Ενδοκαρδίτιδα: Συμπτώματα, πρόληψη και θεραπεία

Ενδοκαρδίτιδα είναι η προσβολή από μικρόβιο είτε των καρδιακών βαλβίδων είτε της έσω επιφάνειας της καρδιάς (του ενδοκαρδίου). Πρόκειται για μια σοβαρή και ενίοτε θανατηφόρα ασθένεια, η οποία μπορεί να προσβάλει άνδρες, γυναίκες και παιδιά. Πριν από την ανακάλυψη των αντιβιοτικών η ενδοκαρδίτιδα ήταν ιδιαίτερα επικίνδυνη και συχνά θανατηφόρος. Η θεραπεία γίνεται κατά κύριο λόγο με αντιβιοτικά.

Αιτίες της ενδοκαρδίτιδας

Μικρόβια από χαλασμένα δόντια ή από το ουροποιητικό ή δερματικά αποστήματα της καθημερινότητας μπορούν να προκαλέσουν ενδοκαρδίτιδα. Ένα βακτήριο, ο πρασινίζων στρεπτόκοκκος, που βρίσκεται και φυσιολογικά στο στόμα μας ευθύνεται για το 50% των περιπτώσεων της βακτηριακής (λοιμώδους) ενδοκαρδίτιδας.

Μικρόβια βρίσκονται φυσιολογικά σε διάφορα σημεία του σώματός μας, όπως το στόμα, το ανώτερο αναπνευστικό, το γαστρεντερικό και το ουροποιητικό σύστημα και το δέρμα. Τα μικρόβια μπορεί να μπουν και στην κυκλοφορία του αίματος. Αυτό ονομάζεται μικροβιαιμία. Στη συνέχεια τα μικρόβια μπορεί να εγκατασταθούν σε πάσχουσες καρδιακές βαλβίδες (στενωμένες ή με ανεπάρκεια) ή άλλους πάσχοντες καρδιακούς ιστούς και να προκαλέσουν σημαντικές βλάβες. Παροδική μικροβιαιμία είναι δυνατόν να παρατηρηθεί έπειτα από ορισμένες οδοντιατρικές και χειρουργικές επεμβάσεις. Παρά ταύτα, δεν προκαλούν όλα τα μικρόβια ενδοκαρδίτιδα, παρά μόνο κάποια από αυτά.

Άλλοι τρόποι εισόδου των μικροβίων στον οργανισμό είναι:

  • Κοινές δραστηριότητες. Καθημερινές δραστηριότητες όπως το βούρτσισμα των δοντιών ή το μάσημα τροφών μπορεί να επιτρέψουν σε βακτήρια να εισέλθουν στο αίμα -ειδικά αν τα δόντια και τα ούλα είναι σε κακή κατάσταση.
  • Λοιμώξεις ή άλλες παθολογικές καταστάσεις. Τα βακτήρια μπορεί να εξαπλωθούν από μια μολυσμένη περιοχή, π.χ. του δέρματος. Η ουλίτιδα, οι σεξουαλικά μεταδιδόμενες νόσοι ή οι φλεγμονώδεις νόσοι του εντέρου -όπως η ελκώδης κολίτιδα– μπορεί επίσης να δώσουν την ευκαιρία στα βακτήρια να εισέλθουν στο αίμα.
  • Καθετήρες ή βελόνες. Τα βακτήρια μπορεί να εισέλθουν στο σώμα μέσω ενός καθετήρα -ενός λεπτού σωλήνα που χρησιμοποιούν μερικές φορές οι γιατροί για να κάνουν ενέσεις ή να αφαιρούν υγρό από το σώμα. Μολυσμένες βελόνες και σύριγγες αποτελούν κίνδυνο για τους ανθρώπους οι οποίοι χρησιμοποιούν ενδοφλέβια ναρκωτικά.
  • Ορισμένες οδοντιατρικές μικροεπεμβάσεις ή μικροεπεμβάσεις στην αναπνευστική οδό (π.χ. εξαγωγές δοντιών, βρογχοσκόπηση).

