Ελληνικός Σύλλογος Νυρεμβέργης: Ο Βαυαρικός Φιλελληνισμός

Η Ημέρα Φιλελληνισμού και Διεθνούς Αλληλεγγύης, που γιορτάζεται σήμερα στη χώρα μας, είναι η κατάλληλη αφορμή να θυμηθούμε τις πράξεις αλληλεγγύης της πόλης της Νυρεμβέργης, αλλά και των Βαυαρών φιλελλήνων, γενικότερα, προς τον Ελληνικό Απελευθερωτικό Αγώνα ενάντια στους Οθωμανούς.

Το 1822 συγκροτήθηκε στην πόλη αυτή μια Ένωση Πολιτών για την υποστήριξη των αγωνιστών της Ελληνικής Επανάστασης. Μετά το 1826, η Ένωση πήρε τη μορφή ενός κανονικού συλλόγου, που λειτούργησε μέχρι τα τέλη του 1831, με την ονομασία Ελληνικός Σύλλογος Νυρεμβέργης (Griechenverein).

Σύμφωνα με στοιχεία που διέθεσε στο ΑΜΠΕ ο πρόεδρος του Ελληνο-Γερμανικού Συλλόγου «Φίλος», της Νυρεμβέργης Σωτήρης Ξώγνος, τις δραστηριότητες του Φιλελληνικού αυτού Συλλόγου έφερε στο προσκήνιο μία έρευνα του επίκουρου καθηγητή της ιστορίας του Πανεπιστημίου του Bayreuth, Dr. Ernst Friedrich Schultheiß, μέλους και σήμερα του βαυαρικού κοινοβουλίου με τη Χριστιανοκοινωνική Ένωση (CSU).

«Ο αγαπητός Dr. Ernst Friedrich Schultheiß, έχει κάνει πάρα πολλές έρευνες με θέματα που αφορούν την Νυρεμβέργη και τον Ελληνισμό. Θα πρέπει κάποτε η πατρίδα μας να εγγράψει και αυτούς τους συλλόγους των αφανών εθελοντών στη χορεία των Φιλελλήνων, καθώς οι Νυρεμβεργέζοι έδειξαν θάρρος, παρρησία και ευελιξία, με τη συμμετοχή και τη δράση τους σ’ αυτό το σύλλογο, ιδιαίτερα όταν στα πρώτα τέσσερα χρόνια λειτουργούσε σε καθεστώς ημιπαρανομίας» σημειώνει ο κ. Ξώγνος.

Ο φιλελληνισμός στη Βαυαρία

Για να συλλάβουμε το μέγεθος της προσφοράς των φιλελλήνων της εποχής εκείνης, ο Dr. Schultheiß επισημαίνει τις συνθήκες που επικρατούσαν στο Μόναχο, στο κέντρο της Βαυαρίας, που από τον Ναπολέοντα αναγορεύτηκε το 1806 σε ανεξάρτητο βασίλειο, στο οποίο προσαρτίστηκε την ίδια χρονιά, και η Νυρεμβέργη, όπως και όλη η Φρανκονία, χάνοντας έτσι όλη η περιοχή την αυτονομία της. Το 1815 ιδρύθηκε ο λεγόμενος γερμανικός σύνδεσμος, μια χαλαρή Ένωση από 39 ανεξάρτητα κυρίαρχα κράτη (35 Πριγκιπάτα και 4 Βασίλεια).

«Η Γερμανική Χάρτα του 1815 δεν ήταν τίποτε άλλο παρά ένα ψευτο-αντιστάθμισμα, καθώς ρύθμιζε στην ουσία μόνο τις σχέσεις των ανεξαρτήτων κρατιδίων μεταξύ τους» επισημαίνει ο Γερμανός καθηγητής.

«Τη χρονιά εκείνη (1815) ιδρύθηκε και η Ιερά Συμμαχία, μία ένωση των Ευρωπαίων Χριστιανών Μοναρχών, που βασίστηκε στην καταπολέμηση των ιδεών του πατριωτισμού και της λαϊκής κυριαρχίας. ‘Ψυχή’ της αντίδρασης κατά της λαϊκής θέλησης, πανευρωπαϊκά, ήταν ο Καγκελάριος της Αυστρίας, πρίγκιπας Metternich» συμπληρώνει.

