Αϋπνία: Αιτίες, επιπτώσεις και αντιμετώπιση

Το φαινόμενο του ύπνου είναι κυκλικό, ευρίσκεται υπό την επήρεια πολλών χημικών ουσιών και ορμονών, με κύριο εκπρόσωπο τη μελατονίνη και πυροδοτείται από τον ενδογενή “βηματοδότη” του ύπνου.

Ο “βηματοδότης” αυτός ρυθμίζει τον ύπνο – αφύπνιση – εγρήγορση με περιοδικό τρόπο, κινητοποιούμενος από το ηλιακό φως.

cases-of-sleep-5555Αιτίες

Η αϋπνία είναι ένα κοινό πρόβλημα που χαρακτηρίζεται από ποσοτικά ή ποιοτικά ανεπαρκή ύπνο. Συχνότερα εκδηλώνεται ως καθυστέρηση στην επέλευση του ύπνου, συχνές αφυπνίσεις, εξαιρετικά πρωινή αφύπνιση.

Λόγω της γήρανσης του φακού του οφθαλμού αλλά και της εκφύλισης του “βηματοδότη” του ύπνου οι διαταραχές ύπνου καθίστανται πιο συχνές με την πάροδο της ηλικίας και μπορεί να είναι σοβαρότατες σε ηλικιωμένα άτομα.

Στη συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων οι αιτίες της αϋπνίας είναι απλές και αυτοπεριοριζόμενες λόγω περιστασιακής απορρύθμισης των νευροβιολογικών συστημάτων που επηρεάζουν άμεσα ή έμμεσα τον ενδογενή “βηματοδότη” του ύπνου.

Ο θόρυβος, το φως, τα μεγάλα γεύματα, η επίπονη σωματική και πνευματική δραστηριότητα πριν τον ύπνο, τα “βαριά” γεύματα, ο καφές, οι ακραίες θερμοκρασίες στα σωματικά λουτρά, η κατάχρηση αλκοόλ, το στρες, η αναστροφή των βιολογικών ρυθμών, τα νυχτερινά ωράρια εργασίας, η εργασία με βάρδιες, είναι παράγοντες που συχνά προκαλούν αϋπνίες.

Η εμμηνόπαυση αρκετές φορές προκαλεί ορμονικές διαταραχές που με την σειρά τους ευθύνονται για τις διαταραχές ύπνου. Τα συνηθέστερα οργανικά νοσήματα που προκαλούν δευτεροπαθώς επίμονες αϋπνίες είναι εγκεφαλικά νοσήματα, καρδιακά νοσήματα, πεπτικές διαταραχές, αναπνευστικές νόσοι, ορμονικές διαταραχές, νεφρικά και ηπατικά νοσήματα.

Όταν η αϋπνία δεν προκαλείται δευτεροπαθώς από κάποιο υποκείμενο παθολογικό παράγοντα, ψυχιατρική κατάσταση ή οργανικό νόσημα, πρόκειται για πρωτοπαθή αϋπνία.

Επιπτώσεις

Κατά τον φυσιολογικό ύπνο, καθώς το άτομο χαλαρώνει και εισέρχεται σε κατάσταση ύπνου, η εγκεφαλική δραστηριότητα σταδιακά μειώνεται για να αυξηθεί στη συνέχεια σημαντικά καθώς το άτομο εισέρχεται σε βαθύ ύπνο. Μεγάλα κύματα εμφανίζονται κατά την καταγραφή της εγκεφαλικής δραστηριότητας, τα οποία αντιστοιχούν στην έντονη προσπάθεια που καταβάλλει το σώμα κατά το στάδιο αυτό, να επιδιορθώσει τις φθορές του σώματος που έγιναν κατά την διάρκεια κυρίως της εγρήγορσης από την επίθεση ποικίλων αντίξοων παραγόντων (π.χ. στρες, καρκινογόνα, καυσαέρια, τοξίνες).

Στη συνέχεια ο οργανισμός εισέρχεται στο κατεξοχήν στάδιο των ονείρων, όπου η εγκεφαλική δραστηριότητα είναι επίσης αυξημένη καθώς και οι κινήσεις των οφθαλμών (rapid eye movements, rem ύπνος). Ωστόσο, το μυϊκό σύστημα στην φάση αυτή είναι σε έντονη χαλάρωση που προσομοιάζει με την κατάσταση της παράλυσης. Στο στάδιο αυτό αποκρυσταλλώνεται η μνήμη και εμπεδώνεται η νέα γνώση και εμπειρία που το άτομο αποκόμισε κατά την διάρκεια της εγρήγορσης. Υπάρχουν 3-5 κύκλοι rem και non rem ύπνου στον φυσιολογικό ύπνο από τη στιγμή της επέλευσής του έως την αφύπνιση.

Στο άτομο που πάσχει από αϋπνία, τα στάδια του ύπνου δεν είναι ομαλά, με αποτέλεσμα να έχουμε μειωμένη ανάκτηση της οργανικής ενεργειακής εφεδρείας, πλημμελή επιδιόρθωση των φθορών που γίνονται κατά την διάρκεια του 24ώρου, ελαττωμένη αφομοίωση της προσκομισθείσας γνώσης, διαταραχές στην έκκριση χημικών ουσιών και ορμονών που εκκρίνονται περιοδικά και συνδέονται με το κυκλικό φαινόμενο του ύπνου.

Το αποτέλεσμα είναι τα άτομα που πάσχουν από αϋπνία να κινδυνεύουν από:

  •  Κατάθλιψη
  •  Ευερεθιστότητα
  •  Εξασθένηση ανοσοποιητικού συστήματος
  •  Βουλιμικές κρίσεις από διαταραγμένη έκκριση λεπτίνης
  •  Προβλήματα μνήμης
  •  Σύνδρομο κόπωσης
  •  Αυξημένη αντίληψη πόνου
  • Διαταραχές καρδιαγγειακού συστήματος
  • Διαταραχές αρτηριακής πίεσης
  • Διαβήτη

Αντιμετώπιση

Η πολυυπνογραφία είναι σήμερα μία ειδική εξέταση που γίνεται στο νοσοκομείο και πραγματοποιείται σε επίμονες αϋπνίες.

Κατά την πολυυπνογραφία ο εξεταζόμενος κοιμάται στο νοσοκομείο και μελετάμε αναλυτικά τα στάδια του ύπνου του και τις αντιδράσεις του οργανισμού κατά τον ύπνο.

Η σωστή μελέτη της αϋπνίας είναι σημαντική για την εξατομικευμένη εφαρμογή σωστής ειδικής θεραπείας, την πρόληψη των δυσμενών επιπλοκών της αϋπνίας και την αποκατάσταση τυχόν βλαβών που έχει προκαλέσει η στέρηση ύπνου στο άτομο που εξετάζεται.

Σχετικά άρθρα