Σοταλόλη

Η σοταλόλη (sotalol) ανήκει στην ομάδα των μη-εκλεκτικών β-αδρενεργικών αναστολέων. Ανταγωνίζεται τους νευροδιαβιβαστές του συμπαθητικού εκτοπίζοντάς τους ανταγωνιστικά από τις απολήξεις των νεύρων του συμπαθητικού. Αυτό προκαλεί μείωση της συσταλτικής ισχύος του καρδιακού μυ και της καρδιακής συχνότητας. Επιπλέον έχει αντιαρρυθμική δράση (τάξεως III).

Ενδείξεις: Προφύλαξη και έλεγχος της καρδιακής συχνότητας σε περιπτώσεις κολπικού πτερυγισμού και κολπικής μαρμαρυγής, καταστολή απειλητικής για τη ζωή κοιλιακής ταχυκαρδίας, πρόληψη υπερκοιλιακής κολπικής ή κοιλιακής ταχυκαρδίας.

Αντενδείξεις: Βλ. Προπρανολόλη. Επίσης σύνδρομα συγγενούς ή επίκτητου παρατεταμένου QT διαστήματος, πολύμορφη κοιλιακή ταχυκαρδία (torsade de pointes), διαβητική οξέωση, σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια.

Προσοχή στη χορήγηση: Βλ. Προπρανολόλη. Ο μεγαλύτερος κίνδυνος είναι η εμφάνιση πολύμορφης κοιλιακής ταχυκαρδίας (torsade de pointes), ιδιαίτερα με ταυτόχρονη λήψη φαρμάκων που παρατείνουν το διάστημα QT (σισαπρίδη, αστεμιζόλη, αντιαρρυθμικά τάξης Ια και ΙΙΙ κ.λ.π.). Το φάρμακο δεν θα πρέπει πλέον να χρησιμοποιείται σε στηθάγχη, θυρεοτοξίκωση, υπέρταση κ.λ.π. Η διακοπή του θα πρέπει να γίνεται βαθμιαία. Σε νεφρική ανεπάρκεια μείωση της δόσης. Διόρθωση τυχόν ηλεκτρολυτικών διαταραχών πριν από τη χορήγησή του. Η βραδυκαρδία αυξάνει τον κίνδυνο κοιλιακών αρρυθμιών.

Δοσολογία: 80 mg σοταλόλης ημερησίως σε μία ή δύο δόσεις, προοδευτική αύξηση ανά 2-3 ημέρες έως 160-320 mg ημερησίως σε δύο δόσεις.

Λοιπά: Βλ. Προπρανολόλη.