Η συμβολή της σόγιας στην υγεία

sogia ygeiaΤου Παναγιώτη Γ. Χαλβατσιώτη

Η σόγια αποτελεί διατροφικό συστατικό ακόμα και στο διάστημα. Το 2007 η σόγια προτάθηκε από την Michele  Perchonok, που είναι η Advanced Food Technology Project Manager – Shuttle Food System Manager στη NASA, σαν ένα από φυτά που θα πρέπει να καλλιεργηθούν εν πτήσει κατά την διάρκεια της πρώτης αποστολής στον πλανήτη Άρη.

Η καλλιέργεια κρίνεται απαραίτητη επειδή υπολογίζεται ότι το ταξίδι θα διαρκέσει περίπου 3 έτη και δεν είναι ούτε εύκολη η αποθήκευση-μεταφορά τροφίμων από τη γη, ούτε θα μπορούν να διατηρηθούν με ασφάλεια ζωτικής σημασίας συστατικά της τροφής, όπως για παράδειγμα οι βιταμίνες και τα αντιοξειδωτικά που είναι πολύ απαραίτητα στα πληρώματα μια που θα είναι για μακρύ χρονικά διάστημα εκτεθειμένα στην κοσμική ακτινοβολία.

Η χρήση της σόγιας ως θεραπευτικού μέσου έχει καταγραφεί ήδη από το 2838 π.Χ. στην αρχαία Κίνα από τον αυτοκράτορα Sheng-Nung αλλά και αργότερα γύρω στο 1500 π.Χ. στην αρχαία Μεσοποταμία και Αίγυπτο σαν αποιδηματικό αλλά και αντιβιοτικό για τραύματα. Σήμερα, πέρα από μια μεγάλη ποικιλία ευεργετικών της επιδράσεων, φαίνεται ότι η σόγια χαρακτηρίζεται και από αντιλιπιδαιμικές δράσεις.

Σόγια και χοληστερίνη

Πιο συγκεκριμένα η καθημερινή πρόσληψη σόγιας για διάστημα 2 -3 μηνών, μείωσε στατιστικά σημαντικά τα επίπεδα της «κακής» LDL χοληστερίνης σε υγιείς νέους άνδρες (Am J Clin Nutr 2006), και σε υψηλού κινδύνου για ανάπτυξη καρδιαγγειακών νοσημάτων μετεμμηνοπαυσιακές (Am J Clin Nutr 2001) αλλά και σε νεαρής ηλικίας παχύσαρκες γυναίκες (Res Med Sci 2012). Ανάλογες παρατηρήσεις έχουν αναφερθεί στη διεθνή βιβλιογραφία για άτομα με δυσλιπιδαιμία, (Am J Clin Nutr 2002) με προδιαβήτη (Am J Clin Nutr 2007) αλλά και με κλινικό διαβήτη (J Nutr 2009).

Επίσης μια διατροφή που περιέχει σόγια οδηγεί όχι μόνο στη μείωση των λιπιδίων αίματος αλλά αυξάνει και τα αντιοξειδωτικά αποθέματα (Diabetes Care 2011). Μια σειρά μετα-αναλύσεων πιστοποίησαν κατά κάποιο τρόπο τα ευρήματα αλλά και ανέδειξαν ότι τα τρόφιμα σόγιας με υψηλή περιεκτικότητα σε ισοφλαβόνες είχαν και την πιο ισχυρή αντιλιπιδαιμική και αντιοξειδωτική δράση.

Οι ισοφλαβόνες που ανήκουν στα φυτοοιστρογόνα και παρουσιάζουν μια μικρή σε μέγεθος δραστικότητα οιστρογονικού τύπου εφόσον συνδέονται με μια από τις ομάδες των οιστρογονικών υποδοχέων, φαίνεται να ασκούν τις αντιλιπιδαιμικές τους δράσεις συνδεόμενες με την ομάδα των PPAR υποδοχέων στον πυρήνα των κυττάρων.

Οι υποδοχείς αυτοί ρυθμίζουν την αποθήκευση και κατανάλωση της ενέργειας από τα κύτταρα του σώματος, είτε με τη μορφή των υδατανθράκων (ομάδα υποδοχέων γ όπου δρουν τα αντιδιαβητικά φάρμακα γλιταζόνες) ή με τη μορφή των λιπιδίων (ομάδα υποδοχέων α που δρουν τα αντιλιπιδαιμικά φάρμακα φιμπράτες) (J Nutr, 2006).

Παράλληλα αναστέλλοντας την δραστηριότητα του πυρηνικού γονιδίου NFkB, που η ενεργοποίηση του οδηγεί στην παραγωγή των κυτταροκινών της φλεγμονής, αυξάνει τα ενδοκυττάρια αποθέματα αντιοξειδωτικών (FASEB J, 2006). Έχει τέλος αναφερθεί ότι η πρόσληψη σόγιας μειώνει τον ρυθμό διαφοροποίησης των προλιποκυττάρων σε ώριμα λιποκύτταρα στο σώμα μας (Exp Biol Med, 2008).

Θετικές επιγενετικές επιδράσεις

Η επιγενετική αποτελεί σήμερα ένα νέο πεδίο ερευνητικών ενασχολήσεων γιατί φαίνεται ότι μας αποκαλύπτει τα μυστικά της επίδρασης της διατροφής, των κακών συνηθειών όπως το κάπνισμα αλλά και των ποικίλων άλλων επιβαρυντικών περιβαλλοντολογικών επιδράσεων στο γενετικό μας υλικό. Η σόγια έχει δειχθεί ότι μειώνει τον ρυθμό μεθυλίωσης του DNA μας, αναστέλλοντας την δραστηριότητα του ενζύμου (DNMTs) που είναι υπεύθυνο για την ενσωμάτωση των μεθυλιακών ομάδων  στο γενετικό μας υλικό (Epigenomics 2011).

Συμπερασματικά, θα μπορούσαμε να πούμε ότι η αντικατάσταση της ζωικής προέλευσης πρωτεϊνών με σόγια, μειώνει και την πρόσληψη των κεκορεσμένων λιπαρών οξέων που περιέχονται στο κρέας και είναι πολύ επιβλαβή για τα αγγεία μας.

Παράλληλα, η ιδιαίτερες δράσεις των συστατικών των τροφίμων σόγιας, όπως είναι ισοφλαβόνες, οι ολιγοσακχαρίτες, τα πολυακόρεστα λιπαρά και οι φυτικές ίνες, με ανεξάρτητους το καθένα από αυτά μηχανισμούς, μειώνουν τα επίπεδα των παθογόνων λιπιδίων στο αίμα, προάγοντας τελικά την πρόληψη των καρδιαγγειακών νοσημάτων.

Παναγιώτης Γ. Χαλβατσιώτης

Επίκουρος Καθηγητής

Β΄ Προπαιδευτική Παθολογική Κλινική & Διαβητολογικό Κέντρο Πανεπιστημίου Αθηνών

Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο «Αττικόν» 

Share on FacebookShare on Google+Tweet about this on TwitterShare on LinkedIn

Δείτε επίσης