Χρόνια Νεφρική Νόσος: Συμπτώματα, αιτίες και θεραπεία

inefro5555ssagesΟ όρος «Χρόνια Νεφρική Νόσος» χρησιμοποιείται για την περιγραφή μιας κατάστασης, όπου η νεφρική λειτουργία είναι διαταραγμένη για με­γάλο χρονικό διάστημα, ανεξάρτητα από την αιτία που προκάλεσε αυτή τη διαταραχή.

Η Χρόνια Νεφρική Νόσος μπορεί να εξελιχθεί σε Χρόνια Νεφρική Ανε­πάρκεια. Δεν πρέπει όμως να συγχέεται με την Οξεία Νεφρική Ανεπάρ­κεια, η οποία είναι μια, συχνά αναστρέψιμη, ξαφνική και μεγάλη ελάττωση της νεφρικής λειτουργίας, με αποτέλεσμα ο ασθενής να αδυνατεί να διατηρήσει σε ισορροπία τους ηλεκτρολύτες και τα υγρά στον οργανι­σμό του και να μην μπορεί να αποβάλει αποτελεσματικά τις επιβλαβείς αζωτούχες ουσίες που παράγονται στο σώμα του.

Για να θεωρηθεί ότι κάποιος πάσχει από Χρόνια Νεφρική Νόσο, πρέπει να πληροί ένα από τα εξής δύο κριτήρια:

1. Να υπάρχει νεφρική Βλάβη για διάστημα τουλάχιστον 3 μηνών, δηλαδή δομικές ή λειτουργικές ανωμαλίες του νεφρού, με ή χωρίς μειωμένο Ρυθμό Σπειραματικής Διήθησης (GFR). Η νεφρική Βλάβη μπορεί να εκδηλώνεται με με ιστολογικές ανωμαλίες ή
με δείκτες νεφρικής βλάβης, μεταξύ των οποίων ανωμαλίες στις εξετάσεις ούρων και αίματος ή με ανωμαλίες στις απεικονιστικές εξετάσεις.

2. Να παρατηρείται Ρυθμός Σπειραματικής Διήθησης μικρότερος από 60 ml/min/1,73 m2 για τουλάχιστον 3 μήνες, με ή χωρίς νεφρική βλάβη.

Εφόσον κάποιος ασθενής πάσχει από Χρόνια Νεφρική Νόσο, κατατάσσεται σε ένα από τα πέντε στάδια που καθορίζονται από τον Ρυθμό Σπειραματικής Διήθησης.

Αξίζει να σημειωθεί ότι ο Ρυθμό Σπειραματικής Διήθησης είναι ένας πολύ χρήσιμος δείκτης της νεφρικής λειτουργίας και τα όρια με βάση τα οποία χωρίζονται οι ασθενείς σε στάδια έχει βρεθεί ότι σχετίζονται με την εξέλιξη της νόσου.

Ωστόσο, υπάρχουν περιπτώσεις στις οποίες λαμβάνονται και άλλοι παράγοντες υπ’ όψιν προκειμένου να γίνει σε μία διάγνωση.

Ο όρος Νεφρική Νόσος Τελικού Σταδίου (End-Stage Renal Disease, ESRD) χρησιμοποιείται συχνά για να περιγράψει τους σοβαρότερα πάσχοντες ασθενείς.

Σε όλες τις αναπτυγμένες χώρες, ο αριθμός των ασθενών με Χρόνια Νεφρική Νόσο έχει πολλαπλασιαστεί μέσα σε λίγες δεκαετίες. Στην Ελλάδα, για παράδειγμα, οι ασθενείς που υποβάλλονται σε αιμοκάθαρση αυξήθηκαν από 1.384, που ήταν το 1985, σε 9.226, το 2008, ενώ και ο ετήσιος αριθμός μεταμοσχεύσεων νεφρού αυξήθηκε από 40 σε 237 στο ίδιο διάστημα.

Η αντιμετώπιση γίνεται με αιμοκάθαρση, περιτοναϊκή κάθαρση και μεταμόσχευση νεφρού.