Η συχνότητα της ενδοκαρδίτιδας εξ αιτίας του ρευματικού πυρετού που ήταν η κύρια αιτία εμφάνισής της τα τελευταία χρόνια έχει ελαττωθεί. Έχει αυξηθεί όμως η ενδοκαρδίτιδα, που συνδέεται με τις καρδιολογικές ή τις καρδιοχειρουργικές επεμβάσεις, διότι έχει αυξηθεί ο αριθμός των ασθενών που φέρουν βηματοδότη, όπως και ο αριθμός των ασθενών που υποβάλλονται σε πλαστική επιδιόρθωση ή αντικατάσταση της βαλβίδας. Επίσης στους νοσοκομειακούς αρρώστους χρησιμοποιούνται οι ενδοφλέβιοι καθετήρες με αποτέλεσμα να αυξάνονται οι ενδονοσοκομειακές ενδοκαρδίτιδες λόγω των καθετήρων.

Τα άτομα με φυσιολογικές βαλβίδες πολύ σπάνια θα προσβληθούν από ενδοκαρδίτιδα. Εκείνοι όμως με προϋπάρχουσα καρδιακή ασθένεια έχουν αυξημένο κίνδυνο να πάθουν ενδοκαρδίτιδα κατά τη διάρκεια της μικροβιαιμίας. Οι καταστάσεις που σχετίζονται με αυξημένο κίνδυνο για ενδοκαρδίτιδα περιλαμβάνουν:

  • Τις τεχνητές καρδιακές βαλβίδες.
  • Το ιστορικό προηγούμενης ενδοκαρδίτιδας.
  • Τις καρδιακές βαλβίδες που έχουν στο παρελθόν προσβληθεί από ρευματικό πυρετό.
  • Τις συγγενείς καρδιοπάθειες.
  • Την υπερτροφική μυοκαρδιοπάθεια.

Συμπτώματα ενδοκαρδίτιδας

Τα συμπτώματα ενδέχεται να ξεκινήσουν είτε με ήπιο είτε με οξύ τρόπο (υποξεία και οξεία ενδοκαρδίτιδα). Και στις δύο περιπτώσεις, υπάρχει συνεχής πυρετός (το βασικό σύμπτωμα), καθώς και γενικευμένη κόπωση και αδυναμία. Πυρετός που συνεχίζεται για μεγάλο χρονικό διάστημα και συνυπάρχει με κάποια συγγενή καρδιοπάθεια μπορεί να υποδηλώνει βακτηριακή ενδοκαρδίτιδα. Λόγω της φλεγμονής των τμημάτων της καρδιάς, ο γιατρός μπορεί να ακούσει χαρακτηριστικούς ήχους σαν φυσήματα κατά την ακρόασή της. Για να επιβεβαιώσει τη διάγνωση, ο ιατρός προχωρά πάντα σε εξετάσεις που μπορούν να αποκαλύψουν τη νόσο, όπως η καλλιέργεια αίματος και το υπερηχογράφημα της καρδιάς.

Ο συνεχής πυρετός, ο οποίος δεν υποχωρεί, συνοδεύεται από αίσθημα καταβολής των δυνάμεων, κακουχία, αναιμία, μερικές φορές ρίγος και ανάλογα με τον άρρωστο μπορεί να κάνει επεισόδια αρρυθμιών και δύσπνοιας. Μερικοί άρρωστοι μπορεί να εμφανίζονται με σοβαρότερες καταστάσεις, όπως είναι τα αποστήματα στα όργανα, όπως ο εγκέφαλος, ο σπλήνας και ο πνεύμονας.

Τα συνήθη συμπτώματα είναι:

  • Πυρετός
  • Ρίγος
  • Εφίδρωση
  • Νέο φύσημα στην καρδιά ή αλλαγή φυσήματος που προϋπήρχε
  • Καταβολή
  • Πόνος στις αρθρώσεις και τους μυς
  • Δυσκολία στην αναπνοή και επίμονος βήχας
  • Απώλεια βάρους, ωχρότητα στο δέρμα
  • Ευαισθησία στην περιοχή του σπλήνα (αριστερό μέρος της κοιλιάς κάτω από τα πλευρά)
  • Αίμα στα ούρα και κόκκινες κηλίδες στο δέρμα ή κάτω από τα νύχια.

