Λεβοσιμεντάνη

Η λεβοσιμεντάνη (Levosimendan)  δρα αυξάνοντας την ευαισθησία των συσταλτών πρωτεϊνών στα Ca++, ενώ ταυτόχρονα ασκεί αγγειοδιασταλτική δράση στη συστηματική κυκλοφορία και τα στεφανιαία.

Ενδείξεις: Βραχεία θεραπεία της σοβαρής συμφορητικής ανεπάρκειας, ανθεκτικής
στη συνήθη αγωγή (δακτυλίτιδα, διουρητικά, α-ΜΕΑ).

Αντενδείξεις: Μηχανικές αποφράξεις που εμποδίζουν την πλήρωση ή την κένωση
των κοιλιών, σοβαρή υπόταση, σοβαρή νεφρική ή ηπατική ανεπάρκεια, σοβαρή ταχυκαρδία, ιστορικό πολύμορφης κοιλιακής ταχυκαρδίας, τύπου ριπιδίου (torsade de pointes).

Ανεπιθύμητες ενέργειες – παρενέργειες λεβοσιμεντάνης: Υπόταση, ζάλη, έκτακτες συστολές, κολπική μαρμαρυγή, ταχυκαρδία, ισχαιμία μυοκαρδίου, ναυτία, έμετοι, κεφαλαλγία, πτώση αιμοσφαιρίνης και καλίου.

Αλληλεπιδράσεις: Σε συγχορήγηση με νιτρώδη ενίσχυση του υποτασικού αποτελέσματος.

Προσοχή στη χορήγηση: Παρακολούθηση για τουλάχιστον 3 ημέρες μετά τη διακοπή της έγχυσης, διότι συνεχίζεται η επίδραση του φαρμάκου στην αρτηριακή
πίεση και στον καρδιακό ρυθμό. Σε ηπατική και νεφρική ανεπάρκεια προκαλείται
αύξηση της στάθμης του μεταβολίτη που προκαλεί την παρατεταμένη επίδραση.
Στενή παρακολούθηση ασθενών με υπόταση, ταχυκαρδία, μαρμαρυγή, εξελισσόμενη στεφανιαία ανεπάρκεια και παράταση του διαστήματος QT (να μη συγχορηγείται με φάρμακα που το παρατείνουν). Να διορθώνεται η υποογκαιμία, εάν υπάρχει, πριν τη χορήγηση  λεβοσιμεντάνης. Παρακολούθηση αιμοσφαιρίνης, καλίου. Σε κύηση να αντισταθμίζεται το αναμενόμενο όφελος σε σχέση με τους κινδύνους.

Δοσολογία: έναρξη με 12-24 μg/kg σε έγχυση διάρκειας πάνω από 10´ και συνέχιση με 0.1μg/kg/min συνήθως για 24 ώρες σε σοβαρή συμφορητική ανεπάρκεια. Δεν χορηγείται σε άτομα < 18 ετών.