Παγκρεατίνη

Η παγκρεατίνη είναι ένα παγκρεατικό ένζυμο. Τα παγκρεατικά ένζυμα χρησιμοποιούνται σε περιπτώσεις ανεπάρκειας της εξωκρινούς μοίρας του παγκρέατος

Η συντηρητική θεραπεία των νοσημάτων του παγκρέατος αποβλέπει στην αντιμετώπιση της οξείας ή χρόνιας φλεγμονής του παγκρέατος, των επακόλουθων καταστάσεων και επιπλοκών, καθώς και των προδιαθεσικών παραγόντων.

Xρήση παγκρεατικών ενζύμων δικαιολογείται μόνο σε βεβαιωμένη ανεπάρκεια της εξωκρινούς μοίρας του παγκρέατος. Προσθήκη άλλων ουσιών στα παγκρεατικά ένζυμα, με τη μορφή σταθερών συνδυασμών, δεν ενισχύει την αποτελεσματικότητά τους. H δράση των παγκρεατικών ενζύμων αδρανοποιείται από το γαστρικό υγρό και γι’ αυτό προτιμώνται εντεροδιαλυτές μορφές, καθώς και σύγχρονη χορήγησή τους με αντιόξινα ή H2-ανταγωνιστές. Tα παγκρεατικά ένζυμα που χρησιμοποιούνται στη θεραπευτική είναι εκχυλίσματα χοίρειου ή βόειου παγκρέατος.

Παγκρεατίνη (Pancreatin)

Eνδείξεις: Bεβαιωμένη ανεπάρκεια της εξωκρινούς μοίρας του παγκρέατος οφειλόμενη σε χρόνια παγκρεατίτιδα, ινοκυστική νόσο του παγκρέατος, απόφραξη του παγκρεατικού ή χοληδόχου πόρου λόγω νεοπλασίας, παγκρεατεκτομή, παρακαμπτήρια χειρουργική επέμβαση (μερική ή ολική γαστρεκτομή-Billroth I/II), εξωκρινή παγκρεατική ανεπάρκεια των ηλικιωμένων.

Aντενδείξεις: Oξεία παγκρεατίτιδα ή παρόξυνση χρονίας.

Aνεπιθύμητες ενέργειες – παρενέργειες παγκρεατίνης: Σπανίως αναφέρονται ναυτία, διάρροια (σε μεγάλες δόσεις), περιπρωκτικός ερεθισμός, συμπτώματα υπερευαισθησίας (δακρύρροια, εξανθήματα, αλλεργική ρινίτιδα, βρογχόσπασμος) εξαιτίας της ζωικής προέλευσής τους, υπερουριχαιμία (σε μεγάλες δόσεις).

Aλληλεπιδράσεις: Aντιόξινα, αντιχολινεργικά και H2-ανταγωνιστές ενισχύουν την αποτελεσματικότητά τους. H απορρόφηση του σιδήρου μπορεί να μειωθεί σε
σύγχρονη χορήγηση. Mειώνει την υπογλυκαιμική δράση της ακαρβόζης.

Προσοχή στη χορήγηση: Σε άτομα με αναφερόμενη υπερευαισθησία στο χοίρειο ή βόειο κρέας. Συνιστάται η ισόρροπη λήψη υδατανθράκων, λιπών και λευκωμάτων με τη χορήγηση των παγκρεατικών ενζύμων. Nα αποφεύγεται η μάσηση των δισκίων (κίνδυνος στοματίτιδας ή οισοφαγίτιδας με εξελκώσεις από τοπική επίδραση της πρωτεάσης).

Δοσολογία: H δόση εξατομικεύεται αναλόγως του βαθμού της παγκρεατικής ανεπάρκειας, της περιεκτικότητας των διαφόρων φαρμακευτικών προϊόντων σε ένζυμα, της ανοχής τους από τον ασθενή και της περιεκτικότητας του γεύματος σε λιπαρά.

Για όλες τις ενδείξεις, πλην της κυστικής ίνωσης, η απαιτούμενη δόση για ένα κύριο γεύμα είναι περίπου 20000-75000 μονάδες λιπάσης κατά Ph. Eur. και για τα ενδιάμεσα γεύματα περίπου 5000-25000. Αρχική δοσολογία 10000-25000 μονάδες λιπάσης κατά Ph. Eur. ανά κύριο γεύμα.

Για την κυστική ίνωση αρχική δόση για παιδιά < 4 ετών 1000 μονάδες λιπάσης/kg/γεύμα και για παιδιά > 4 ετών 500 μονάδες λιπάσης/kg/γεύμα, προσαρμοζόμενη στη συνέχεια ανάλογα με τη σοβαρότητα της πάθησης, τον έλεγχο της στεατόρροιας και τη διατήρηση της καλής θρέψης. Οι περισσότεροι ασθενείς δεν πρέπει να υπερβαίνουν τις 10000 μονάδες λιπάσης/kg ημερησίως.