Χιονίστρες (χείμετλα)

xionistresΤα χείμετλα (χιονίστρες) είναι ένα εντοπισμένο ερύθημα και πρήξιμο που προκαλείται από την έκθεση στο ψύχος. Σε σοβαρές περιπτώσεις είναι δυνατόν να αναπτυχθούν πομφόλυγες και εξελκώσεις.

Σε άτομα, τα οποία είναι επιρρεπή εξαιτίας της πτωχής περιφερικής κυκλοφορίας του αίματος, ακόμα και η μέτρια έκθεση στο ψύχος είναι δυνατόν να προκαλέσει χιονίστρες. Είναι δυνατόν να υπάρχουν κρυοσφαιρίνες, κρυοϊνωδογόνο ή ψυχροσυγκολλητίνες και είναι παθογόνες.

Βλάβες τύπου χειμέτλων είναι δυνατόν να εκδηλωθούν στο πλαίσια δισκοειδούς και συστηματικού ερυθηματώδους λύκου (χιονίστρες λύκου). Η οξεία ανάπτυξη χειμέτλων είναι η ηπιότερη μορφή βλάβης εκ ψύχους. Παρατηρείται κυρίως στις άκρες χείρες, τους άκρους πόδες, τα ώτα και το πρόσωπο, ειδικά σε παιδιά. Η εμφάνιση τους εκλύεται από την υγρασία.

Μια παραλλαγή εμφανίζεται στην πλάγια επιφάνεια των μηρών σε γυναίκες ιππείς, οι οποίες ιππεύουν κατά τη διάρκεια ψυχρών υγρών ημερών (χιονίστρες των ιππέων). Το περπάτημα μέσα στο κρύο νερό ενός ποταμού προκαλεί την εμφάνιση παρόμοιων βλαβών. Ο όρος ερυθροκυάνωση έχει χρησιμοποιηθεί για να περιγράψει ανάλογες περιπτώσεις. Οι βλάβες που οφείλονται σε τραυματισμό εκ ψύχους της πλάγιας επιφάνειας των μηρών μπορεί να είναι οζώδεις.

Συμπτώματα

Οι ασθενείς με χιονίστρες αγνοούν συνήθως τον τραυματισμό εκ ψύχους όταν επέρχεται, αλλά το όψιμο αίσθημα καύσου, κνησμού και το ερύθημα ελκύουν την προσοχή τους.

Οι προσβεβλημένες περιοχές είναι κυανέρυθρες, κατά την εφαρμογή πίεσης χάνουν μέρος ή ολόκληρο το χρώμα τους και εμφανίζονται σαφώς ψυχρές κατά την ψηλάφηση.

Μερικές φορές τα άκρα είναι κολλώδη εξαιτίας της υπερβολικής εφίδρωσης. Για όσο διάστημα διαρκεί η έκθεση στο υγρό/ψυχρό, νέες βλάβες εξακολουθούν να εμφανίζονται και οι παλαιότερες μπορεί να υποχωρούν βραδέως. Σε περιπτώσεις, οι οποίες είναι υποτροπιάζουσες, χρόνιες, παραμένουν και κατά τη διάρκεια θερμών εποχών ή ανταποκρίνονται πτωχά στη θεραπεία θα πρέπει να διενεργείται έλεγχος για υποκείμενες αιτίες.

Η ιστολογική εξέταση των χειμέτλων αποκαλύπτει λεμφοκυτταρική αγγειίτιδα. Παρατηρείται οίδημα χορίου και μια επιφανειακή και εν τω βάθει περιαγγειακή λεμφοκυτταρική διήθηση που ασκεί ισχυρή πίεση σαν περιχειρίδα. Η διήθηση αφορά τα τοιχώματα των αγγείων, όπου μπορεί ή όχι να υπάρχει ινική. Η παρουσία φλεγμονής στους ιδρωτοποιούς αδένες υποδηλώνει ιδιοπαθή χείμετλα παρά χειμετλώδη λύκο.

Θεραπεία

Τα προσβεβλημένα μέρη θα πρέπει να προφυλάσσονται από την περαιτέρω έκθεση στο ψύχος ή την υγρασία.

Αν έχουν προσβληθεί οι άκροι πόδες ο ασθενής θα πρέπει να φορά διαρκώς μάλλινες κάλτσες κατά τη διάρκεια των ψυχρών μηνών. Επειδή ο ασθενής δεν έχει συχνά επίγνωση της έκθεσης στο ψύχος, το οποίο πυροδοτεί τις βλάβες, θα πρέπει να δίνεται έμφαση στην κατάλληλη ένδυση, ακόμα και όταν διατείνεται ότι δεν κρυώνει.

Εφόσον η κεντρική ψύξη εκλύει την περιφερική αγγειοσύσπαση, είναι εξαιρετικά σημαντική η διατήρηση ολόκληρου του σώματος (όχι μόνο του προσβεβλημένου άκρου) ζεστού. Είναι δυνατόν να χρησιμοποιηθούν με σύνεση θερμαινόμενα μαξιλάρια για να ζεστάνουν τα μέρη του σώματος. Συνιστάται αυστηρά η αποφυγή του καπνίσματος.

Η νιφεδιπίνη χορηγούμενη σε δόση 20 mg τρεις φορές ημερησίως έχει αποδειχτεί αποτελεσματική. Για τη βελτίωση της κυκλοφορίας χρησιμοποιούνται αγγειοδιασταλτικές ουσίες, όπως είναι το νικοτιναμίδιο (βιταμίνη Β3), σε δόση 500 mg τρεις φορές την ημέρα, ή η διπυριδαμόλη σε δόση των 25 mg τρεις φορές την ημέρα. Η πεντοξυφιλλίνη μπορεί να είναι αποτελεσματική. Αυτόματη υποχώρηση παρουσιάζεται άνευ θεραπείας σε 1 έως 3 εβδομάδες. Η συστηματική κορτιζονοθεραπεία είναι χρήσιμη στην περίπτωση που οι χιονίστρες αναπτύσσονται στα πλαίσια του ερυθηματώδους λύκου.