Στο φόντο αυτό, η είδηση της εξέγερσης στην Ελλάδα έπεσε ως κεραυνός εν αιθρία, με δεδομένη την ανθρώπινη απελπισία, ιδιαίτερα του γερμανικού λαού, με τις ανεκπλήρωτες εθνικές και συνταγματικές του επιθυμίες. Στα Βαλκάνια συνέβη αυτό που μετά τις επιταγές του 1815 δεν προβλεπόταν και φυσικά δεν επιτρεπόταν να συμβεί: «Ένας σκλαβωμένος λαός σήκωσε κεφάλι για να προστατέψει την ύπαρξή του και την εθνική του ταυτότητα, με την δημιουργία ενός Κράτους και αυτό με δικές του δυνάμεις. Ξαναγεννιόταν για τους εστεμμένους οι κίνδυνοι και οι φόβοι, που πριν από λίγο καιρό είχαν εξοβελιστεί από την εξάπλωση ή αναγέννηση μιας νέας φιλόδοξης, ανερχόμενης δύναμης. Η Ελληνική Επανάσταση σκόρπισε, πανευρωπαϊκά, ενθουσιασμό στους πολίτες».

«Ο ενθουσιασμός αυτός, που ονομάστηκε Φιλελληνισμός, βρήκε τεράστια απήχηση στην γερμανική κοινή γνώμη. Αφού δεν μπορούσαν οι Γερμανοί πολίτες να έχουν μια χώρα με εθνικά σύνορα και σύνταγμα, θα χαιρόταν αφάνταστα για την νίκη αυτών των αρχών και ιδεών εκ μέρους των επαναστατημένων Ελλήνων. Αυτός ήταν, ίσως, ο κύριος λόγος που προσπαθούσαν να βοηθήσουν όπως μπορούσαν. Γι’ αυτούς, η Ελληνική Επανάσταση ήταν νίκη αυτών των αρχών και ιδεών» επισημαίνει ο Dr. Schultheiß.

Η Εθνική Συνέλευση της Επιδαύρου στις 27.01.1822 και η διακήρυξη της Εθνικής Ανεξαρτησίας και Λαϊκής Κυριαρχίας, αναπτέρωσε το θάρρος στις καρδιές όλων των πολιτών της Ευρώπης, που προσέβλεπαν στην αναγέννηση των δημοκρατικών θεσμών στις κοινωνίες τους.

Οι πολιτικές τοποθετήσεις των οπαδών της Ελληνικής Επανάστασης δεν μπορούσαν να προπαγανδιστούν και να διαδοθούν ανοικτά, εξαιτίας της λογοκρισίας και των συνθηκών παρακολούθησης και απαγόρευσης. Έτσι, η επιχειρηματολογία επικεντρώθηκε στο σύνθημα: «βοηθήστε τους χριστιανούς αδελφούς μας που δυστυχούν κάτω από ένα βαρβαρικό καθεστώς και βρίσκονται υπό διωγμό από μη χριστιανούς». Ένα άλλο επιχείρημα, που βρήκε απήχηση στους ακαδημαϊκούς και πανεπιστημιακούς κύκλους, εστίαζε στο ότι ο Σουλτάνος δεν ήταν νόμιμος κάτοχος του θρόνου, ούτε είχε ως ηγέτης το δικαίωμα στις ζωές των Χριστιανών, και γι’ αυτό ακριβώς τον λόγο οι Έλληνες είχαν το δίκαιο με το μέρος τους στον αγώνα προς την Ελευθερία.

Η φιλελληνική προπαγάνδα άρχισε με ένα άρθρο του καθηγητή φιλοσοφίας στην Λειψία, Wilhelm Traugott Krug, το Πάσχα του 1821 (Απρίλιο του ΄21 με το Γρηγοριανό ημερολόγιο). Οι υπάρχοντες επίσημοι σύλλογοι στο Hesen-Darmastadt, Baden u. Württenberg, που πρωτοξεκίνησαν, όπως και οι προσωπικοί έρανοι σε Βαυαρία και Πρωσία, όσο αυτό ήταν επιτρεπτό, προσπαθούσαν με διάφορους πλάγιους τρόπους να βοηθήσουν τους ξεσηκωμένους με πολεμικό υλικό και εθελοντές.