Διάγνωση και πρόληψη ενδοκαρδίτιδας

Ο γιατρός μπορεί να υποψιαστεί ότι πάσχετε από ενδοκαρδίτιδα με βάση το ιατρικό σας ιστορικό και την κλινική εξέταση.

Η διάγνωση δεν είναι πάντα εύκολη. Βασίζεται στις καλλιέργειες αίματος με τις οποίες γίνεται προσπάθεια να εντοπισθεί το μικρόβιο που βρίσκεται στο αίμα και προσβάλλει τις βαλβίδες. Η προσβολή των βαλβίδων με την εξέλιξη των διαγνωστικών μεθόδων της καρδιολογίας αποδεικνύεται από το διοισοφάγειο υπερηχοκαρδιογράφημα. Αν αυτές οι δύο διαγνωστικές εξετάσεις είναι θετικές η διάγνωση είναι ενδοκαρδίτιδα. Η συχνότητά της στον υγιή πληθυσμό είναι 5-7 περιπτώσεις στα 100 χιλιάδες άτομα. Το 70% προσβάλλει τους άνδρες και το 30% τις γυναίκες. Ιδιαίτερα στους ηλικιωμένους άνδρες είναι 8 φορές συχνότερη συγκριτικά με τις ηλικιωμένες γυναίκες. Στα παιδιά και τα νεαρά άτομα παρουσιάζεται όταν υπάρχει συγγενής καρδιοπάθεια (εκ γενετής).

Η σοβαρότητα της ενδοκαρδίτιδας είναι σημαντική όχι εξ αιτίας της συχνότητας που εμφανίζεται, αλλά εξ αιτίας της θνητότητας που προκαλεί. Σύμφωνα με ελληνική μελέτη στην οποία συμμετείχαν 16 νοσοκομεία της Αττικής και δημοσιεύθηκε το 2007, η θνητότητα για μεν την εξωνοσοκομειακή ενδοκαρδίτιδα ήταν 18%, ενώ για την νοσοκομειακή ήταν 39%. Η αυξημένη θνητότητα από την νοσοκομειακή ενδοκαρδίτιδα οφείλεται στο γεγονός ότι τα μικρόβια που την προκαλούν συνήθως στρεπτόκοκκοι και σταφυλόκοκκοι είναι ανθεκτικά.

Πιο συγκεκριμένα, για να γίνει η διάγνωση είναι αναγκαίες οι παρακάτω εξετάσεις:

  • Εξετάσεις αίματος. Η πιο σημαντική εξέταση είναι η καλλιέργεια αίματος που χρησιμοποιείται για τον εντοπισμό βακτηρίων στο αίμα. Άλλες εξετάσεις είναι η γενική αίματος και η ταχύτητα καθίζησης.
  • Ηχοκαρδιογράφημα. Η εξέταση αυτή ελέγχει προσεκτικά την καρδιά και τις καρδιακές βαλβίδες προκειμένου να διαπιστωθεί αν έχουν μολυνθεί. Το διοισοφάγειο ηχοκαρδιογράφημα (μια συσκευή υπερήχων περνάει από το στόμα και στη συνέχεια από τον οισοφάγο) είναι μια πιο ειδική εξέταση, που ελέγχει ακόμη πιο σχολαστικά την καρδιά.

Η πρόληψη της ενδοκαρδίτιδας δεν είναι εύκολη γιατί δεν ξέρουμε πότε θα συμβεί η μικροβιαιμία. Υπάρχουν, όμως, συγκεκριμένες ιατρικές πράξεις που προκαλούν μικροβιαιμία και που πριν από τις οποίες πρέπει να χορηγείται προληπτικά αντιβίωση (καθαρισμός δοντιών, βρογχοσκόπηση με άκαμπτο βρογχοσκόπιο, ορισμένες επεμβάσεις στις αναπνευστικές οδούς, το γαστρεντερικό σύστημα και στο ουροποιητικό).