Αίτια

Η πιο συχνή αιτία της Χρόνιας Νεφρικής Νόσου είναι ο σακχαρώδης διαβήτης. Ο διαβήτης και η υπέρταση ευθύνονται για το 70% περίπου των περιπτώσεων νεφρικής ανεπάρκειας.

Επίσης,  μια μεγάλη ομάδα νοσημάτων που είναι δυνατόν να οδηγήσουν σε Χρόνια Νεφρική Νόσο είναι οι σπειραματονεφρίτιδες, οι οποίες προκαλούνται από διάφορες καταστάσεις και χαρακτηρίζονται από φλεγμονή των νεφρικών σπειραμάτων, δηλαδή των φίλτρων που διηθούν το αίμα στους νεφρούς. Λιγότερο συχνά, η αιτία της νεφρικής βλάβης είναι κάποιο κληρονομικό νόσημα, όπως οι πολυκυστικοί νεφροί. Στην περίπτωση αυτή, δημιουργούνται μεγάλες κύστεις μέσα στους νεφρούς, οι οποίες καταστρέφουν τους ιστούς που βρίσκονται γύρω τους.

Επίσης, αν για κάποιο λόγο εμποδίζεται η φυσιολογική ροή των ούρων σε κάποιο τμήμα του ουροποιητικού συστήματος, τα ούρα συσσωρεύονται μέσα στους νεφρούς και προκαλούν σημαντικές Βλάβες. Η απόφραξη μπορεί να οφείλεται σε κάποιο όγκο, σε πέτρες στους νεφρούς, σε διογκωμένο προστάτη ή να σχετίζεται με δυσμορφίες των νεφρών ή του ουρητήρα που υπήρχαν εκ γενετής.

Εξίσου επικίνδυνες είναι και οι συχνές λοιμώξεις του ουροποιητικού συστήματος, οι οποίες μπορεί να κρύβουν και κάποια από τις παραπάνω καταστάσεις.

Χρόνια Νεφρική Νόσος εμφανίζεται επίσης σε καταστάσεις όπως η στένωση της νεφρικής αρτηρίας και η διάμεση νεφρίτιδα, ενώ υπάρχει και ένα ποσοστό ασθενών στους οποίους είναι αδύνατον να εντοπιστεί η αρχική αιτία.

Συμπτώματα

Σε φυσιολογικές συνθήκες ο οργανισμός δεν χρειάζεται να αξιοποιήσει το σύνολο των δυνατοτήτων των νεφρών. Ακόμα και όταν η λειτουργικότητα τους έχει μειωθεί στο μισό, μπορούν να επιτελέσουν το έργο τους σε ικανοποιητικό βαθμό και να αποτρέψουν την εμφάνιση συμπτωμάτων. Παράδειγμα αποτελούν οι άνθρωποι που ζουν με έναν μόνο νεφρό χωρίς να αντιμετωπίζουν κανένα πρόβλημα.

Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με την αργή και προοδευτική εξέλιξη της Χρόνιας Νεφρικής Νόσου, έχει ως αποτέλεσμα την απουσία συμπτωμάτων στους περισσότερους ασθενείς, τουλάχιστον μέχρι η ασθένεια να φτάσει σε προχωρημένο στάδιο.

Μεταξύ των συνήθων συμπτωμάτων είναι η κόπωση, η αδυναμία και το αίσθημα κακουχίας, η μειωμένη όρεξη για φαγητό, ναυτία και έμετος, λόξυγκας και μεταλλική γεύση στο στόμα. Επίσης, συχνά εμφανίζονται δυσκολία συγκέντρωσης, αϋπνία και ευερεθιστότητα, μικρά προβλήματα στη μνήμη και επίμονη φαγούρα (κνησμός).

Με την πάροδο του χρόνου η νόσος εξελίσσεται και η νεφρική λειτουργία επιδεινώνεται. Αυτό σημαίνει ότι όλες οι λειτουργίες που επιτελούν οι νεφροί γίνονται με λιγότερο αποτελεσματικό τρόπο και αρχίζουν να δημιουργούνται περισσότερα προβλήματα. Τα νεφρά αδυνατούν πλέον να φιλτράρουν το αίμα με τον ρυθμό που χρειάζεται, με συνέπεια την αύξηση της συγκέντρωσης πολλών άχρηστων και επιβλαβών ουσιών στον οργανισμό.