«Όπως αποδείχτηκε στατιστικά, οι Γερμανοί έδωσαν σ’ αυτή την φάση, τόσο σε δυναμικό όσο και σε απόλυτους αριθμούς, τη μερίδα του λέοντος. Η πρώτη φάση, που εξελίχθηκε κάτω από μια πλημμύρα ποιητικών έργων και φιλανθρωπικών εκδηλώσεων, έγινε στα έτη 1823-1825» σημειώνει ο Dr. Schultheiß και προσθέτει: «Το δημόσιο ενδιαφέρον αναζωπυρώθηκε και με το είδωλο του ευρωπαϊκού ρομαντισμού, Λόρδο Μπάιρον, που αποχαιρετίσθηκε από τον Γκαίτε με λυπηρούς ύμνους και ελεγείες».

Η ηρωική πολιορκία του Μεσολογγίου, που «πνίγηκε» στο αίμα στις 23 Απριλίου του 1826, ξαναπυροδότησε τα συναισθήματα των Ευρωπαίων και ξανάδωσε στους φιλέλληνες καινούρια επιχειρήματα για να προπαγανδίσουν υπέρ της ελληνικής ιδέας. Έτσι, στη Γερμανία δημιουργήθηκαν, πλέον, ελεύθερα και εγκεκριμένα, με τις ευλογίες και υποστήριξη των Αυλών και κυβερνήσεων, Ελληνικά Σωματεία και Σύλλογοι. Στο Βερολίνο, για παράδειγμα, ο βασιλιάς της Πρωσίας Friedrich Wilhelm III, έδωσε σαν «ανώνυμος» 1200 Friedrichsdors, υπέγραψε όμως πρώτος στον κατάλογο των συνδρομητών των φιλελληνικών συγγραμμάτων, που εκδιδόταν εκείνη την εποχή.

Αυτή η δεύτερη φάση του φιλελληνισμού, που προωθήθηκε εκ των άνω, ήταν απολιτική, καθαρά αλτρουιστική και ανθρωπιστική. Την εποχή εκείνη, στο θρόνο της Βαυαρίας ανήλθε ένας αιώνιος οπαδός της Ελληνικής Αρχαιότητας, ο πρίγκιπας Ludwig Ι.

«Ο Φιλελληνισμός που αναπτύχθηκε επί ημερών του, πήρε μια τόσο ιδιαίτερη μορφή, που θα έπρεπε να γίνει λόγος γιά μια τρίτη περίοδο» λέει ο Dr. Schultheiß. «Αυτός ο ‘φιλέλληνας μεταξύ των εστεμμένων’, όπως ήταν γνωστός, γράφτηκε σε έναν κατάλογο εράνων και έδωσε προσωπικά 20.000 Gulden και μετά την πτώση του Μεσολογγίου άλλα 100.000 Francs. Αυτές οι πραγματικά βασιλικές προσφορές, ενώθηκαν με πάμπολλες άλλες μικρότερες και πρέπει να ξεπέρασαν συνολικά το ποσό του 1.000.000 Francs, σύμφωνα με τους μετριοπαθέστερους υπολογισμούς από τον Παριζιάνο τραπεζίτη Eynard, φανατικό φιλέλληνα που διαχειριζόταν ένα μέρος των ποσών στην Τράπεζά του» συμπληρώνει.

Ο Ludwig Ι μετέτρεψε το βασίλειο του, σύμφωνα με την επιθυμία του, στο μεγαλύτερο φιλελληνικό σύλλογο της Ευρώπης. Στο Μόναχο επετράπη υπό τη διεύθυνση του καθηγητή Thiersch και του βασιλικού αρχιτέκτονα Leo von Klenze η δημιουργία ενός κεντρικού οργάνου για τον συντονισμό και την βοήθεια όλων των φιλελληνικών συλλόγων, που τότε ονομάζονταν Griechenverein. Αυτός ο Φιλελληνισμός εκ των άνω έζησε το 1829 μια αλλαγή, όταν το σχέδιο υποψηφιότητας του δεύτερου γιού του Λουδοβίκου, πρίγκιπα Όττο (Όθωνα) έλαβε «σάρκα και οστά», υπό τις ευλογίες των μεγάλων δυνάμεων Μεγάλης Βρετανίας, Γαλλίας και Ρωσίας, για το προστατευόμενο βασίλειο της Ελλάδας.

