Η λειψυδρία απειλεί την ειρήνη

Ο κίνδυνος να πυροδοτήσει πολέμους η ολοένα αυξανόμενη λειψυδρία είναι ενδεχόμενο, το οποίο εδώ και καιρό μελετάται από ειδικούς αναλυτές και υπηρεσίες ασφαλείας. Δεν είναι τυχαίο που το Γραφείο του Διευθυντή Εθνικών Πληροφοριών στις ΗΠΑ επιλέγει τη φετινή Παγκόσμια Ημέρα Νερού για να δημοσιοποιήσει έκθεση, σύμφωνα με την οποία ο ανταγωνισμός για ολοένα πιο σπάνια αποθέματα νερού θα προκαλέσει, την επόμενη δεκαετία, αστάθεια σε περιοχές σημαντικές για την εθνική ασφάλεια των ΗΠΑ, όπως η νότια Ασία και η Μέση Ανατολή.

Η έκθεση, που παραγγέλθηκε από το αμερικανικό υπουργείο Εξωτερικών και αντίγραφο της οποίας εξασφάλισε το Bloomberg, αναδεικνύει μια εντεινόμενη έμφαση που δίνουν οι αμερικανικές υπηρεσίες πληροφοριών στον ενδεχόμενο αντίκτυπο περιβαλλοντικών ζητημάτων, όπως η λειψυδρία, οι φυσικές καταστροφές και η αλλαγή του κλίματος, στα θέματα ασφάλειας των ΗΠΑ.

Δεν αναμένεται, ωστόσο, να ξεσπάσει πόλεμος, μέσα στην επόμενη δεκαετία, καθώς οι χώρες θα χρησιμοποιούν το νερό ως διαπραγματευτικό χαρτί στις μεταξύ τους σχέσεις. Αμερικανός αξιωματούχος, που θέλησε να διατηρήσει την ανωνυμία του, δήλωσε στο Bloomberg ότι καθώς θα οξύνεται το πρόβλημα της λειψυδρίας, «το νερό, σε λεκάνες, που είναι κοινές σε περισσότερες της μιας χώρες, θα χρησιμοποιείται όλο και περισσότερο ως μοχλός πίεσης. Και η χρήση του νερού ως όπλο ή για την επέκταση των τρομοκρατικών στόχων θα είναι πιο συχνή, μέσα στα επόμενα δέκα χρόνια».

«Πολλές χώρες, που είναι σημαντικές για τις ΗΠΑ, θα βιώσουν προβλήματα νερού, λειψυδρία, κακή ποιότητα ή πλημμύρες, τα οποία θα γεννούν κίνδυνο αστάθειας. Η βόρεια Αφρική, η Μέση Ανατολή και η νότια Ασία θα έλθουν αντιμέτωπες με μεγάλες προκλήσεις στην προσπάθεια να διαχειριστούν προβλήματα νερού», σημειώνεται στην έκθεση.

Σύμφωνα με αυτήν, η αύξηση του πληθυσμού, σε συνδυασμό με την οικονομική ανάπτυξη και την κλιματική αλλαγή, οδηγούν σε λιγότερο άφθονο νερό παγκοσμίως. Ταυτόχρονα, οι παγκόσμιες ανάγκες για νερό θα είναι, το 2030, 40% πάνω από τα σημερινά επίπεδα βιώσιμης παροχής νερού, όπως προκύπτει από την έκθεση του 2030 Water Resources Group, που επιχορηγείται από την Παγκόσμια Τράπεζα.

Στην έκθεση του Γραφείου του Διευθυντή Εθνικών Πληροφοριών στις ΗΠΑ υπογραμμίζεται ότι, από μόνα τους, τα φαινόμενα λειψυδρίας, η κακή ποιότητα νερού και οι πλημμύρες δεν είναι πιθανόν να καταλήξουν σε αποτυχημένη κρατική λειτουργία. Επισημαίνεται, ωστόσο, ότι «τα προβλήματα νερού, όταν συνδυαστούν με φτώχεια, κοινωνικές εντάσεις, υποβάθμιση του περιβάλλοντος, αναποτελεσματική πολιτική ηγεσία και αδύναμους πολιτικούς θεσμούς, συμβάλλουν σε κοινωνικές αναταραχές που μπορεί να οδηγήσουν σε αποτυχημένη κρατική λειτουργία».

Επιπλέον, όπως σημειώνεται, «ορισμένα κράτη δέχονται επιπρόσθετες πιέσεις, λόγω της σημαντικής εξάρτησης από νερά ποταμών, τα οποία ελέγχονται από χώρες που βρίσκονται σε υψηλότερη γεωγραφική θέση ως προς τη διαδρομή των εν λόγω ποταμών και με τις οποίες υπάρχουν ανεπίλυτα ζητήματα κατανομής των υδάτων».

Εξετάζονται, στην έκθεση, επτά λεκάνες ποταμών, στις οποίες ενδεχομένως, διακυβεύονται ζητήματα ασφάλειας των ΗΠΑ, με αξιολογήσεις της ικανότητας διαχείρισης των προβλημάτων ανά περίπτωση. Ας σημειωθεί ότι οι συντάκτες της έκθεσης ορίζουν την ικανότητα διαχείρισης ως την ικανότητα των εθνών, συμφωνιών και οργανισμών σε μια περιοχή να διαχειρίζονται τις πολιτικές εντάσεις για το νερό. Η ικανότητα διαχείρισης στον Άμου Ντάρια, στην Κεντρική Ασία και το Αφγανιστάν και στον Μπραχμαπούτρα, που διασχίζοντας την Ινδία καταλήγει στο Μπανγκλαντές, αξιολογείται ως «ανεπαρκής». Αντιθέτως, «περιορισμένη» είναι η ικανότητα διαχείρισης στον ποταμό Μεκόνγκ, στη νοτιοανατολική Ασία, στον Τίγρη και τον Ευφράτη στην Τουρκία, τη Συρία, το Ιράκ και το Ιράν και τέλος, στη λεκάνη του Νείλου, στη βόρεια Αφρική. «Μέτρια», κρίνεται η ικανότητα διαχείρισης στον Ινδό ποταμό, στη νότια Ασία και στον ποταμό Ιορδάνη, στη Μέση Ανατολή.

Η βελτίωση της χρήσης νερού θα είναι αναγκαία για τη μείωση της πιέσεων στην παροχή και των διεθνών εντάσεων, με τα μεγαλύτερα, δυνητικά οφέλη να προέρχονται από βελτιωμένες αγροκτηνοτροφικές πρακτικές, υπογραμμίζουν οι συντάκτες της έκθεσης.

Δείτε επίσης