Επλερενόνη

Η επλερενόνη (eplerenone) είναι ένα φάρμακο που ανήκει στην κατηγορία των ανταγωνιστών αλδοστερόνης. Η επλερενόνη παρεμποδίζει τη σύνδεση της αλδοστερόνης, που αποτελεί βασική ορμόνη του συστήματος ρενίνης-αγγειοτενσίνης-αλδοστερόνης (RAAS), η οποία εμπλέκεται στη ρύθμιση της αρτηριακής πίεσης και στην παθοφυσιολογία της καρδιαγγειακής νόσου.

Ενδείξεις: Επικουρική θεραπεία επί ασθενών με σταθεροποιημένη δυσλειτουργία της αριστερής κοιλίας και καρδιακή ανεπάρκεια, μετά από έμφραγμα του μυοκαρδίου (έναρξη 3-4 ημέρες μετά το συμβάν).

Αντενδείξεις: Υπερκαλιαιμία, ασθενείς που λαμβάνουν άλλα προστατευτικά της απώλειας καλίου φάρμακα ή ισχυρούς αναστολείς του ενζύμου CYP3A4 (ιτρακοναζόλη κ.λ.π.), μέτρια έως σοβαρή νεφρική ή σοβαρή ηπατική ανεπάρκεια.

Ανεπιθύμητες ενέργειες – παρενέργειες: Υπερκαλιαιμία, υπόταση, ναυτία, διάρροια, ίλιγγοι, έκπτωση νεφρικής λειτουργίας, σπανιότερα αϋπνία, εξασθένηση, αφυδάτωση, κεφαλαλγία, έμετοι, αρτηριακές θρομβώσεις, κολπική μαρμαρυγή, ηωσινοφιλία, δυσλιπιδαιμία, υπονατριαιμία.

Αλληλεπιδράσεις: Με άλλα προστατευτικά της απώλειας καλίου αυξάνει ο κίνδυνος υπερκαλιαιμίας, καθώς και με αΜΕΑ και ανταγωνιστές των υποδοχέων
της αγγειοτασίνης. Η κυκλοσπορίνη, το τακρόλιμους και τα ΜΣΑΦ αυξάνουν τον κίνδυνο νεφροτοξικότητας, οι α1-αποκλειστές και τα τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά αυξάνουν τον κίνδυνο υπότασης, ενώ τα κορτικοειδή μειώνουν την αντιυπερτασική δράση.

Προσοχή στη χορήγηση: Παρακολούθηση της στάθμης του καλίου (να μην αρχίζει θεραπεία αν το κάλιο είναι > 5.0 mmol/L). Σε νεφρική και ηπατική ανεπάρκεια. Παρακολούθηση της στάθμης του λιθίου αν απαιτείται η χορήγησή του. Σε ασθενείς με δυσανεξία στη γαλακτόζη ή σε δυσαπορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζης.

Δοσολογία: Έναρξη με 25 mg ημερησίως και αύξηση, εάν απαιτείται, σε 50 mg ημερησίως μετά από 4 εβδομάδες. Η επλερενόνη δεν χορηγείται σε παιδιά.