Ύστερα από αυτό, τα ποσά των εράνων δεν στέλνονταν στην Ελλάδα, αλλά διατίθεντο από τη Βαυαρία για υποτροφίες Ελλήνων φοιτητών, μαθητών και δοκίμων. Γερμανικά γυμνάσια, πανεπιστήμια και σχολές Ευελπίδων, φιλοξένησαν Έλληνες υποτρόφους.

Ο Φιλελληνικός Σύλλογος Νυρεμβέργης

Σε αυτό το γερμανικό και ειδικότερα βαυαρικό υπόβαθρο, ο Dr. Ernst Friedrich Schultheiß παρατηρεί την ανάπτυξη και λειτουργία του Φιλελληνικού Συλλόγου Νυρεμβέργης, ανατρέχοντας στις 60 σελίδες ενός φακέλου από το Δημοτικό Αρχείο της πόλης, με επιστολές και αποδείξεις, καθώς και καταλόγους εράνων από το 1826 μέχρι το 1831. Από τα στοιχεία αυτά φαίνεται η ιδιαιτερότητα του Συλλόγου Ελλήνων της Νυρεμβέργης, που ήταν και ο μακροβιότερος σύλλογος στην Βαυαρία, αλλά και σε ολόκληρο το γερμανόφωνο χώρο.

«Ψυχή» και κινητήρια δύναμη του εγχειρήματος ήταν ο Johann Christian Biberbach, ο οποίος διετέλεσε και πρόεδρος της εταιρίας για την προώθηση της εγχώριας βιομηχανίας. Σε αυτή την εταιρεία περιήλθαν, από την ίδρυση της το 1792, οι πιο προοδευτικοί πολίτες της Νυρεμβέργης.

Η πρώτη προσωπική εξωτερίκευση του Biberbach βρίσκεται σε επιστολή του προς τον Melchior Hirzel, «ψυχή» και γραμματέα του Ελληνικού Συλλόγου Ζυρίχης, στις 31.12.1822, όπου και ανακοινώνει το έμβασμα των 1.122 Gulden, ποσό που συγκεντρώθηκε από έρανο που οργάνωσε ο ίδιος με κίνητρο, όπως έγραφε, την καρδιά του για «τον καλύτερο σκοπό».

«Από την αλληλογραφία με την Ζυρίχη μαθαίνουμε ότι, ένα χρηματικό πόσο του εράνου της Νυρεμβέργης δόθηκε σε αποσταλμένο του πρωθυπουργού Μαυροκορδάτου και χρησιμοποιήθηκε δε είτε για την πληρωμή των στρατιωτικών είτε για αγορά όπλων» αναφέρει ο Dr. Schultheiß.

Σε μία επιστολή του 1824 επισημαίνεται ότι θα έπρεπε να συνεισφέρουν χρήματα από τον έρανο της Νυρεμβέργης για ένα ιδιαίτερο σκοπό-την υποστήριξη ενός γιατρού, ελβετικής καταγωγής, στο Μεσολόγγι, ο οποίος εγκαταστάθηκε με δική του θέληση και κατασκεύασε εκεί ένα νοσοκομείο. Σ’ αυτόν εστάλη μια συλλογή των Ελλήνων κλασσικών για την ανόρθωση των εκεί ευρισκόμενων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων και μιας δημόσιας βιβλιοθήκης. Η φροντίδα για την αγορά των βιβλίων έγινε στην Γερμανία. Ο Ελβετός δεν ήταν άλλος από τον Johann Jacob Meyer, γιατρό-δημοσιογράφο και εκδότη των «Ελληνικών Χρονικών». Αυτά τα βιβλία αποτέλεσαν και την πρώτη «μαγιά» για την «Ελληνική Εθνική Βιβλιοθήκη».

