Φάρμακα προφυλακτικά του άσθματος

Tα φάρμακα που κυρίως χρησιμοποιούνται προφυλακτικώς κατά του βρογχικου άσθμαος και κυκλοφορούν στη χώρα μας είναι η νεδοκρομίλη, το κετοτιφαίνιο και η ομαλιζουμάμπη. Το αποτέλεσμά τους καθυστερεί να εμφανισθεί. Συνήθως απαιτούνται 2-4 εβδομάδες από την έναρξη χορήγησής τους. Έτσι τυχόν απόφαση για διακοπή τους ως αναποτελεσματικών, δεν πρέπει να λαμβάνεται πριν από την παρέλευση των 4 εβδομάδων.

Η νεδοκρομίλη, λαμβανόμενη με εισπνοές, χρησιμοποιείται στην πρόληψη των κρίσεων του βρογχικού άσθματος και του βρογχόσπασμου που προκαλούνται μετά από κόπωση. Eίναι περισσότερο αποτελεσματικό σε αλλεργικό άσθμα. Σε οξείες κρίσεις είναι αναποτελεσματικό και δεν πρέπει να χρησιμοποιείται. Σε χρόνια χρήση μπορεί σπάνια να αναπτυχθεί αντοχή. Συνδυάζεται με βρογχοδιασταλτικά και κορτικοστεροειδή, γεγονός που επιτρέπει τη μείωση της δόσης της.

Tο κετοτιφένιο είναι αντιισταμινικό και χορηγείται από το στόμα, ιδιαίτερα σε ασθενείς που αδυνατούν να λάβουν φάρμακα με εισπνοές. Η δράση του φαίνεται να είναι παρόμοια με εκείνη του χρωμογλυκικού νατρίου (το οποίο δεν κυκλοφορεί πλέον σε μορφή για εισπνοές από το στόμα), αλλά η αποτελεσματικότητά του μικρότερη. Γενικά, η αποτελεσματικότητα και των δύο φαρμάκων δεν έχει αποδειχθεί ιδιαίτερα μεγάλη.

Η ομαλιζουμάμπη είναι εξανθρωποποιηµένο µονοκλωνικό αντίσωµα παρασκευαζόμενο µε τεχνολογία ανασυνδυασµού του DNA, το οποίο δεσμεύει εκλεκτικά την ανοσοσφαιρίνη Ε (IgE) και προορίζεται για χορήγηση μόνο σε άτομα των οποίων το αλλεργικό άσθμα δημιουργείται μέσω της IgE μετά εισπνοή ενός αλλεργιογόνου. Χορηγείται σε περιπτώσεις σοβαρού επίμονου αλλεργικού άσθματος, όταν η συνήθης αγωγή (μεγάλες δόσεις εισπνεομένων κορτικοστεροειδών και β2-διεγερτών) είναι ανεπιτυχής.

Κετοτιφένιο φουμαρικό (Ketotifen Fumarate)

Eνδείξεις: Προφύλαξη κρίσεων βρογχικού άσθματος. Aλλεργική ρινίτιδα.

Παρενέργειες: Καταστολή, ξηρότητα στόματος, ελαφρά ζάλη, κατά την έναρξη της θεραπείας. Περιστασιακά, ιδιαίτερα σε παιδιά, συμπτώματα διέγερσης του ΚΝΣ, όπως ανησυχία, ευερεθιστότητα, αϋπνία και νευρικότητα.

Αλληλεπιδράσεις: Πιθανώς ενισχύει τη δράση των κατασταλτικών του ΚΝΣ, των αντιισταμινικών και του οινοπνεύματος.

Προσοχή στη χορήγηση: Kατά τη διάρκεια των 2-3 πρώτων εβδομάδων της θεραπείας ο ασθενής πρέπει να συνεχίζει την τυχόν αντιασθματική αγωγή με άλλα φάρμακα. Σε σύγχρονη χορήγηση αντιδιαβητικών δισκίων υπάρχει αυξημένος κίνδυνος αναστρέψιμης θρομβοπενίας. Mειώνει την ικανότητα αντίδρασης κατά την οδήγηση ή χειρισμό μηχανημάτων.

Δοσολογία: Συνήθως 1-2 mg, 2 φορές την ημέρα. Σε ασθενείς που εμφανίζουν υπνηλία η έναρξη γίνεται με 0.5-1 mg σε εφάπαξ χορήγηση πριν από τη νυκτερινή κατάκλιση. Παιδιά 6 μηνών3 ετών 0.5 mg, 2 φορές την ημέρα, > 3 ετών 1 mg, 2 φορές την ημέρα.

Λοιπά: Bλ. Aντιισταμινικά “03.05” .

Νεδοκρομίλη νατριούχος (Nedocromil Sodium)

Eνδείξεις: Προφύλαξη από άσθμα.

Παρενέργειες: Κεφαλαλγία, ναυτία, έμετος, δυσπεψία και κοιλιακός πόνος, δερματικά εξανθήματα, κνίδωση, εξάψεις, ερεθισμός φάρυγγα, δυσάρεστη γεύση, βήχας ή βρογχόσπασμος. Στην τελευταία περίπτωση η θεραπεία πρέπει να διακοπεί.

Προσοχή στη χορήγηση: Δεν πρέπει να χρησιμοποιείται για την ανακούφιση οξείας κρίσης βρογχόσπασμου.

Δοσολογία

Ενήλικοι και παιδιά > 6 ετών: 4 mg (2 εισπνοές) 2 φορές την ημέρα. Σε ανάγκη αυξάνονται σε 4 φορές.

Λοιπά: Βλ. εισαγωγή.

Ομαλιζουμάμπη (Omalizumab)

Ενδείξεις: Προφύλαξη από αλλεργικό άσθμα.

Αντενδείξεις: Κύηση (εκτός εάν κριθεί απαραίτητη), γαλουχία.

Παρενέργειες: Κεφαλαλγία, αντιδράσεις στο σημείο της ένεσης. Σπανιότερα ζάλη, υπνηλία, ορθοστατική υπόταση, συγκοπτικές κρίσεις, φαρυγγίτιδα, βρογχόσπασμος, οίδημα λάρυγγα, δυσπεψία, διάρροια, εξανθήματα, φωτοευαισθησία, αύξηση βάρους, γριππώδης συνδρομή.

Αλληλεπιδράσεις: Δεν έχουν περιγραφεί.

Προσοχή στη χορήγηση: Σε ασθενείς με αυτοάνοσες παθήσεις. Δεν ενδείκνυται για τις οξείες κρίσεις. Να μη διακόπτεται απότομα η τυχόν χορήγηση κορτιζόνης με την έναρξη της θεραπείας. Να υπάρχουν έτοιμα μέσα για αντιμετώπιση τυχόν αφυλακτικών αντιδράσεων.

Λόγω ευαισθησίας σε παρασιτικές (ελμινθικές) λοιμώξεις να διακόπτεται η χορήγηση εάν αυτές δεν ανταποκρίνονται στη θεραπεία. Σε νεφρική και ηπατική ανεπάρκεια. Η αγωγή να πραγματοποιείται από ιατρούς πεπειραμένους σε αυτές τις μορφές άσθματος.

Δοσολογία: Υποδορίως σε σχήματα ανά 2 ή 4 εβδομάδες, ανάλογα με τη στάθμη της IgE και το σωματικό βάρος, μέγιστη δόση 375 mg κάθε 2 εβδομάδες. Δεν συνιστάται σε άτομα ≤ 12 ετών.