Στόχοι και οράματα για το Μουσείο Τσιτσάνη

Να κάνουν πράξη το όραμα όλων εκείνων που αγαπούν το ελληνικό τραγούδι και το λαϊκό πολιτισμό γενικότερα έχουν βάλει ως στόχο οι ιθύνοντες του Μουσείου Τσιτσάνη στα Τρίκαλα.

Το Μουσείο Τσιτσάνη προσωρινά στεγάζεται στο Μύλο Ματσόπουλου, ενώ για το σημαντικό αυτό έργο ο Δήμος συμφώνησε στην παραχώρηση ενός ιστορικού κτιρίου στο κέντρο της πόλης, επιφάνειας 1800μ2, και αναμένεται σύντομα να αρχίσουν οι εργασίες καθώς και οι διαδικασίες για την οργάνωση και λειτουργία του.

Οι σκοποί του Μουσείου Τσιτσάνη, σύμφωνα με όσα δηλώνει στο ΑΜΠΕ ο καλλιτεχνικός του διευθυντής Στέλιος Καραγιώργος, είναι πολιτιστικοί, καλλιτεχνικοί, επιστημονικοί και συνίστανται στην καταγραφή, συλλογή, διάσωση και διάδοση του έργου του Βασίλη Τσιτσάνη, αλλά και εν γένει της ελληνικής λαϊκής μουσικής.

Ενδεικτικά, ο κ. Καραγιώργος αναφέρει μια σειρά συγκεκριμένα μέσα για την επίτευξη των στόχων του, όπως είναι η δημιουργία αρχείου ελληνικής λαϊκής μουσικής για επιστημονική και ευρύτερη χρήση και η δημιουργία βιβλιοθήκης – δισκοθήκης λαϊκού τραγουδιού, όπως και η εκτέλεση ερευνητικών προγραμμάτων σχετικών με την καταγραφή και τη μελέτη της μουσικής παράδοσης.

Επίσης, σύμφωνα με τον κ. Καραγιώργο, στους στόχους είναι ακόμα η έκδοση και κυκλοφορία βιβλίων, μελετών και διαφωτιστικών εντύπων για την προαγωγή της μουσικής τόσο του Βασίλη Τσιτσάνη, όσο και εν γένει της λαϊκής ελληνικής μουσικής.

Επιπροσθέτως, η διοργάνωση εκθέσεων, διαλέξεων, μαθημάτων, σεμιναρίων, και εν γένει κάθε είδους μορφωτικών, πολιτιστικών και άλλων εκδηλώσεων για την προώθηση της λαϊκής ελληνικής μουσικής συγκαταλέγονται στα μέσα, με τα οποία είναι δυνατή η επίτευξη των στόχων που έχουν θέσει οι ιθύνοντες του Μουσείου Τσιτσάνη.

Οι στόχοι αυτοί συμπληρώνονται με την οργάνωση και λειτουργία της ορχήστρας ελληνικής μουσικής “Β. Τσιτσάνης”, την ίδρυση εργαστηρίου μύησης νέων ανθρώπων στην παραδοσιακή μουσική και το δημοτικό τραγούδι, καθώς και εκμάθησης λαϊκών μουσικών οργάνων.

Σημαντική κρίνεται, επίσης, η στήριξη, ενίσχυση και προβολή αξιόλογων καλλιτεχνών της μουσικής παράδοσης και οποιωνδήποτε άλλων σχετικών πρωτοβουλιών.

“Όμως, αναγνωρίζοντας την τεράστια σημασία που έχει για την πόλη των Τρικάλων, αλλά και για τον ελληνισμό, ο Βασίλης Τσιτσάνης και το έργο του που άφησε ως παρακαταθήκη, επιβάλλεται να κάνουμε πολλά περισσότερα ακόμη” σημειώνει ο κ. Καραγιώργος.

Η πορεία του Τσιτσάνη

Ο Βασίλης Τσιτσάνης ήταν ένας από τους μεγαλύτερους Έλληνες συνθέτες και στιχουργούς του 20ου αιώνα. Ήταν μία από τις σημαντικότερες φυσιογνωμίες του ρεμπέτικου τραγουδιού και της λαϊκής μουσικής.

Γεννήθηκε στα Τρίκαλα από γονείς Ηπειρώτες. Τσαρουχάς ο

πατέρας του, είχε ένα μαντολίνο με το οποίο έπαιζε, σχεδόν αποκλειστικά, κλέφτικα τραγούδια της πατρίδας του. Αυτά ήταν τα πρώτα ακούσματα του μικρού Βασίλη, μαζί με τις βυζαντινές ψαλμωδίες που άκουγε στην εκκλησία.