Αξίζει να αναφερθεί και ο έρανος που έγινε ειδικά για τον υπασπιστή του Υψηλάντη, καπετάν Νικολαΐδη, στις 7 Ιουλίου του 1825 και για τη βοήθεια ενός αξιωματικού από την Βυττενμβέργη, που κατέβαινε για την υποστήριξη των μαχόμενων Ελλήνων, όπως αποδεικνύεται από τους φακέλους «Υποστήριξη για την Ελλάδα», από το 1823 έως το 1825. Μερικά από τα κυριότερα ονόματα στους καταλόγους των δωρητών προέρχονται από τις τάξεις των εμπόρων, βιομηχάνων και τραπεζιτών. Ανάμεσα τους και το όνομα του ιδρυτή της πάλαι ποτέ κραταιάς βιομηχανίας μολυβιών «Faber».

Το 1826, από το Μόναχο επιτρέπεται πλέον η ίδρυση κανονικών φιλελληνικών συλλόγων. Ανάμεσα στα 26 ιδρυτικά μελή του ελληνικού συλλόγου, πρόσωπα που εκπροσωπούσαν τη νέα ελίτ των αστών, εμπόρων και πνευματικών ανθρώπων, στους οποίους χρωστάει η πόλη της Νυρεμβέργης την άνοδό της, διακρίνουμε υψηλόβαθμους κληρικούς, τον τυπογράφο και βιβλιοπώλη Dr. Campe, που με τις έγχρωμες εκδόσεις έκανε γνωστό τον αγώνα των Ελλήνων στο κοινό, τον πρύτανη και διευθυντής του τότε Βασιλικού Γυμνασίου Dr. Karl Ludwig Roth κ.ά.

«Αυτά τα πρόσωπα λειτούργησαν σαν πρότυπα όσον αφορά την αυτόβουλη υποχρέωση και ετοιμότητα για την καταβολή τακτικών μηνιαίων συνδρομών ή άπαξ, ετησίως, των μελών του συλλόγου. Οι εισφορές ανήκαν σε όλα τα κοινωνικά στρώματα-από τους ευγενείς μέχρι και τις απλές πλύστρες» αναφέρει ο Dr. Schultheiß.

Υπολογίζοντας τις εισφορές που εισέρρευσαν στον Ελληνικό Σύλλογο της Νυρεμβέργης, από το 1822 έως το 1830, το σύνολό τους αγγίζει τις 4000 Gulden ή 9200 χρυσά γαλλικά φράγκα, ποσό καθόλου ευκαταφρόνητο για την εποχή εκείνη, αν αναλογιστούμε ότι το ανώτατο μεροκάματο ενός εξειδικευμένου εργάτη στα χυτήρια Crammer-Klett ήταν 1 Gulden, ενώ ο ετήσιος μισθός ενός κάλφα δεν ξεπερνούσε τις 100 Gulden.

Μεταξύ αυτών που έδωσαν μεγάλες εισφορές, το 1826, ήταν και ο έμπορος Georg Marco. Πρόκειται για τον σύντροφο του Ρήγα Φεραίου, ευπατρίδη Γεώργιο Μαρκίδη Πούλιο από την Σιάτιστα, εκδότη της 1ης ελληνικής εφημερίδας «Εφημερίς εν Βιέννη», τον εκτυπωτή του «Θούριου» και της «Χάρτας της Ελλάδας».

«Είμαστε λοιπόν της γνώμης ότι οι τελευταίες αναλαμπές του Φιλελληνικού Συλλόγου Νυρεμβέργης, που κάποια στιγμή ανέστειλε την δράση του και έσβησε, μας στέλνουν ένα μήνυμα πάνω και πέρα από τον χρόνο: άξιζε και αξίζει τον κόπο να βοηθούμε τους Έλληνες, θα πρέπει δε να υποστηρίξουμε και να προωθήσουμε στην Γερμανία με κάθε τρόπο τη ζωή και τη δράση των Ελλήνων» καταλήγει ο Dr. Schultheiß.

Δείτε επίσης