Βουδεσονίδη

Η βουδεσονίδη (Budesonide) ανήκει στα κορτικοστεροειδή που χορηγούνται τόσο στην ενεργή νόσο όσο και στη θεραπεία συντήρησης των ιδιοπαθών φλεγμονωδών εντερικών νόσων (ελκώδης κολίτιδα και νόσος του Crohn). Oρισμένα κορτικοστεροειδή, όπως η βουδεσονίδη, καίτοι απορροφώνται σε τοπική εφαρμογή δεν προκαλούν επινεφριδιακή καταστολή χάρις στον ταχύ μεταβολισμό τους κατά την πρώτη διέλευση από το ήπαρ.

Eνδείξεις: Ήπιες ή μέτριας βαρύτητας περιπτώσεις νόσου Crohn που προσβάλλουν τον ειλεό και το ανιόν κόλον, ελκώδης κολίτιδα ορθοσιγμοειδικής περιοχής.

Aντενδείξεις: Τοπικές λοιμώξεις από βακτηρίδια ή ιούς.

Aνεπιθύμητες ενέργειες – παρενέργεις βουδεσονίδης: Mετεωρισμός, ναυτία, διάρροια, εξανθήματα, κνησμός είναι οι συχνότερα αναφερόμενες. Σπανιότερα περιγράφονται ευερεθιστότητα και αϋπνία.

Aλληλεπιδράσεις: Γενικώς ισχύουν τα αναφερόμενα στα κορτικοστεροειδή με
την παρατήρηση των περιορισμένων συστηματικών δράσεων του φαρμάκου.

Προσοχή στη χορήγηση: Σε ασθενείς που μετατάσσονται από τα συστηματικώς δρώντα κορτικοστεροειδή σε βουδεσονίδη.

Kύηση: Σε πειραματόζωα παρατηρήθηκαν ανωμαλίες ανάπτυξης του εμβρύου. Στον άνθρωπο δεν υπάρχουν δεδομένα. Nα σταθμίζεται το αναμενόμενο όφελος σε σχέση με τους ενδεχόμενους κινδύνους για το έμβρυο. Δεν είναι γνωστό αν το φάρμακο διέρχεται στο μητρικό γάλα.

Δοσολογία

Νόσος Crohn: Ενα εντεροδιαλυτό καψάκιο 3 φορές ημερησίως ή 3 καψάκια ελεγχόμενης αποδέσμευσης μία φορά την ημέρα το πρωί πριν το πρόγευμα, στην ενεργή φάση για 8 εβδομάδες και ένα εντεροδιαλυτό καψάκιο 2 φορές ημερησίως ή 2 καψάκια ελεγχόμενης αποδέσμευσης μία φορά την ημέρα τις 2-4 τελευταίες εβδομάδες για την πρόληψη υποτροπών.

Ελκώδης κολίτιδα: Ενας υποκλυσμός (2.3 mg) πριν την κατάκλιση για 4 εβδομάδες. Δεν συνιστάται σε παιδιά.