον Πλούταρχο, περί του Ξεναγόρα, ο οποίος πραγματοποίησε ακριβή “δι’ οργάνων” μέτρηση και βρήκε το “προς την κάθετον” ύψος του μεγαλύτερο από 10 furlongs [1 Furlong=201,168 μ.] (…). [Clarke, Travels, VII, 345, σημ. 2]».

Για τη δε κοιλάδα των Τεμπών επισημαίνει:

«(…) Για να κατανοήσουμε πλήρως τι εννοούσαν οι Αρχαίοι όταν αναφέρονταν στα Τέμπη, είναι απαραίτητο να έχουμε κατά νου ότι υπάρχουν δύο θέσεις, με διαφορετικά χαρακτηριστικά, οι οποίες έχουν σχέση με το τοπίο στο οποίο αναφερόμαστε. Αφενός τα Στενά των Τεμπών και αφετέρου η Κοιλάδα των Τεμπών. Θα ξεκινήσω με το πρώτο. Ο ποταμός Πηνειός ρέει για 3-4 μίλια περίπου μέσα από ένα φαράγγι ανάμεσα στα βουνά Όλυμπος και Όσσα, τα οποία σε ένα σημείο είναι σχεδόν κάθετα. Τα βουνά αυτά δημιουργούν ένα στενό πέρασμα που σχηματίζεται στους βράχους, κατά μήκος της πλευράς του ποταμού. Μερικά από τα βουνά Borrowdale του Keswick μοιάζουν με εκείνα του στενού περάσματος των Τεμπών, τόσο στη μορφή, όσο και στην επιφάνειά τους που είναι άγρια και άγονη (…). Στις κορυφές των βουνών, οι οποίες προεξέχουν, στα στενά τμήματα της Όσσας βρίσκονται τα ερείπια οχυρών της Αρχαιότητας (…). Σ’ αυτή την τοποθεσία, θα μπορούσε κάποιος να διακρίνει μία επιγραφή χαραγμένη στον βράχο, η οποία εντοπίστηκε για πρώτη φορά από τον καθηγητή Clarke και η οποία σημαίνει: “L. Cassius Longinus Fortified Tempe” [=Ο Κάσσιος Λογγίνος οχύρωσε τα Τέμπη]. Ερεύνησα σε έργα διάφορων συγγραφέων για να διαπιστώσω εάν γίνεται λόγος για το πρόσωπο που αναφέρεται στην επιγραφή και είχα την τύχη να ανακαλύψω σε κείμενα του Ιουλίου Καίσαρα την φράση: “Cassium Longinum in Thessaliam misit Caesar”. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι αυτό είναι το αναφερόμενο πρόσωπο. Ως εκ τούτου έχουμε επιπλέον στην διάθεσή μας ένα άλλο ενδιαφέρον στοιχείο: την χρονολογία της επιγραφής (…).

»Η Άννα Κομνηνή ονόμαζε τα Τέμπη Κλεισούραι, ονομασία η οποία μεταφράζεται σήμερα από τους Έλληνες ως στενό πέρασμα. Ένας άλλος βυζαντινός ιστορικός, ο Γεώργιος Ακροπολίτης, αναφερόμενος σε ένα στενό πέρασμα μέσα από το οποίο κυλούσε ο ποταμός Στρυμόνας γράφει: “κλεισούρας τούς τοιούτους τόπους ο πολύς κατονομάζει λαός”. Σεβόμενος την άλλη τοποθεσία των Τεμπών, η οποία είναι γνωστή ως Κοιλάδα [των Τεμπών], ο Pococke αναφέρεται με πολύ αναποφάσιστο τρόπο. Αυτός αμφιβάλλει για το εάν η τοποθεσία αυτή βρίσκεται στο νοτιοδυτικό τμήμα της εισόδου των στενών, κοντά στο χωριό Μπαμπά, ή στο βορειοανατολικό τους άκρο. Καθώς εγώ πέρασα τον Δεκέμβριο από τα Τέμπη, μία εποχή δηλαδή κατά την οποία ήταν αδύνατο να εκτιμήσω σωστά τις φυσικές ομορφιές της περιοχής, δεν θα αναφερθώ στις δικές μου παρατηρήσεις σχετικά για το πιο ακριβώς σημείο πρέπει να ονομάσουμε Κοιλάδα των Τεμπών. Θα προσθέσω όμως μία πολύτιμη σημείωση που μου παραχώρησε ο φίλος μου καθηγητής Palmer, ο οποίος πέρασε από εκεί την άνοιξη του 1806, μία ευνοϊκή εποχή, καθώς ταξίδευε προς την Νότια Ελλάδα, προερχόμενος από την Θεσσαλονίκη. Από τις δικές του σημειώσεις δεν μένει η παραμικρή αμφιβολία πως η Κοιλάδα των Τεμπών βρίσκεται προς την βορεοανατολική είσοδο του περάσματος των Τεμπών.

»13 Μαΐου του 1806. Αφού για μία περίπου ώρα ακολουθήσαμε έφιπποι την ακροθαλασσιά, στρίψαμε προς τα νότια περνώντας μέσα από ένα υπέροχο τοπίο και μετά από ένα περίπου τέταρτο της ώρας, φθάσαμε σε ένα άνοιγμα που δημιουργείται ανάμεσα στην Όσσα και στον Όλυμπο. Το άνοιγμα ήταν η είσοδος μιας κοιλάδας, η τοποθεσία, η έκταση και η ομορφιά της οποίας ενέπνευσαν τους ποιητές όταν αναφέρονταν στα Τέμπη. Καθώς η περιοχή ήταν ασφαλής, είχαμε την ευκαιρία να θαυμάσουμε το τοπίο από διαφορετικά σημεία. Η καλύτερη θέα προσφέρεται από έναν μικρό λόφο, ένα περίπου μίλι, νότια από το χάνι. Κοιτάζοντας ανατολικά έχετε την Όσσα στο δεξί σας χέρι. Στα αριστερά σας, ξεπροβάλλει η κορυφογραμμή του Ολύμπου, καλυμμένη με δένδρα και πλούσια βλάστηση, το υψόμετρο της οποίας μειώνεται σταδιακά καθώς πλησιάζει στο σημείο που προανέφερα. Μπροστά μας βρίσκεται η κοιλάδα η οποία διασχίζεται από τον Πηνειό και η οποία κοσμείται από ποικιλία φυσικού κάλλους εις τρόπον ώστε, κατά μία άποψη, παρουσιάζει μία σκηνή ασύγκριτης ωραιότητας. Το μήκος της κοιλάδας, μετρούμενο από το ύψος του σταθμού όπου βρίσκεται το άνοιγμα από το οποίο εισήλθαμε, εκτιμάται σε 3 μίλια, ενώ το μέγιστο εύρος του σε 2,5. Κοιτάζοντας προς τα βόρεια, βλέπουμε μία πλούσια πεδιάδα η οποία ανοίγεται μέχρι τα όρια του Κόλπου της Θεσσαλονίκης (…). Από το χειρόγραφο οδοιπορικό του καθηγητού Palmer”. (…). [Clarke, Travels, VII, 349-351, σημ. 2]».

Share on FacebookShare on Google+Tweet about this on TwitterShare on LinkedIn

Δείτε επίσης