Οι ουσίες που μετριούνται συνήθως στις εξετάσεις αίματος που χρησιμοποιούνται ως κριτήριο της νεφρικής λειτουργίας είναι η ουρία και η κρεατινίνη, οι οποίες είναι ενώσεις που περιέχουν άζωτο και παράγονται κατά τον μεταβολισμό διαφόρων ουσιών στο σώμα.

Διαταραχές των Υγρών, της Οξεοβασικής Ισορροπίας και των Ηλεκτρολυτών

Στους περισσότερους ασθενείς με σταθερή Χρόνια Νεφρική Νόσο, η συνολική ποσότητα νερού και νατρίου στο σώμα είναι αυξημένη, επειδή οι νεφροί δεν μπορούν να εξισορροπήσουν την πρόσληψη με την αποβολή των ουσιών.

Αυτές οι επιπλέον ποσότητες συχνά προκαλούν αύξηση της αρτηριακής πίεσης ή περιφερικά οιδήματα (πρήξιμο) και επιβαρύνουν τη λειτουργία της καρδιάς. Ταυτόχρονα, ο ασθενής αισθάνεται πιο συχνά την ανάγκη να ουρήσει (πολυουρία), ακόμα και κατά τη διάρκεια της νύχτας (νυκτουρία).

Επίσης, αν ο οργανισμός χάσει απότομα υγρά, για παράδειγμα εξαιτίας διάρροιας ή εμέτου, ο οργανισμός δυσκολεύεται να ανταποκριθεί και αυτό προκαλεί υπόταση και επιδείνωση της νεφρικής λειτουργίας.

Οι διαταραχές του καλίου είναι σπανιότερες, αλλά πρέπει να λαμβάνονται υπόψη σε ασθενείς με προχωρημένη Χρόνια Νεφρική Νόσο. Ακόμα, η αδυναμία του νεφρού να αποβάλλει την απαιτούμενη ποσότητα οξέων έχει ως συνέπεια τη διαταραχή της οξεοβασικής ισορροπίας του οργανισμού και την πρόκληση μεταβολικής οξέωσης, η οποία επηρεάζει τη συνολική λειτουργία του οργανισμού.

Υπερπαραθυρεοειδισμός

Μια συχνή επιπλοκή της Χρόνιας Νεφρικής Νόσου είναι ο δευτεροπαθής υπερπαραθυρεοειδισμός, δηλαδή η υπερπαραγωγή παραθορμόνης.

Η παραθορμόνη είναι μια ορμόνη που παράγεται από τους τέσσερις παραθυρεοειδείς αδένες, οι οποίοι βρίσκονται στον λαιμό, και είναι υπεύθυνη για την ισορροπία του ασβεστίου και του φωσφόρου.

Όταν οι νεφροί δεν λειτουργούν σωστά, οι παραθυρεοειδείς αδένες παίρνουν μηνύματα για έκκριση παραθορμόνης, με αποτέλεσμα να διαταράσσεται η ισορροπία του ασβεστίου και του φωσφόρου στο σώμα, ενώ και οι αδένες μεγαλώνουν υπερβολικά σε μέγεθος.

Επειδή το ασβέστιο αποτελεί βασικό συστατικό των οστών, οι ασθενείς με δευτεροπαθή υπερπαραθυρεοειδισμό παρουσιάζουν πόνο στα οστά και παθαίνουν συχνά κατάγματα, ενώ εμφανίζουν και μεγαλύτερη συχνότητα προβλημάτων στα αγγεία και στην καρδιά, αναιμία και μη ειδικά συμπτώματα από άλλα συστήματα.

Καρδιαγγειακά Νοσήματα

Μερικά από τα πιο συχνά προβλήματα υγείας σε ασθενείς με Χρόνια Νεφρική Νόσο όλων των σταδίων είναι τα νοσήματα της καρδιάς και των αιμοφόρων αγγείων.