Τα άτομα που γνωρίζουν ότι έχουν αυξημένο κίνδυνο να προσβληθούν από ενδοκαρδίτιδα πρέπει πάντα να ενημερώνουν το γιατρό τους πριν υποβληθούν σε οποιαδήποτε ιατρική πράξη. Σημαντικό είναι να τονιστεί ότι το καθημερινό και σχολαστικό βούρτσισμα των δοντιών και η συστηματική χρήση οδοντικού νήματος μειώνουν την πιθανότητα μικροβιαιμίας και τον ενδεχόμενο κίνδυνο προσβολής από ενδοκαρδίτιδα, και άρα αποτελεί ένα είδος πρόληψης.

Στις ομάδες υψηλού κινδύνου που είναι ευαίσθητοι για ανάπτυξη ενδοκαρδίτιδας είναι και οι χρήστες ενδοφλέβιων ναρκωτικών ουσιών.

Οι ασθενείς που έχουν υποβληθεί σε πλαστική αποκατάσταση ή αντικατάσταση βαλβίδας για διάφορους λόγους ή φέρουν βηματοδότη, δεν θα πρέπει να παραμελούν ή να υποτιμούν έναν πυρετό που παρατείνεται πέραν της εβδομάδας και να συμβουλεύονται τον γιατρό τους.

Θεραπεία και επιπλοκές ενδοκαρδίτιδας

Η θεραπεία κατά κύριο λόγο είναι φαρμακευτική. Χορηγούνται αντιβιοτικά σε μεγάλες δόσεις, για διάστημα που καθορίζεται από το υπεύθυνο μικρόβιο. Η επιλογή του κατάλληλου αντιβιοτικού γίνεται αρχικά εμπειρικά και στη συνέχεια προσαρμόζεται ανάλογα με το αποτέλεσμα της αιμοκαλλιέργειας.

Να σημειωθεί ότι η θεραπεία της ενδοκαρδίτιδας απαιτεί νοσηλεία σε νοσοκομείο και συνεργασία μεταξύ καρδιολόγων καρδιοχειρουργών και λοιμωξειολόγων. Αν λοιπόν έχετε ενδοκαρδίτιδα, θα χρειαστεί να λάβετε υψηλές δόσεις ενδοφλέβιων αντιβιοτικών στο νοσοκομείο, ανάλογα με το μικρόβιο που έχει βρεθεί στο αίμα. Μπορεί να χρειαστεί να λαμβάνετε αντιβιοτικά για δύο έως έξι εβδομάδες για να ελεγχθεί η λοίμωξη.

Εάν η λοίμωξη προκαλέσει σοβαρές βλάβες στις καρδιακές βαλβίδες ή δεν υποχωρεί ή υποτροπιάζει, είναι αναγκαία η χειρουργική επέμβαση για την αντικατάσταση της κατεστραμμένης βαλβίδας.

Οι κυριότερες επιπλοκές της ενδοκαρδίτιδας είναι:

  • Εμβολικά επεισόδια (αποκόλληση τμήματος της βλάβης που προκαλεί η ενδοκαρδίτιδα, που κυκλοφορεί με το αίμα και τελικά προκαλεί απόφραξη σε άλλο σημείο του σώματος) στον εγκέφαλο, τους πνεύμονες, τους νεφρούς κ.τ.λ.
  • Καρδιακή ανεπάρκεια λόγω της καταστροφής των βαλβίδων. Αυτό σημαίνει ότι, λόγω της βλάβης που προκαλείται στις βαλβίδες, η καρδιά δεν είναι σε θέση να ανταποκριθεί στις ανάγκες του οργανισμού.
Share on FacebookShare on Google+Tweet about this on TwitterShare on LinkedIn

Δείτε επίσης