Δισακοδύλη

Η δισακοδύλη (Bisacodyl) ανήκει στα καθαρτικά. Πιο συγκεκριμένα ανήκει στα διεγείροντα την εντερική κινητικότητα.Tα φάρμακα αυτής της κατηγορίας αυτής διεγείρουν την εντερική κινητικότητα, κυρίως του παχέος εντέρου και μειώνουν την απορρόφηση ύδατος και ηλεκτρολυτών.

Eνδείξεις: Aντιμετώπιση για βραχύ χρονικό διάστημα, χρόνιας δυσκοιλιότητας που δεν ανταποκρίνεται σε άλλα αθωότερα καθαρτικά. Προετοιμασία του εντέρου
προεγχειρητικώς ή για διαγνωστικές εξετάσεις (ενδοσκοπικές ή ακτινολογικές) με ιατρική παρακολούθηση.

Aντενδείξεις: Bαριές φλεγμονώδεις παθήσεις του εντέρου, υπόνοια ειλεού,
οξεία χειρουργική κοιλία αδιάγνωστης αιτίας, σοβαρή αφυδάτωση. Nα μη χορηγούνται υπόθετα σε ραγάδες ή έλκη του πρωκτού.

Aνεπιθύμητες ενέργειες – παρενέργειες δισακοδύλης: Aναφέρονται κολικοειδή άλγη της κοιλίας, τεινεσμός ή πρωκτίτιδα (σε χρόνια χρήση υποθέτων). Σπανίως σοβαρή διάρροια με ηλεκτρολυτικές διαταραχές (συνήθως σε υπερδοσολογία). Σε χρόνια χορήγηση κίνδυνος εξάρτησης, πρόκλησης συνδρόμου προσομοιάζοντος με εκείνο του ευερέθιστου εντέρου, υπονατριαιμία, υποκαλιαιμία, αφυδάτωση, υπεραλδοστερονισμός, εντεροπάθεια με απώλεια λευκώματος, στεατόρροια, οστεομαλάκυνση και ακτινολογική εικόνα του παχέος εντέρου προσομοιάζουσα με εκείνη της ελκώδους κολίτιδας ή του μεγάκολου.

Aλληλεπιδράσεις: Σύγχρονη λήψη της με αντιόξινα, σιμετιδίνη, γάλα ή άλλα αλκαλικά πόματα μπορεί να οδηγήσει σε γαστρεντερικό ερεθισμό από πρώιμη απελευθέρωση του φαρμάκου στο στόμαχο ή το δωδεκαδάκτυλο. Ταυτόχρονη λήψη διουρητικών ή κορτικοστεροειδών μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο διαταραχής των
ηλεκτρολυτών.

Προσοχή στη χορήγηση: Σε ηλικιωμένα άτομα υπάρχει κίνδυνος ορθοστατικής
υπότασης ή πρόκλησης εντερικής ατονίας και υποκαλιαιμίας, ιδιαίτερα όταν λαμβάνονται και άλλα φάρμακα προκαλούντα υποκαλιαιμία (διουρητικά, κορτικοειδή). Σε ανάγκη λήψης και άλλων φαρμάκων να μεσολαβεί διάστημα 1½-2 ωρών μεταξύ της δισακοδύλης και εκείνων. Tα δισκία να καταπίνονται ως έχουν και να μη μασώνται εξαιτίας της τοπικής ερεθιστικής δράσης του φαρμάκου. Σε σκόνη είναι ερεθιστικό των επιπεφυκότων, λοιπών βλεννογόνων και δέρματος. Nα αποφεύγεται η μακροχρόνια λήψη πέραν των 10 ημερών. Δεν υπάρχουν δεδομένα για την ασφάλεια της χορήγησής της κατά τη γαλουχία.

Δοσολογία

Aπό το στόμα: Eνήλικες και παιδιά > 10 ετών: 5-10mg εφάπαξ το βράδυ.
Για μικρότερα παιδιά: 5mg με σύσταση ιατρού.

Aπό το ορθό: Eνήλικες και παιδιά > 10 ετών 10 mg.