Οι πάσχοντες από Χρόνια Νεφρική Νόσο, όμως, αντιμετωπίζουν μεγαλύτερο κίνδυνο από τον μέσο άνθρωπο. Το γεγονός αυτό οφείλεται στη συνύπαρξη πολλών παραγόντων κινδύνου που σχετίζονται με τη Χρόνια Νεφρική Νόσο, όπως η υπέρταση, η αναιμία, ο υπερπαραθυρεοειδισμός και η γενικευμένη φλεγμονή.

Η λειτουργία της καρδιάς επιβαρύνεται περισσότερο από την κατακράτηση υγρών που παρατηρείται στη Χρόνια Νεφρική Νόσο, με αποτέλεσμα πολλοί ασθενείς να οδηγούνται σε καρδιακή ανεπάρκεια ή και σε επεισόδια πνευμονικού οιδήματος. Κοινό στοιχείο σχεδόν σε όλους τους ασθενείς είναι η αρτηριακή υπέρταση, η οποία είναι άμεση συνέπεια της νεφρικής δυσλειτουργίας και επηρεάζει δυσμενώς τη λειτουργία του καρδιαγγειακού συστήματος, αλλά και συνολικά του οργανισμού.

Αιματολογικές Διαταραχές

Οι νεφροί παράγουν την ερυθροποιητίνη, η οποία δίνει εντολή στον μυελό των οστών να παράγει αιμοσφαίρια. Όταν οι νεφροί υπολειτουργούν, εκκρίνεται μικρότερη ποσότητα ερυθροποιητίνης και ο μυελός παράγει λιγότερα ερυθρά αιμοσφαίρια.

Επιπλέον, τα αιμοσφαίρια αυτά ζουν λιγότερο από το φυσιολογικό, γιατί η σύσταση του αίματος είναι αλλοιωμένη.

Ο υπερπαραθυρεοειδισμός, η έλλειψη σιδήρου και η χρόνια φλεγμονή που παρατηρούνται συχνά στη Χρόνια Νεφρική Νόσο, μειώνουν ακόμα περισσότερο τον αριθμό των ερυθρών αιμοσφαιρίων.

Συνέπεια των ανωτέρω είναι η παρουσία αναιμίας σχεδόν σε όλους τους ασθενείς από το στάδιο 4 και μετά.

Νευρολογικές Διαταραχές

Ένα άλλο σύστημα που προσβάλλεται είναι το νευρικό. Από το στάδιο 3 και μετά, εμφανίζονται μικρά προβλήματα στη μνήμη και στη συγκέντρωση, ενώ και η αϋπνία δεν είναι σπάνια. Όσο προχωράει η νόσος, τα συμπτώματα μπορεί να είναι πιο έντονα, με σύγχυση, κατάθλιψη, ψευδαισθήσεις και παραισθήσεις.

Η περιφερική νευροπάθεια γίνεται εμφανής σε ασθενείς σταδίου 4, όταν τα αισθητικά νεύρα, κυρίως στα κάτω άκρα, αρχίζουν να μη λειτουργούν φυσιολογικά, περιορίζοντας την ικανότητα αντίληψης των ερεθισμάτων στα σημεία αυτά.

Στη συνέχεια προσβάλλονται και τα άνω άκρα, αλλά και τα κινητικά νεύρα, με αποτέλεσμα να επηρεάζεται και η κινητικότητα. Τα συμπτώματα αυτά συνδυάζονται με διαταραχές στη δομή και τη λειτουργία των μυών και οδηγούν σε κράμπες, λόξυγκα και άτυπες ενοχλήσεις στα πόδια, ενώ, σε προχωρημένη νεφρική ανεπάρκεια, μπορεί να εμφανιστούν μέχρι και σπασμοί ή κώμα.

Χαρακτηριστικό είναι το σύνδρομο των ανήσυχων ποδιών, στο οποίο υπάρχει έντονο αίσθημα ανησυχίας κατά την ανάπαυση, που υποχωρεί με την κίνηση και το περπάτημα. Ωστόσο, αν ο ασθενής ξεκινήσει αιμοκάθαρση ή υποβληθεί σε μεταμόσχευση, τα πιο πολλά από τα νευρομυϊκά συμπτώματα εξαφανίζονται ή υποχωρούν σε μεγάλο βαθμό.

