Γιατί το πολύ γάλα μπορεί να κάνει κακό στην καρδιά

gala galaktozh 4 kardiaΤο γάλα συνιστάται εδώ και χρόνια από γιατρούς και διαιτολόγους για την ενίσχυση της πρόσληψης ασβεστίου ώστε να διατηρείται η οστική πυκνότητα και να προλαμβάνεται η οστεοπόρωση.

Όμως μια μεγάλη σουηδική μελέτη που παρακολούθησε 61.433 γυναίκες ηλικίας 39-74 ετών για 20 χρόνια και 45.339 άνδρες ηλικίας 45-79 ετών επί 11 χρόνια κατέληξε σε ένα μάλλον αναπάντεχο συμπέρασμα. Η μεγάλη κατανάλωση γάλακτος δεν ασκεί προστατευτική δράση στα οστά, ενώ μπορεί να αυξάνει τον κίνδυνο θανάτου από καρδιοπάθεια.

Ερευνητές από το Πανεπιστήμιο της Uppsala, με επικεφαλής τον καθηγητή Ιατρικής Επιδημιολογίας Καρλ Μίκαελσον εξέτασαν τις διατροφικές συνήθειες των εθελοντών και παρακολούθησαν την πορεία της υγείας τους, διαπιστώνοντας πως όσοι έπιναν πολύ γάλα δεν είχαν λιγότερες πιθανότητες να υποστούν κατάγματα σε σύγκριση με όσους δεν υπερέβαιναν το ένα ποτήρι την ημέρα. Μάλιστα, ειδικά στις γυναίκες η υπερκατανάλωση του γάλακτος σχετίσθηκε με αυξημένο κίνδυνο κατάγματος του ισχίου κατά 16%.

Ένα επίσης εύρημα ήταν πως όσοι έπιναν πάνω από 3 ποτήρια γάλα την ημέρα (κατά μέσο όρο 680 ml), είχαν περισσότερες πιθανότητες να χάσουν τη ζωή τους στη διάρκεια της μελέτης.  Και πάλι, ο κίνδυνος αυτός ήταν μεγαλύτερος στις γυναίκες, οι οποίες είχαν σχεδόν διπλάσιες πιθανότητες να χάσουν τη ζωή τους, κυρίως από καρδιοπάθεια. Οι άνδρες είχαν αυξημένο κίνδυνο μόνο κατά 10%.

Να σημειωθεί ότι οι Σουηδοί καταναλώνουν περισσότερο γάλα από οποιοδήποτε άλλο λαό στον κόσμο. Πάντως μόνο το 10% των ατόμων της μελέτης κατανάλωναν πάνω από τρία ποτήρια γάλα την ημέρα.

Γαλακτόζη και ασβεστοποίηση αγγείων

Η μελέτη δημοσιεύθηκε στο περιοδικό British Medical Journal. Όπως γράφουν οι ερευνητές, η συσχέτιση που παρατήρησαν ενδέχεται να εξηγείται από τα υψηλά επίπεδα λακτόζης και γαλακτόζης που υπάρχουν στο γάλα.

H λακτόζη είναι ένας δισακχαρίτης που αποτελείται από ένα μόριο γλυκόζης και ένα μόριο γαλακτόζης. Ορισμένες μελέτες σε ζώα έχουν δείξει πως η γαλακτόζη αυξάνει το οξειδωτικό στρες και τη φλεγμονή η οποία αποτελεί γενεσιουργό αιτία για πολλά νοσήματα. Ένα ποτήρι γάλα περιέχει περίπου 5 γραμμάρια γαλακτόζης. Τα φρούτα,τα λαχανικά και τα δημητριακά περιέχουν ελάχιστες ποσότητες αυτού του σακχάρου.

Δεν είναι η πρώτη φορά που αμφισβητείται η αξία του γάλακτος για την προστασία από τα κατάγματα, ούτε η πρώτη φορά που η κατανάλωσή του συσχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο για καρδιοπάθεια. Ορισμένοι ειδικοί έχουν πει ότι αυτό του μπορεί να πειράζει την καρδιά είναι το πολύ ασβέστιο. Για παράδειγμα έχει βρεθεί ότι τα συμπληρώματα ασβεστίου αυξάνουν τον κίνδυνο καρδιοπάθειας κυρίως στους άνδρες αλλά και στις γυναίκες.

Είναι γνωστό ότι η αθηρωματική πλάκα περιέχει ασβέστιο στα τελευταία στάδια της δημιουργίας της και ενδεχομένως η μεγάλη κατανάλωση γάλακτος  να επιταχύνει την ασβέστωση ή ασβεστοποίηση (αποτιτάνωση) των αρτηριών. Ορισμένοι ειδικοί πιστεύουν ότι ο πιο ακριβής τρόπος αξιολόγησης του κινδύνου εμφράγματος είναι η μέτρηση του συσσωρευμένου ασβεστίου στις αρτηρίες και όχι η χοληστερίνη. Η ασβέστωση κάνει τις αρτηρίες σκληρές και αυξάνει κατά πολύ τον κίνδυνο ενός εμφράγματος. Κάποιοι λοιπόν θεωρούν ότι η μεγάλη κατανάλωση γάλακτος να προκαλεί ασβέστωση των αγγείων.

Έχει επίσης διατυπωθεί στο παρελθόν η άποψη ότι τα λιπαρά του γάλακτος είναι αυτά που κάνουν την ζημιά στην υγεία.

Οι ισχύουσες διατροφικές οδηγίες για γερά οστά συνιστούν καθημερινή κατανάλωση περίπου τριών μερίδων γαλακτοκομικών προϊόντων. Μία μερίδα ισούται με ένα ποτήρι γάλα ή με 30 γραμμάρια κίτρινο τυρί ή με ένα γιαούρτι των 250 ml.

Ο Μίκαελσον δήλωσε: «Τα αποτελέσματά μας αμφισβητούν την εγκυρότητα των συστάσεων να καταναλώνουμε μεγάλες ποσότητες γάλακτος για να αποτραπούν τα κατάγματα. Μια υψηλότερη κατανάλωση γάλακτος σε γυναίκες και άνδρες δεν συνοδεύεται από χαμηλότερο κίνδυνο κατάγματος και αντ ‘αυτού μπορεί να συνδέεται με ένα υψηλότερο κίνδυνο πρόωρου θανάτου».

«Το θέμα αξίζει να διερευνηθεί περαιτέρω, για να ξεκαθαριστεί αν και τι ρόλο παίζει το γάλα στον κίνδυνο θανάτου», ανέφερε η Κάθριν-Μέρι Σκούλινγκ, καθηγήτρια στο Τμήμα Επιδημιολογίας & Βιοστατιστικής του Πανεπιστημίου της Νέας Υόρκης (CUNY).

 

Share on FacebookShare on Google+Tweet about this on TwitterShare on LinkedIn

Δείτε επίσης