Διάμεσες πνευμονοπάθειες

Οι διάμεσες πνευμονοπάθειες αποτελούν μία μεγάλη ομάδα νοσημάτων, που είναι χρόνια, καλοήθη και μη λοιμώδη. Τα νοσήματα αυτά χαρακτηρίζονται από διείσδυση φλεγμονωδών κυττάρων στα τοιχώματα των κυψελίδων των πνευμόνων σας.

Το αποτέλεσμα που προκύπτει είναι ο παθολογικός σχηματισμός ουλώδους ιστού στο συνδετικό ιστό που στηρίζει τις κυψελίδες εμποδίζοντας τη μεταφορά του οξυγόνου στο αίμα. Αν η νόσος εξελιχθεί, η ουλή που δημιουργείται στο σημείο αυτό καταστρέφει τους πνεύμονες.

Σημεία και συμπτώματα

  • Δυσκολία στην αναπνοή, ειδικά κατά τη διάρκεια άσκησης.
  • Μη παραγωγικός βήχας με ενοχλήσεις στο θώρακα.
  • Κόπωση και καταβολή.
  • Ανορεξία και απώλεια βάρους.

Οι διάμεσες πνευμονοπάθειες προσβάλλουν γενικά άτομα ηλικίας άνω των 50 ετών. Τα αίτια δεν είναι γνωστά. Η πορεία της νόσου εξαρτάται από τον αντίστοιχο τύπο. Κάποιες είναι προοδευτικές και τελικά αποβαίνουν μοιραίες. Άλλες υποχωρούν αυτόματα ή σταθεροποιούνται. Ορισμένες έχουν διακυμάνσεις.

Η σαρκοείδωση αποτελεί την πιο συνηθισμένη μορφή διάμεσης πνευμονοπάθειας. Άλλη μορφή είναι η ιδιοπαθής πνευμονική ίνωση.

Ιδιοπαθής πνευμονική ίνωση

Η χρόνια αυτή νόσος προκαλεί προοδευτική δυσκολία στην αναπνοή. Η μέση διάρκεια ζωής μετά την έναρξη των συμπτωμάτων είναι τέσσερα με πέντε χρόνια, αλλά πολλά άτομα ζουν πολύ περισσότερο, άνδρες και γυναίκες προσβάλλονται εξίσου. Η διαταραχή αναπτύσσεται συνήθως στη μέση ηλικία, αλλά μπορεί να εμφανιστεί σε οποιαδήποτε ηλικία.

Στην ιδιοπαθή πνευμονική ίνωση, οι κυψελίδες φλεγμαίνουν, τελικά καταστρέφονται και σχηματίζουν ουλή. Οι κυψελίδες συμπεριφέρονται σαν δύσκαμπτα μπαλόνια, διογκώνονται και δε φουσκώνουν καλά. Χρειάζεται μεγαλύτερη προσπάθεια κατά την αναπνοή, καθώς ο παθολογικά ουλώδης ιστός εμποδίζει τη μεταφορά του οξυγόνου.

Μία άλλη μορφή της νόσου είναι η νεκρωτική διάμεση πνευμονία, η οποία έχει τα ίδια συμπτώματα, αλλά ο πνευμονικός ιστός, όταν εξεταστεί κάτω από μικροσκόπιο, μοιάζει διαφορετικός. Μία διαφορετική μορφή, η λεμφοειδική διάμεση πνευμονία, προσβάλλει γενικά τους κάτω λοβούς του πνεύμονα. Έχει την τάση να εκδηλώνεται σε άτομα με σύνδρομο του Sjogren και ορισμένες φορές σε παιδιά και ενήλικες που πάσχουν από AIDS.

Ορισμένοι τυπικοί ήχοι που ακούγονται μέσω του στηθοσκοπίου, κάποιες χαρακτηριστικές εικόνες που παρατηρούνται στην ακτινογραφία θώρακα και τα αποτελέσματα των λειτουργικών εξετάσεων των πνευμόνων βοηθούν στο πόρισμα της διάγνωσης. Ωστόσο, η βιοψία του πνεύμονα με βρογχοσκόπιο ή ανοιχτή χειρουργική επέμβαση μπορεί να κριθούν απαραίτητα.

Αν το προσβαλλόμενο άτομο έχει ιστορικό επαγγελματικής έκθεσης σε αμίαντο, υπάρχει επίσης αυξημένος κίνδυνος καρκίνου του πνεύμονα.

Ως θεραπεία μπορεί να χορηγηθούν κορτικοστεροειδή, αλλά ένα μικρό μόνο ποσοστό των ασθενών ωφελείται. Άλλα φάρμακα που μπορεί να χορηγηθούν είναι ανοσοκατασταλτικά ή κολχικίνη, που χρησιμοποιείται συνήθως για τη θεραπεία της ποδάγρας. Ορισμένα άτομα εξαιτίας της νόσου χρειάζονται μεταμόσχευση πνεύμονα.