Συμπτώματα από τα άλλα συστήματα

Ένα από τα πιο κλασικά συμπτώματα της Χρόνιας Νεφρικής Νόσου είναι η απόπνοια ουρίας ή αμμωνίας, δηλαδή η αναπνοή που έχει τη χαρακτηρστική οσμή της αμμωνίας και συνοδεύεται συχνά από μια μεταλλική γεύση στο στόμα.

Κάποιοι ασθενείς υποφέρουν από γαστρίτιδα ή έλκη του γαστρεντερικού, ναυτία, εμετούς, πόνο στην κοιλιά, δυσκοιλιότητα, ακόμα και αιμορραγία από το πεπτικό σύστημα. Αυτά τα συμπτώματα οδηγούν πολλούς ασθενείς στο να μην διατρέφονται σωστά. Για τον λόγο αυτό, ιδιαίτερα από το στάδιο 3 και μετά, πρέπει να γίνεται εκτίμηση της διατροφής του ασθενούς και δίνονται οι κατάλληλες οδηγίες.

Όπως είναι φανερό, η δυσλειτουργία των νεφρών επηρεάζει σχεδόν το σύνολο των οργάνων του ανθρώπου. Η Χρόνια Νεφρική Νόσος αφήνει το σημάδι της και στο δέρμα, το οποίο προοδευτικά παίρνει ένα ωχροκίτρινο χρώμα, που αντικατοπτρίζει τον συνδυασμό της αναιμίας, της εναπόθεσης διάφορων χρωστικών ουσιών, που λέγονται ουροχρώματα και των αιματωμάτων που προκαλεί η διαταραχή της πήξης του αίματος. Η επίμονη φαγούρα είναι επίσης τυπική.

Διάγνωση

Τα συμπτώματα της Χρόνιας Νεφρικής Νόσου συχνά εμφανίζονται όταν η νόσος είναι πλέον σε προχωρημένο στάδιο. Έτσι, σε πολλούς ασθενείς η διάγνωση γίνεται έπειτα από τυχαίο έλεγχο, πριν εμφανιστούν συμπτώματα, με αποτέλεσμα να τους προκαλεί έκπληξη και δυσπιστία.

Στην πράξη, η υποψία για την ύπαρξη βλάβης στη νεφρική λειτουργία προκύπτει τις περισσότερες φορές από μια εξέταση αίματος, στην οποία οι τιμές της ουρίας ή και της κρεατινίνης είναι υψηλότερες από το φυσιολογικό.

Εξαιρετικά χρήσιμη για τη διάγνωση, αλλά και τη μετέπειτα παρακολούθηση, είναι και η εξέταση ούρων. Η παρουσία λευκώματος ή αιμοσφαιρίνης στα ούρα, οι ποσότητες νατρίου που αποβάλλονται, καθώς και τα ευρήματα από την εξέταση στο μικροσκόπιο (παρουσία ερυθρών αιμοσφαιρίων, κυλίνδρων και κυττάρων) αποτελούν πολύτιμα στοιχεία για την αναζήτηση της αιτίας που προκάλεσε τη διαταραχή στη νεφρική λειτουργία.

Θεραπεία

Παλαιότερα, οι περισσότεροι ασθενείς με Χρόνια Νεφρική Νόσο ήταν αναγκασμένοι να υποβάλλονται σε συχνές μεταγγίσεις αίματος, προκειμένου να αντιμετωπίσουν τη χρόνια αναιμία που προκαλεί η νόσος.

Τα τελευταία χρόνια, όμως, η δυνατότητα χορήγησης ερυθροποιητίνης ουσιαστικά εξάλειψε την ανάγκη μεταγγίσεων σε τακτική βάση και απάλλαξε τους ασθενείς από την ταλαιπωρία, αλλά και τις επιπλοκές που σχετίζονται με τις μεταγγίσεις.

