Δημοσθένης Κούρτοβικ: «Λαχανόρυζο του Σταυρού»

«Λαχανόρυζο του Σταυρού» λέγεται η συλλογή διηγημάτων του Δημοσθένη Κούρτοβικ που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Εστία. Δεκαέξι πεζογραφικά κείμενα ποικίλης θεματικότητας: Από την οσφρητική πανδαισία των παιδικών χρόνων και τα ταξίδια της νεότητας πέρα από σύνορα , μέχρι τις δοκιμιακές παρατηρήσεις για τόπους, αξίες, χώρους και πρόσωπα. Είναι ιστορίες της γειτονιάς και του κόσμου. Της οικογένειας και των ιδεών. Του δρόμου και του οίκου. Της φαντασίας και της φανταστικής πραγματικότητας.

Το πρώτο διήγημα με τον τίτλο «Φυσαλία η καλλιαύχην» (επιστημονική ονομασία της μέδουσας ): Ο συγγραφέας ακούει σε ένα μπαρ ενός νησιού, έναν επιστήμονα του Ινστιτούτου Ωκεανογραφικών Ερευνών να εξιστορεί στην παρέα, πίνοντας μπακάρντι, πως το περασμένο καλοκαίρι μια απρόσμενη εμφάνιση από θαλάσσιες μέδουσες – τέρατα δημιούργησε τέτοιο πανικό που εξαφάνισε τους λουόμενους, όταν έντρομοι έμαθαν για τέσσερις νεκρούς.

Βέβαια, η ερημιά από ανθρώπους, είχε ως αποτέλεσμα να επανεμφανισθούν χελώνες κατασπαράσσοντας αυτές τις ύπουλες δολοφονικές τσούχτρες. Αλλά στον ωτακουστή μείνει υποψία πως αυτός που διηγείται, κρύβει ότι τα τέρατα προήλθαν από πειράματα στο Ινστιτούτο, προκειμένου να εντοπίσουν αρχαία ναυάγια, τεκτονικά ρήγματα ή κοιτάσματα πετρελαίου.

« Ή μήπως είμαι άπιστος Θωμάς», διερωτάται υπονομευτικά ο συγγραφέας.

Το δεύτερο διήγημα επιγράφεται «Σύνορα». Όχι πια ως γελοία επινόηση της ανθρώπινης μικρόνοιας, όπως πίστευε ο συγγραφέας στη νεαρή ηλικία, αλλά ως μεταίχμιο που μας κάνει να δούμε την εικόνα αυτού που αφήνουμε πίσω μα και αυτού που βρίσκεται μπροστά μας. Διαβαίνοντας τα σύνορα στην Ευρώπη, άλλοτε διαπιστώνει ότι τα σύνορα ανταποκρίνονται σε βαθιές διαφορές και άλλοτε ότι δεν έχουν κανένα λόγο ύπαρξης. Αλλά πάντα κάτι αλλάζει:η διάθεση, η ώρα, οι στολές, ο καφές, το νόμισμα και συχνά η γλώσσα. Ακολουθούν εικόνες από ταξίδια του διηγηματογράφου τα τελευταία 40 χρόνια στα εσωτερικά σύνορα των κρατών της Γιουγκοσλαβίας, στο Ανατολικό και Δυτικό Βερολίνο, στα σύνορα Γαλλίας και Γερμανίας που κάποτε βάφτηκαν με αίμα.

Το προτελευταίο διήγημα τιτλοφορείται «Τα δικά μου Δεκεμβριανά». Είναι αποσπασματικές θύμησες από τα ανταρτοκρατούμενα Σεπόλια, όπου μεγάλωσε ανάμεσα σε χαλάσματα και Εαμικά συνθήματα στους τοίχους. Τότε που ένα… τετράγωνο άλλαζε συνεχώς χέρια, μετά από σφοδρές μάχες του Ελληνικού Απελευθερωτικού Στρατού και της Εθνοφυλακής, με τα αγγλικά αεροπλάνα να χτυπούν αλύπητα τις θέσεις των ανταρτών. Τότε που τα ξεκαθαρίσματα λογαριασμών δεν ήταν πάντα ταξικά- οι φτωχοί που εκδικούνταν την πλουτοκρατία. Και θυμάται την ιστορία με τον αριστερό σπιτονοικοκύρη τους να αποκαλύπτεται ότι κάρφωσε τον πατέρα του στους αντάρτες, όχι για λόγους ιδεολογικούς, αλλά γιατί είχαν προσωπικές προστριβές.

Το τελευταίο κείμενο λέγεται «Αναζητώντας τα χαμένα οικόπεδα». Σε μια ανοιξιάτικη περιπλάνηση στο νησί βλέπει μια διαφημιστική επιγραφή «Άδεια- Μελέται- Εκτιμήσεις- Ευρέσεις Χαμένων Οικοπέδων». Και διερωτάται: Τι γίνεται με τα οικόπεδα της ζωής του; Από πιο αρχείο να εντοπίσει τις παιδικές του αναμνήσεις; Το εξοχικό που πούλησε η οικογένεια όταν ο πατέρας βρέθηκε σε οικονομική δυσπραγία. Τη θάλασσα με τα τρεχαντήρια που έβλεπε από το δωμάτιό του και τον έκανε να πει ένα πρωί «ο κόσμος είναι απέραντος και με περιμένει». Τη λεωφόρο στρατηγού Πετρίτη, που τη δεκαετία του 40 ήταν πνιγμένη στη σκόνη. Τον πατέρα να ξεπροβάλει μέσα από ένα σύννεφο… «Ναι, έχω πολλά οικόπεδα να αναζητήσω στην Αίγινα»…

Διηγήματα μικρά, για τα μεγάλα της ύπαρξης. Διηγήματα απλά, πάνω στα σύνθετα της ζωής.

Δείτε επίσης