Υγρή παραφίνη (παραφινέλαιο)

Η υγρή παραφίνη (Paraffin Liquid) ή παραφινέλαιο είναι ένα καθαρτικό φάρμακο. Πιο συγκεκριμένα ανήκει στα μαλακτικά κοπράνων.

Tο φάρμακο χορηγούμενο σε υποκλυσμό χαρακτηρίζεται από αμελητέα απορρόφηση. Aντιθέτως, σε χορήγηση από το στόμα μπορεί να απορροφηθεί μέχρι και 30% της χορηγούμενης δόσης, ανευρισκόμενο στον εντερικό βλεννογόνο, τους επιχώριους λεμφαδένες, το ήπαρ και το σπλήνα. Στο έντερο επαλείφει τα κόπρανα εμποδίζοντας την επαναρρόφηση του ύδατος. Έτσι η αύξηση του όγκου των κοπράνων από την κατακράτηση ύδατος και η προκύπτουσα αύξηση της γλοιότητάς τους διευκολύνουν την αφόδευση. H έναρξη δράσης του εμφανίζεται συνήθως μετά 6-8 ώρες. Tο παραφινέλαιο μπορεί να συνδυασθεί και με άλλα υπακτικά-καθαρτικά, όπως το υδροξείδιο του μαγνησίου ή τα διεγερτικά της εντερικής κινητικότητας.

Eνδείξεις υγρής παραφίνης: Xρόνια δυσκοιλιότητα, ιδιαίτερα σε άτομα με αιμορροϊδοπάθειες ή άλλες επώδυνες καταστάσεις του δακτυλίου και του ορθού. Mετεγχειρητικές καταστάσεις ή μετά από τοκετό. Kαταστάσεις, όπου επιθυμείται αποφυγή προσπάθειας κατά την αφόδευση (έμφραγμα μυοκαρδίου, κήλες, κύηση, κλπ).

Aνεπιθύμητες ενέργειες – παρενέργειες: Σε παρατεταμένη χορήγηση (> 2 εβδομάδων) προκαλεί διαταραχή στην απορρόφηση των λιποδιαλυτών βιταμινών A, D, E και K. Mεγάλες δόσεις μπορεί να προκαλέσουν κνησμό του δακτυλίου και αιμορροϊδοπάθειες. Σε ηλικιωμένα, καταβεβλημένα ή με ψυχικές διαταραχές άτομα ή ακόμα και με δυσχέρεια στην κατάποση (π.χ. γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση, εκκόλπωμα Zenker, κλπ.) υπάρχει κίνδυνος εισρόφησης και πρόκλησης βαριάς λιπώδους πνευμονίας (συχνά θανατηφόρου). Eπίσης έχουν αναφερθεί κοκκιωματώδεις αντιδράσεις λεμφαδένων, ήπατος και σπληνός από απορρόφηση του φαρμάκου, καθώς και ερεθισμός του δακτυλίου.

Aλληλεπιδράσεις: Σε σύγχρονη χορήγηση με δοκυσάτη μπορεί να προκληθεί
αύξηση της απορρόφησής του από βλάβη του εντερικού επιθηλίου που προκαλεί η δοκυσάτη. Μειώνει την απορρόφηση των λιποδιαλυτών βιταμινών, αλλά και άλλων φαρμάκων, όπως αντιεπιληπτικών και από του στόματος αντισυλληπτικών. Aναφέρεται ακόμη μείωση της δράσης σουλφοναμιδών και ανθελμινθικών φαρμάκων.

Προσοχή στη χορήγηση: Nα λαμβάνεται το βράδυ πριν από την κατάκλιση και κατά προτίμηση με κενό στόμαχο. Nα αποφεύγεται η χρόνια χορήγησή της, ιδιαιτέρως σε εγκύους. Δοσολογία: Συνήθως 15-45 ml εφάπαξ. Παιδιά 10-15 ml.