Η ερυθροποιητίνη κινητοποιεί τον μυελό των οστών να παράγει ερυθρά αιμοσφαίρια. Για να γίνει όμως αυτό, πρέπει οι αποθήκες του οργανισμού να είναι γεμάτες με σίδηρο, βιταμίνη Β12 και φολικό οξύ.

Οι διαταραχές της πήξης του αίματος αντιμετωπίζονται με φαρμακευτική θεραπεία, η οποία όμως πρέπει να επιλέγεται με ιδιαίτερη προσοχή, γιατί οι ασθενείς κινδυνεύουν τόσο από αιμορραγίες όσο και από θρομβώσεις και δεν είναι πάντοτε εύκολο να επιτευχθεί η επιθυμητή ισορροπία.

Καθώς η Χρόνια Νεφρική Νόσος εξελίσσεται, η διαχείριση των συμπτωμάτων και των επιπλοκών της γίνεται πιο δύσκολη. Από ένα σημείο και μετά, η υποκατάσταση της νεφρικής λειτουργίας είναι ο μόνος τρόπος αποτελεσματικής αντιμετώπισης της νόσου. Ο όρος υποκατάσταση της νεφρικής λειτουργίας περιλαμβάνει την αιμοκάθαρση, την περιτοναϊκή κάθαρση και τη μεταμόσχευση νεφρού.

Η καταλληλότερη χρονική στιγμή για την έναρξη της θεραπείας υποκατάστασης καθορίζεται από τα αποτελέσματα των εργαστηριακών εξετάσεων, τη βαρύτητα των συμπτωμάτων και τη γενική κατάσταση του ασθενούς.

Αιμοκάθαρση. Η αιμοκάθαρση είναι η πιο διαδεδομένη μέθοδος υποκατάστασης της νεφρικής λειτουργίας. Κατά τη διάρκεια της αιμοκάθαρσης, το αίμα του ασθενούς διέρχεται μέσα από ένα ειδικό μηχάνημα, το οποίο αναλαμβάνει την απομάκρυνση των βλαβερών ουσιών. Μία μεμβράνη μεγάλης επιφάνειας παρεμβάλλεται ανάμεσα στο αίμα που εισέρχεται στο μηχάνημα και σε ένα διάλυμα ειδικής σύνθεσης. Η μεμβράνη επιτρέπει τη δίοδο ορισμένων μόνο ουσιών από τη μία πλευρά στην άλλη και, έτσι, η ουρία, η κρεατινίνη και άλλες ουσίες μετακινούνται στο διάλυμα και το αίμα επιστρέφει στο σώμα φιλτραρισμένο.

Κατά τη διάρκεια της αιμοκάθαρσης, μια τεράστια ποσότητα αίματος πρέπει να βγει και να ξαναμπεί στο σώμα. Με δεδομένο ότι πρόκειται και για μια διαδικασία που επαναλαμβάνεται συχνά, είναι πολύ σημαντικό να έχει προετοιμαστεί σωματικά ο ασθενής, ώστε να εξασφαλίζεται η απαραίτητη παροχή αίματος. Συνήθως, αυτό γίνεται με τη δημιουργία μιας αρτηριοφλεβικής επικοινωνίας στο χέρι του ασθενούς, που είναι γνωστή ως φίστουλα (fistula).

Με μια μικρή επέμβαση, κάποια αρτηρία ενώνεται με μια φλέβα, η οποία σταδιακά μεγαλώνει σε μέγεθος και σε μερικές εβδομάδες είναι έτοιμη για την αιμοκάθαρση. Έτσι, κάθε φορά που ο ασθενής πηγαίνει για αιμοκάθαρση, τοποθετούνται δύο βελόνες στην περιοχή όπου έχει δημιουργηθεί η φίστουλα. Από την μία αντλείται το αίμα και εισέρχεται στο μηχάνημα, ενώ από την άλλη επιστρέφει φιλτραρισμένο στο σώμα.

Για τους περισσότερους ασθενείς τρεις συνεδρίες αιμοκάθαρσης την εβδομάδα, διάρκειας 3-5 ωρών η κάθε μία, εξασφαλίζουν ικανοποιητικά αποτελέσματα.

