Το όζον σε υψηλά επίπεδα στη Θεσσαλονίκη

Υψηλές και μάλλον ασυνήθιστες συγκεντρώσεις όζοντος καταγράφουν τον φετινό Μάιο οι σταθμοί μέτρησης της Περιφερειακής Ενότητας Θεσσαλονίκης, οδηγώντας τους αρμόδιους σε σχέδια περί λήψης έκτακτων μέτρων στο πολεοδομικό συγκρότημα.

Η Διεύθυνση Περιβάλλοντος και Χωρικού Σχεδιασμού της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας έφτασε έως τον προθάλαμο της εφαρμογής των μέτρων βλέποντας τις τιμές του όζοντος να ξεπερνούν το όριο ενημέρωσης του κοινού που είναι τα 180 μικρογραμμάρια ανά κυβικό μέτρο αέρα, απευθύνοντας παράλληλα συστάσεις να αποφεύγονται οι άσκοπες μετακινήσεις των ευαίσθητων ομάδων του πληθυσμού (ηλικιωμένοι, άτομα με αναπνευστικές και καρδιαγγειακές παθήσεις, μικρά παιδιά).

Το επεισόδιο ατμοσφαιρικής ρύπανσης με τις υψηλές τιμές όζοντος, αν και εξακολούθησε για ορισμένες ημέρες στις αρχές Μαΐου, δεν είχε συνέχεια, όπως συνέβη τον περασμένο Νοέμβριο, όταν οι αρμόδιοι έπειτα από αλλεπάλληλες υπερβάσεις των ορίων και για αρκετές ημέρες προχώρησαν στη λήψη μέτρων ήπιας μορφής. «Οι συγκεντρώσεις όζοντος τον Μάιο και οι συνεχείς υπερβάσεις των ορίων συγκέντρωσης αιωρούμενων σωματιδίων το φθινόπωρο δείχνουν ότι η ρύπανση της ατμόσφαιρας είναι εδώ και μάλλον χρειάζεται μια διαφορετική αντιμετώπιση και λήψη μέτρων. Η εικόνα είναι ακόμη ένα καμπανάκι που κάποιοι πρέπει να λάβουν σήμερα υπ’ όψιν τους», σχολιάζουν σε εργασία τους τα μέλη της επιστημονικής ομάδας που συγκρότησε πριν από λίγο καιρό το ΤΕΕ/Τμήμα Κεντρικής Μακεδονίας και ασχολήθηκε με τα προβλήματα των ρύπων στην ατμόσφαιρα της Θεσσαλονίκης. Οι υψηλές τιμές όζοντος που παρατηρήθηκαν αρχές του μήνα αποδόθηκαν στη μεγάλη ηλιοφάνεια και στις υψηλές θερμοκρασίες που επικράτησαν. Οι ειδικοί επισημαίνουν ότι το όζον δεν είναι πρωτογενής ρύπος, αλλά δημιουργείται από άλλους. Η Περιφέρεια ανακοίνωσε ότι οι υψηλότερες τιμές που καταγράφηκαν ήταν 194 μικρογραμμάρια στον σταθμό μέτρησης του Ελευθερίου-Κορδελιού και 203 στον σταθμό μέτρησης της Αγίας Σοφίας. Οι τιμές αυτές, ωστόσο, δημιούργησαν έναν προβληματισμό στους αρμόδιους του Δήμου Θεσσαλονίκης που μετρούν τους ίδιους ρύπους στους δικούς του σταθμούς.

Οι μετρήσεις στους σταθμούς στην οδό Βενιζέλου και στο Επταπύργιο δεν συμφωνούν με αυτές της Περιφέρειας, αφού κατέγραψαν 50 και 70 μικρογραμμάρια αντίστοιχα την ίδια χρονική περίοδο.
«Είναι υψηλές τιμές για το κέντρο της Θεσσαλονίκης» σχολίασε μιλώντας στην «Κ» ο προϊστάμενος του τμήματος Περιβάλλοντος κ. Μάξιμος Πετρακάκης. Το όζον εξουδετερώνεται στο κέντρο από άλλους ρύπους και ενώσεις, π.χ. τα οξείδια του αζώτου που εκπέμπονται από τα οχήματα και γι’ αυτό συνήθως το βρίσκουμε σε υψηλές συγκεντρώσεις στις παρυφές της πόλης, κοντά στο δάσος του Σέιχ-Σου, στο Επταπύργιο, στο Πανόραμα, στην Τούμπα κ.α. Είναι παράδοξο να εμφανίζονται τόσο υψηλές τιμές στο κέντρο Μάιο μήνα…».
Το όζον θεωρείται ένας ρύπος των προαστίων, μάλιστα στη βιβλιογραφία καταγράφεται ως «ρύπος των καθαρών προαστίων». Μεταφέρεται από το κέντρο προς τα προάστια, όπου λόγω του καθαρού περιβάλλοντος δεν συναντά άλλες χημικές ενώσεις που θα το εξουδετερώσουν.