Στα 11 χρόνια του χάνει τον πατέρα του και μόνον τότε πέφτει στα χέρια του το μαντολίνο, το οποίο στο μεταξύ έχει μετατραπεί από κάποιον ντόπιο οργανοποιό σε μπουζούκι.

Στα γυμνασιακά του χρόνια, στα Τρίκαλα, μαθαίνει παράλληλα βιολί, συμμετέχοντας με αυτό σε τοπικές εκδηλώσεις. Το μπουζούκι, όμως, αν και χωρίς κοινωνική καταξίωση στη μικρή τοπική κοινωνία, τραβάει περισσότερο το ενδιαφέρον του.

Τα πρώτα του τραγούδια τα γράφει σε ηλικία 15 χρονών. Στα τέλη του 1936 φεύγει από τα Τρίκαλα για την Αθήνα, με σκοπό να σπουδάσει νομικά. Για να συμπληρώσει τα έσοδά του δουλεύει παράλληλα σε ταβέρνες. Σε μια απ’ αυτές γνωρίζει τον τραγουδιστή Δημήτρη Περδικόπουλο, ο οποίος τον πηγαίνει σε μια δισκογραφική εταιρεία. Ηχογραφεί για πρώτη φορά το 1937, αλλά το κύριο μέρος των προπολεμικών δίσκων του πραγματοποιείται τα επόμενα χρόνια.

Χάρη σε αυτόν, το ελληνικό τραγούδι έγινε πλουσιότερο, φωτεινότερο, «αγκάλιασε» όλη την ελληνική κοινωνία και αποτέλεσε πηγή έμπνευσης για τους νεότερους δημιουργούς.

Ο Τσιτσάνης έκανε, επίσης, γνωστή την πόλη των Τρικάλων πέρα από τα στενά γεωγραφικά της όρια, όπως επίσης και από τα όρια της Ελλάδας.

«Εμείς οι νεότεροι» λέει ο κ. Καραγιώργος «τον ξέρουμε όπως και οι παλιοί, το ίδιο καλά. Δεν τον ζήσαμε, όμως τον νιώθουμε μαζί μας σε κάθε μας βήμα. Περπατάμε στα ίδια σοκάκια, ατενίζουμε τον ίδιο ορίζοντα, μιλάμε μαζί του, όταν τραγουδάμε τα τραγούδια του και ας τα λέμε πολλές φορές με τον δικό μας τρόπο».

Η γενέθλια πόλη του, τα Τρίκαλα, όλα αυτά τα χρόνια, με διάφορους τρόπους, αναγνώρισε την αξία, το έργο του και τη γενικότερη προσφορά του στο λαϊκό τραγούδι και η αναγνώριση αυτή εκφράσθηκε με τους συμπολίτες συγγραφείς, που έγραφαν εξαιρετικά βιβλία για τη ζωή και το έργο του. Αλλά και με τους συμπολίτες δημοσιογράφους, που συνέταξαν διάφορα κείμενα, τους εκδότες που τα φιλοξένησαν στις στήλες των τοπικών εφημερίδων, αλλά και τους ανώνυμους και επώνυμους συμπολίτες, οι οποίοι παρέθεσαν υλικό, μαρτυρίες και άλλες πολλές χρήσιμες πληροφορίες στους συγγραφείς και ιστορικούς που ασχοληθήκαν με το μεγάλο δημιουργό.

Επίσης, ο Τσιτσάνης τιμάται με τις εκδηλώσεις που γίνονται στη μνήμη του σε όλο το νομό και τον ετήσιο πανελλήνιο διαγωνισμό λαϊκού τραγουδιού «Τσιτσάνεια».

Ο Δήμος Τρικκαίων τιμά ακόμη το έργο του, με τις εκδόσεις βιβλίων που χρηματοδότησε μέσω του πολιτιστικού οργανισμού, των πολλών αφιερωμάτων, τη δισκογραφία και την εν γένει παρουσία της λαϊκής ορχήστρας «Βασίλης Τσιτσάνης» που χρηματοδοτείται από το Μουσείο Τσιτσάνη.

«Κορωνίδα», ωστόσο, όλων των ενεργειών αναγνώρισης του έργου του Βασίλη Τσιτσάνη από τη γενέθλια γη είναι η ίδρυση του Μουσείου Τσιτσάνη, όπως λέει χαρακτηριστικά ο κ. Καραγιώργος.

Δείτε επίσης