Περιτοναϊκή κάθαρση. Το περιτόναιο είναι μια λεπτή μεμβράνη η οποία περιβάλλει τα σπλάχνα μέσα στην κοιλιά.

Η μέθοδος της περιτοναϊκής κάθαρσης ακολουθεί τις αρχές της αιμοκάθαρσης με τη διαφορά ότι αξιοποιεί το περιτόναιο για την ανταλλαγή των ουσιών ανάμεσα στο αίμα και το διάλυμα χωρίς της παρεμβολή ειδικού μηχανήματος. Στην περίπτωση αυτή, τοποθετείται ένας καθετήρας στην κοιλιά του ασθενούς και, μέσω αυτού, το ειδικό διάλυμα εισέρχεται μέσα στην κοιλότητα της κοιλιάς. Παραμένει εκεί για κάποιες ώρες και στη συνέχεια απομακρύνεται και ανανεώνεται. Έτσι, απομακρύνονται σταδιακά οι βλαβερές ουσίες χωρίς να υπάρχει η ανάγκη για επίσκεψη σε νοσοκομείο. Η αλλαγή του διαλύματος μπορεί να γίνεται από τον ασθενή κατά τη διάρκεια της ημέρας ή με τη βοήθεια μιας συσκευής κατά τη διάρκεια του νυχτερινού ύπνου.

Η περιτοναϊκή κάθαρση προσφέρει μεγαλύτερη αυτονομία, γιατί γίνεται κατά κανόνα εκτός νοσοκομείου.

Μεταμόσχευση. Η διάδοση των μεταμοσχεύσεων νεφρού αποτέλεσε μια εξέλιξη που άλλαξε ριζικά τον τρόπο αντιμετώπισης των ασθενών με Χρόνια Νεφρική Νόσο.

Η εμπειρία που έχει αποκτηθεί μετά τις δεκάδες χιλιάδες μεταμοσχεύσεις που έχουν πραγματοποιηθεί σε όλο τον κόσμο, δείχνει ότι τα καλύτερα αποτελέσματα επιτυγχάνονται όταν το νεφρικό μόσχευμα προέρχεται από ζωντανό δότη.

Ωστόσο, ακόμα και όταν το μόσχευμα προέρχεται από νεκρό άτομο, η επιτυχία είναι πάνω από 80% τρία χρόνια μετά την επέμβαση. Ασφαλώς, δεν είναι όλοι οι ασθενείς υποψήφιοι για μεταμόσχευση.

Όμως, ακόμα και για τους ανθρώπους που βρίσκονται στη λίστα, η αναμο­νή μπορεί να είναι μεγάλη, καθώς τα μοσχεύματα είναι λιγοστά και η πιθα­νότητα να βρεθεί μόσχευμα που να πληροί όλα τα κριτήρια ιστοσυμβατότητας είναι σχετικά μικρή.

Ιστοσυμβατότητα σημαίνει ότι οι οργανισμοί του δότη και του λήπτη του νεφρού είναι παρόμοιοι σε μια σειρά χαρα­κτηριστικών, που εξετάζονται λεπτομερώς πριν από κάθε μεταμόσχευση. Αν τα χαρακτηριστικά αυτά δεν μοιάζουν αρκετά, ο οργανισμός του λήπτη αναγνωρίζει ως ξένο σώμα τον νεφρό και δημιουργεί αντισώματα εναντί­ον του, με αποτέλεσμα την απόρριψη του μοσχεύματος.

Οι ασθενείς που κάνουν μεταμόσχευση νεφρού έχουν, κατά μέσο όρο, καλύτερη πορεία από όσους εξακολουθούν να υποβάλλονται σε αιμοκά­θαρση ή περιτοναϊκή κάθαρση. Οι μέθοδοι κάθαρσης μπορεί να βοηθούν στην απομάκρυνση των βλαβερών ουσιών από το σώμα, αλλά δεν μπορούν να επιτελέσουν τις υπόλοιπες λειτουργίες ενός φυσιολογι­κού νεφρού, με αποτέλεσμα να απαιτούνται συμπληρωματικές θεραπεί­ες.

Σχετικά άρθρα