Ανίχνευση μέσω φυτών

«Η ανίχνευση υψηλών συγκεντρώσεων είναι εύκολη και χωρίς μετρητές, αν παρατηρήσει κανείς τη συμπεριφορά φυτών όπως ο καπνός, η άμπελος και η πατάτα που είναι ευπαθή στην παρουσία του. Τα φύλλα αυτών των φυτών εμφανίζουν χαρακτηριστικές κηλίδες λόγω αδυναμίας να αναπτυχθούν κι ως δείκτες θα μπορούσαν να φυτεύονται σε παρτέρια και πάρκα» επισημαίνει ο κ. Πετρακάκης.
Οζον τους θερινούς μήνες και αιωρούμενα σωματίδια (PM-10) τον Νοέμβριο για τη Θεσσαλονίκη; «Το όζον χρειάζεται παρακολούθηση και προσοχή. Περισσότερο από τα αιωρούμενα σωματίδια, επειδή οδεύουμε σε θερμότερα καλοκαίρια με μεγαλύτερη ηλιοφάνεια λόγω κλιματικής αλλαγής. Αν και δεν είναι καινούριος ρύπος, είναι ένας ρύπος του μέλλοντος και μαζί με το βενζόλιο είναι στην κορυφή της λίστας των ρύπων, ένας ρύπος του ευρωπαϊκού Νότου και της Μεσογείου» τονίζει ο προϊστάμενος του Δήμου Θεσσαλονίκης.
Οσον αφορά τα PM-10 «επί του παρόντος εξακολουθεί να είναι το σημαντικότερο περιβαλλοντικό πρόβλημα της Θεσσαλονίκης. Πιθανόν να μειωθούν, όπως είδαμε να μειώνεται το διοξείδιο του θείου με τα νέας τεχνολογίας αυτοκίνητα. Θα βρεθεί τρόπος. Το 2010 μετά τη χρήση του φυσικού αερίου στην πόλη μειώθηκε, αλλά αυξήθηκε πάλι το 2011 πιθανόν λόγω της χρήσης καυσόξυλων στα τζάκια, αλλά και των μεγαλυτέρων αναγκών θέρμανσης τον χειμώνα που πέρασε», κατέληξε ο κ. Πετρακάκης.

Δύο άνεμοι, τα καλύτερα «απορρυπαντικά» της πόλης

Η βροχή συνοδευόμενη από ένα ελαφρύ αεράκι είναι το καλύτερο «απορρυπαντικό» για την ατμόσφαιρα της Θεσσαλονίκης. «Γι’ αυτό, μετά από βροχή και αέρα μπορεί κανείς να δει βαθιά μέσα στον Θερμαϊκό, τα Πιέρια και τον Ολυμπο από την πλατεία Αριστοτέλους» επισημαίνουν οι ειδικοί.

Κι ο Βαρδάρης; Είναι ένας μύθος που «καθαρίζει» μόνο στα τραγούδια του Παπάζογλου και του Βίρβου; «Οχι» απαντάει ο κ. Μάξιμος Πετρακάκης του Τμήματος Περιβάλλοντος του Δήμου Θεσσαλονίκης. «Ο Βαρδάρης είναι ο δυνατός άνεμος της Θεσσαλονίκης, αλλά δεν είναι ο πιο συχνός. Οι υπολογισμοί που έχουν γίνει τα τελευταία χρόνια τον θέλουν να φυσάει συνολικά περί τις 30 ημέρες τον χρόνο» προσθέτει.

Ωστόσο, κατά την περίοδο που αυτός επισκέπτεται την πόλη, φουνταριστός από τα στενά του Αξιού είναι και η περίοδος (Νοέμβριος – Ιανουάριος) που σημειώνονται τα περισσότερα επεισόδια υπέρβασης των αιωρούμενων επεισοδίων. Συνεπώς το «φύσηξε ο Βαρδάρης και καθάρισε» ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και ίσως χρειαζόταν να φυσάει περισσότερο.

Επιστήμονες του ΑΠΘ έχουν παρατηρήσει μείωση των ημερών συχνότητας του Βαρδάρη από 50 – 60 το 2003 σε 20 ημέρες από το 2007 και έπειτα, αλλά εικάζουν ότι πρόκειται για φαινόμενο μάλλον παροδικό που δεν σχετίζεται με την κλιματική αλλαγή. Οι επιστήμονες του τμήματος Φυσικής του ΑΠΘ επισημαίνουν ότι η μείωση των ημερών που φυσάει ο Βαρδάρης είναι ένα «μυστήριο» που χρήζει μελέτης και διερεύνησης.

Μερικές φορές, πάντως, ο Βαρδάρης το παρακάνει. Κατά τη διάρκεια ενός φθινοπώρου πριν από το 2000 οι υπηρεσίες του δήμου είχαν μετρήσει περισσότερες από 1.000 λεύκες στο έδαφος ή πάνω σε αυτοκίνητα, γεγονός που έκανε τους αρμόδιους να στραφούν σε είδη που να αντέχουν στις ριπές του και να συμβάλλουν στη συγκράτηση ρύπων.

Ο άνεμος πάντως που καθαρίζει συχνότερα την ατμόσφαιρα της Θεσσαλονίκης και κυρίως αυτή του κέντρου είναι η μπουκαδούρα, ένας ασθενής νοτιάς που πνέει από την πλευρά του Θερμαϊκού και είναι πολύ συχνός τους καλοκαιρινούς μήνες. Η Θεσσαλονίκη, σε αντίθεση με το Αιγαίο και την Αττική, λόγω του σημείου που είναι χτισμένη, δεν επηρεάζεται από τα μελτέμια του καλοκαιριού.

Share on FacebookShare on Google+Tweet about this on TwitterShare on LinkedIn

Δείτε επίσης