Αδενοσίνη

Η αδενοσίνη (adenosine) είναι ένα νουκλεοτίδιο που υπάρχει στη φύση, αλλά χορηγούμενο σε υψηλές δόσεις μειώνει την ταχύτητα αγωγής, παρατείνει την ανερέθιστη περίοδο και μειώνει τον αυτοματισμό στον κολποκοιλιακό κόμβο. Έχει εξαιρετικά βραχεία διάρκεια δράσης (15 sec).

Η αδενοσίνη είναι ένα αντιαρρυθμικό φάρμακο χρήσιμο κατά την διάρκεια των ηλεκτροφυσιολογικών μελετών για να καθορισθεί η θέση του κολποκοιλιακού αποκλεισμού ή για να καθορισθεί σε μερικές περιπτώσεις συνδρόμων προδιέγερσης εάν υπάρχει παράπλευρη οδός αγωγής του ερεθίσματος ή αγωγιμότητα μέσω κολποκοιλιακού κόμβου (AV).

Ενδείξεις: Ταχεία επάνοδος σε φλεβοκομβικό ρυθμό παροξυσμικών υπερκοιλιακών ταχυκαρδιών συμπεριλαμβανομένων και εκείνων με πρόσθετα δεμάτια (σύνδρομο Wolf-Parkinson-White). Βοηθητικό στη διαφορική διάγνωση σύμπλοκων υπερκοιλιακών ταχυκαρδιών.

Αντενδείξεις: Κολποκοιλιακός αποκλεισμός 2ου και 3ου βαθμού και σύνδρομο νοσούντος φλεβοκόμβου εκτός εάν υπάρχει βηματοδότης, βρογχικό άσθμα, υπόταση (< 100 mmHg).

Ανεπιθύμητες ενέργειες – παρενέργειες αδενοσίνης: Παροδικό ερύθημα προσώπου, πόνοι στο θώρακα, δύσπνοια, βρογχόσπασμος, ναυτία, ελαφρός πονοκέφαλος. Σπανιότερα ανησυχία, εφίδρωση, αίσθημα παλμών και πόνοι στα άκρα. Έχουν αναφερθεί σοβαρή βραδυκαρδία που μπορεί να απαιτήσει βηματοδότη, καθώς και παροδική κολπική μαρμαρυγή.

Αλληλεπιδράσεις: Η διπυριδαμόλη, αναστολέας της πρόσληψης αδενοσίνης μπορεί να ενισχύσει τη δράση της (κίνδυνος τοξικότητας). Ομοίως τα φάρμακα που επιβραδύνουν την καρδιακή αγωγιμότητα (συνεργική δράση). Η θεοφυλλίνη και τα παράγωγά της ανταγωνίζονται την αντιαρρυθμική της δράση.

Προσοχή στη χορήγηση: Ασθενείς με κολπικό πτερυγισμό ή μαρμαρυγή και με πρόσθετα δεμάτια ενδέχεται να εμφανίσουν αυξημένη αγωγιμότητα δια μέσου της οδού αυτής. Σε ασθενείς με παράταση του διαστήματος QT (κίνδυνος εμφάνισης torsade de pointes). Σε ασθενείς με χρόνια πνευμονική ανεπάρκεια. Σε κύηση και γαλουχία μόνο σε περίπτωση απόλυτης ανάγκης (άγνωστη η επίδραση στο έμβρυο).

Δοσολογία: 3 mg αδενοσίνης  σε άμεση και ταχεία ενδοφλέβια έγχυση με συνεχή ΗΚΓραφική παρακολούθηση. Εάν δεν ελεγχθεί η ταχυκαρδία χορηγούνται μετά 1-2 λεπτά ακόμα 6 mg και εάν δεν υπάρξει αποτέλεσμα μετά 1-2 λεπτά 12 mg επίσης σε άμεση ενδοφλέβια ένεση. Δεν προτείνονται υψηλότερες δόσεις, ιδιαίτερα αν έχει προκληθεί κάποιου βαθμού αποκλεισμός της αγωγής.