O χαλκός συμβάλλει στην καλύτερη αναπνοή των επιβατών στα λεωφορεία

Για τους κατοίκους της Σαγκάης τα λεωφορεία αποτελούν το βασικό τρόπο μεταφοράς τους. Ο πληθυσμός της πόλης ξοδεύει περίπου 8% του χρόνου του καθημερινά ταξιδεύοντας με λεωφορείο, ισοδυναμώντας με περίπου μιάμιση ώρα σε καθημερινή βάση. Με στόχο την προστασία της υγείας των επιβατών, στα μηχανήματα κλιματισμού των λεωφορείων προστέθηκαν χάλκινα στοιχεία, ώστε να εξουδετερώνουν ταχύτατα και ολοκληρωτικά τα βακτήρια, τους ιούς και τους μύκητες που συντηρούνται σε αντίστοιχα στοιχεία που δεν αποτελούνται από χαλκό και κυκλοφορούν μέσα στο σύστημα.

Η ποιότητα του αέρα εντός των λεωφορείων αποτελεί βασικό μέλημα, καθώς παθογόνοι οργανισμοί που βρίσκονται στον αέρα μπορούν να περάσουν στους επιβάτες, συμβάλλοντας σε ξεσπάσματα επιδημιών. Ο χαλκός και πολλά από τα κράματά του, όπως ορείχαλκος και μπρούτζος (συνολικά αναφέρονται ως αντιμικροβιακός χαλκός) έχουν αποδειχθεί ότι εξουδετερώνουν παθογόνους  οργανισμούς που προκαλούν ασθένειες μέσω της επαφής, κάτι που οδήγησε στην εγκατάστασή του σε νοσοκομεία, σχολεία και βασικούς κόμβους μέσων μεταφοράς παγκοσμίως. Κατά την παρούσα περίοδο αναπτύσσεται με τη μορφή των πολυαγγιζόμενων επιφανειών, όπως χερούλια πόρτας, κουπαστές, βρύσες και διακόπτες φώτων. Η έρευνα σχετικά με την αποτελεσματικότητα του χαλκού στη θέρμανση, στα κεντρικά συστήματα αερισμού και στα συστήματα κλιματισμού έχει ως αποτέλεσμα να υπάρχει αυξανόμενο ενδιαφέρον από το συγκεκριμένο τομέα.

Η Σαγκάη οδηγεί τις εξελίξεις με την τοποθέτηση αντιμικροβιακού χαλκού σε συστήματα θέρμανσης και ψύξης στα λεωφορεία, αντικαθιστώντας τα συνήθη στοιχεία αλουμινίου, τα οποία δεν έχουν αντιμικροβιακό αποτέλεσμα. Χάρη στις αντιμικροβιακές τους ιδιότητες τα στοιχεία χαλκού μπορούν να εξουδετερώσουν βακτήρια, μύκητες και ιούς που συχνά αναπτύσσονται στα συστήματα, καθώς η επιφάνειά του διατηρείται καθαρή για περισσότερο διάστημα, προσφέροντας μεγαλύτερη διάρκεια ζωής, συμβάλλοντας παράλληλα στην ποιότητα του αέρα.

Διερευνώντας την προοπτική αυτών των συστημάτων, το Δημοτικό Κέντρο Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων της Σαγκάης προέβη σε ελέγχους αξιολόγησης από το 2010 έως το 2012 στα λεωφορεία που λειτουργούν σε παρόμοιες συνθήκες (π.χ. χρόνο και τόπο) και είχαν εγκατεστημένο είτε χαλκό είτε αλουμίνιο σε στοιχεία και κυψέλες, έτσι ώστε να παρακολουθήσει το επίπεδο μόλυνσής τους.

Τα ευρήματα ανέφεραν ότι τα επίπεδα μικροβίων στις χάλκινες επιφάνειες ήταν σημαντικά λιγότερα από εκείνα στις επιφάνειες αλουμινίου, το οποίο συμπίπτει με μία πρόσφατα δημοσιευμένη μελέτη από τις ΗΠΑ που ερευνούσε το ίδιο θέμα σε περιβάλλον εργαστηρίου.

Ο δρ Michael Schmidt, καθηγητής και αντιπρόεδρος του μικροβιολογικού και ανοσολογικού τμήματος του Ιατρικού Πανεπιστημίου Νότιας Καρολίνας και η ομάδα του δημοσίευσαν μία μελέτη αξιολόγησης της αποτελεσματικότητας του αντιμικροβιακού χαλκού στη μείωση της μικροβιακής μόλυνσης σε συστήματα θέρμανσης, αερισμού και κλιματισμού (HVAC).

Διενέργησαν μία συγκριτική μελέτη, όπου εναλλάκτες θερμότητας, κατασκευασμένοι από αντιμικροβιακό χαλκό ή αλουμίνιο αξιολογήθηκαν για τη δυνατότητά τους να μειώσουν την ανάπτυξη μικροβίων, χρησιμοποιώντας ένα HVAC σύστημα πλήρους κλίμακας σε φυσιολογικές συνθήκες λειτουργίας.

Ανακάλυψαν ότι τα συχνά χρησιμοποιούμενα στοιχεία αλουμινίου δημιουργούν σταθερά biofilms μικροβίων και μυκήτων εντός τεσσάρων εβδομάδων λειτουργίας, ενώ οι αντιμικροβιακές ιδιότητες του χαλκού κατάφεραν να μειώσουν τα βακτήρια που σχετίζονται με τα χάλκινα στοιχεία στους εναλλάκτες θερμότητας κατά 99,99% κατά τη διάρκεια της ίδιας περιόδου.

Τα αποτελέσματα υποδεικνύουν το ρόλο του αντιμικροβιακού χαλκού στη μείωση της μόλυνσης στις επιφάνειες των εναλλακτών θερμότητας, ο οποίος δυνητικά μπορεί να βελτιώσει ως επακόλουθο την ποιότητα του αέρα και να αυξήσει την αποτελεσματικότητα των HVAC συστημάτων. Η έρευνα του SCD στις εγκαταστάσεις των λεωφορείων της Σαγκάης υποστηρίζει τα παραπάνω αποτελέσματα.

Οι κινέζικες και οι αμερικανικές μελέτες είναι επίκαιρες, μετά από πρόσφατη δημοσίευση ενός ερευνητικού άρθρου από το Ινστιτούτο Robert Koch στο Βερολίνο: «Ποσοτική αξιολόγηση του όγκου επιβατών στην Ευρώπη και οι επιπτώσεις από την ανίχνευση των επαφών των μολυσμένων επιβατών».

Αυτή αναφέρει ότι ερευνητές από το πρόγραμμα REACT3, ένα ευρωπαϊκό ερευνητικό πρόγραμμα μεταδοτικών ασθενειών, συμπέραναν ότι «οι περιβαλλοντικοί παράμετροι έχουν επίδραση στο ρίσκο μετάδοσης μιας μολυσματικής ασθένειας από τον ένα επιβάτη στον άλλο στα μέσα μαζικής μεταφοράς. Ενώ η διάρκεια έκθεσης και προσέγγισης σε άλλους επιβάτες αναγνωρίζονται ως σημαντικοί παράμετροι στην αξιολόγηση του ρίσκου μετάδοσης της ασθένειας, λίγα είναι γνωστά για την επιρροή των τεχνικών παραμέτρων όπως τα συστήματα αερισμού σε επίγεια μέσα μεταφοράς». Οι νέες αυτές μελέτες είναι το έναυσμα για να επιληφθούν της έλλειψης αυτών των στοιχείων.

Δείτε επίσης