Μαννιτόλη

Η μαννιτόλη (mannitol) ανήκει στη θεραπευτική κατηγορία των διουρητικών και διαγνωστικών παραγόντων για τη νεφρική λειτουργία, που δρουν μέσω της οσμωτικής διούρησης.

Ενδείξεις: Βλ. εισαγωγή. Λοιπές βλ. κεφ. 11.04.06 .

Αντενδείξεις: Καρδιακή ανεπάρκεια, μη αναστρέψιμη ανουρία, αφυδάτωση, ενδοκρανιακή αιμορραγία.

Ανεπιθύμητες ενέργειες: Συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, κεφαλαλγία, ναυτία, έμετοι, ρίγος, πυρετός, ίλιγγος, δίψα, λήθαργος, σύγχυση, οπισθοστερνικό άλγος, υπονατριαιμία.

Προσοχή στη χορήγηση: Νεφρική ανεπάρκεια, κύηση. Πριν από τη χορήγηση επιβάλλεται προσεκτική εκτίμηση της κατάστασης του καρδιαγγειακού συστήματος και στη συνέχεια συνεχής παρακολούθηση της διούρησης και των ηλεκτρολυτών του ορού. Σε ασθενείς που παραμένουν ανουρικοί μετά τη χορήγηση δοκιμαστικής δόσης να μην επαναλαμβάνεται η χορήγηση. Να αποφεύγεται η εξαγγείωση (κίνδυνος τοπικής νέκρωσης).

Δοσολογία: Σε ενδοφλέβια έγχυση 50-200 g/24ωρο διαλύματος 20%. Δοκιμαστική δόση σε ταχεία έγχυση 20 mg (100 ml).

Αντιγλαυκωματική δράση

Η μαννιτόλη ανήκει επίσης στα αντιγλαυκωματικά, ωσμωτικώς δρώντα. Tα φάρμακα της ομάδας αυτής έχουν άμεσο αποτέλεσμα στη μείωση της ενδοφθάλμιας πίεσης, λόγω αφυδάτωσης του υαλοειδούς και είναι αποτελεσματικά ακόμα και σε περιπτώσεις γλαυκώματος που δεν ανταποκρίνονται στα μυωτικά ή τους αναστολείς της καρβονικής ανυδράσης.

Δοσολογία: Eνήλικες και παιδιά 0.5-2 g/kg. Xορηγείται στάγδην ενδοφλεβίως σε διάστημα 30-60 λεπτών με τη μορφή διαλύματος 20%. H συνήθης αποτελεσματική δόση είναι 1 g /kg (150-200 ml είναι επαρκή).