Περιπλάνηση στον κόσμο των αστέγων της Αθήνας

Η Αθήνα αποτελεί ίσως το μεγαλύτερο θύμα της ελληνικής κρίσης. Όσοι ζουν στην πόλη, γίνονται καθημερινά μάρτυρες της κατάρρευσής της: το ιστορικό κέντρο τείνει να μετατραπεί σε αβίωτη έρημο, τα μαγαζιά βάζουν λουκέτο το ένα μετά το άλλο, σπουδαία νεοκλασικά κτίρια παραδόθηκαν πρόσφατα στις φλόγες, ενώ η μελαγχολία είναι διάχυτη στο πρόσωπο των ανθρώπων, που κυκλοφορούν μουδιασμένοι στους δρόμους. Στους ανθρώπους της πόλης αποτυπώνεται και ο πυρήνας του δράματος: οι άστεγοι πολλαπλασιάζονται, καταφεύγοντας όπου βρουν (σε στοές, σε πλατείες, αλλά και εν μέση οδώ), χωρίς να μπορούν να εξασφαλίσουν το ημερήσιο φαγητό τους και δίχως την παραμικρή προοπτική για το αύριο.

Το βιβλίο του Χρήστου Χρυσόπουλου “Φακός στο στόμα” (εκδόσεις Πόλις, σελ. 128) είναι, όπως δηλώνεται στον υπότιτλό του, “ένα χρονικό για την Αθήνα”, αλλά και μια περιπλάνηση στον ζοφερό κόσμο των αστέγων. Αποφεύγοντας την οποιαδήποτε συναισθηματική εμπλοκή με τους αστέγους τους οποίους συναντά κατά τη διάρκεια των ατέλειωτων περιηγήσεών του στην Αθήνα, ο συγγραφέας προσπαθεί να αποδώσει χωρίς φτιασίδια την πραγματικότητα που βιώνουν. Στην οπτική του δεν χωρούν ο θυμός και η καταγγελία, ούτε έχει θέση ο οποιοσδήποτε ακτιβισμός. Εκείνο που προσπαθεί ο Χρυσόπουλος είναι να καταλάβει πώς φτάνει κανείς στην κατάσταση του αστέγου και με ποιον τρόπο κατορθώνει να επιζήσει.

Το εκτενέστερο μέρος του βιβλίου του Χρυσόπουλου, που είναι κάτι ανάμεσα σε ημερολογιακή αφήγηση και προσωπική μαρτυρία, καλύπτεται από τη συμπόρευσή του στην Αθήνα με έναν 53χρονο άστεγο, ο οποίος του αποκαλύπτει (επίσης χωρίς συναισθηματικές εκρήξεις) την καθημερινή πάλη με τον κίνδυνο του αφανισμού. Άρρωστος, πεινασμένος, με βρώμικα ρούχα και άπλυτο σώμα, ο άστεγος του Χρυσόπουλου είναι μια φιγούρα που παγώνει τον αναγνώστη: μια φιγούρα που απορροφά στη σκοτεινιά της ολόκληρη την πόλη, στέλνοντας με τη βουβή απόγνωση και την τσακισμένη απαντοχή της ένα εξαιρετικά δυσοίωνο μήνυμα, το οποίο δεν είναι άλλο από το ότι η Αθήνα μπορεί να καταβροχθίσει τα παιδιά της.

Ο Χρυσόπουλος εναλλάσσει τις συνομιλίες του με τον μεσόκοπο άστεγο με δοκιμιακού τύπου παρατηρήσεις για τις μεταβολές που υφίσταται το αστικό τοπίο, όπως και με ειδήσεις (αντλημένες από το διαδίκτυο και τις εφημερίδες) για τη μοίρα άλλων αστέγων, οι οποίοι κατέληξαν αιφνιδιαστικά (ανίκανοι να κάνουν το οτιδήποτε για να αποφύγουν το μοιραίο) στον θάνατο. Το κείμενο συνοδεύουν φωτογραφίες τραβηγμένες με τη φωτογραφική μηχανή του συγγραφέα, ο οποίος αναρωτιέται συνεχώς για τη δυνατότητα της λογοτεχνίας να μιλήσει για τον περίγυρο του εξανδραποδισμού και της εξαθλίωσης.

Η πόλη, λέει ο Χρυσόπουλος, είναι μια εικόνα που αλλάζει αδιάκοπα: μια οντότητα που διαφεύγει ευθύς εξαρχής από το μάτι του παρατηρητή και γίνεται εντελώς απρόβλεπτη στις σημερινές κοινωνικές συνθήκες. Ο συγγραφέας δεν χρησιμοποιεί ποτέ τη λέξη “κρίση”, αλλά ολόκληρο το βιβλίο του είναι προσανατολισμένο σ’ αυτήν. Κι εκείνο που αναδεικνύεται εν προκειμένω δεν είναι μόνο η οικονομική κρίση των δύο τελευταίων ετών, αλλά η κρίση μιας πόλης και μιας κοινωνίας που έχουν χάσει από καιρό την ταυτότητά τους, χωρίς να είναι σε θέση να κοιτάξουν (ακόμα λιγότερο να επινοήσουν) το μέλλον τους.

Share on FacebookShare on Google+Tweet about this on TwitterShare on LinkedIn

Δείτε επίσης