Φάρμακα για το βήχα (ναρκωτικά αντιβηχικά και μη)

O βήχας είναι σύμπτωμα που παρέρχεται με την εξάλειψη της αιτίας του. Tα φάρμακα που χρησιμοποιούνται στην καταστολή του διακρίνονται στα ναρκωτικά και στα μη ναρκωτικά. Η δράση τους μπορεί να είναι κεντρική, όπως των παραγώγων του οπίου και της δεξτρομεθορφάνης ή περιφερική.

Γενικά η χρήση τους συνιστάται σε χρόνιο μη παραγωγικό βήχα. Σε περιπτώσεις που ο βήχας συνοδεύεται από βρογχικές εκκρίσεις η καταστολή του είναι ανεπιθύμητη και επικίνδυνη. Σε οξείες καταστάσεις η αποτελεσματικότητα των αντιβηχικών είναι δύσκολο να εκτιμηθεί λόγω της ταχείας και αυτόματης συνήθως υποχώρησης του βήχα. Eξάλλου η χρήση τους δεν θα πρέπει να καλύπτει την ανάγκη αντιμετώπισης της αιτίας του βήχα. Γενικά τα αντιβηχικά και ιδιαίτερα τα κεντρικώς δρώντα, θα πρέπει να χορηγούνται με ιδιαίτερη προσοχή σε πάσχοντες από άσθμα, ενώ αντενδείκνυνται σε αναπνευστική ανεπάρκεια.

Ναρκωτικά αντιβηχικά

Όλα τα ναρκωτικά αναλγητικά έχουν αντιβηχικές ιδιότητες από κατασταλτική δράση στο κέντρο του βήχα.

Aπό αυτά η κωδεΐνη είναι το περισσότερο χρησιμοποιούμενο και αποτελεσματικό σε περιπτώσεις οξέος ή χρόνιου βήχα ποικίλης αιτιολογίας και με τα λιγότερα μειονεκτήματα σε σχέση με τα υπόλοιπα ναρκωτικά αναλγητικά. O κίνδυνος εξάρτησης σε χορήγηση βραχείας διάρκειας και στις συνιστώμενες δόσεις είναι πρακτικά αμελητέος.

Tα υπόλοιπα ναρκωτικά αναλγητικά έχουν περιορισμένη εφαρμογή σε περιπτώσεις όπου ο βήχας συνοδεύεται από έντονο άλγος, όπως π.χ. σε καρκίνο και στις οποίες επιδιώκεται ταυτόχρονη καταστολή του βήχα και του άλγους. Στο εμπόριο δεν κυκλοφορεί προϊόν αμιγούς κωδεΐνης ως αντιβηχικού, παρά μόνο σε συνδυασμό με άλλο συστατικό.

1. Δεξτρομεθορφάνη (Dextromethorphan). 

Eνδείξεις: Αντιμετώπιση ξηρού μη παραγωγικού βήχα.

Aντενδείξεις: Ασθενείς με παραγωγικό βήχα, ταυτόχρονη χορήγηση αναστολέων της ΜΑΟ, σοβαρή ηπατοπάθεια, βρέφη < 2 ετών.

Παρενέργειες: Αναφέρονται σπανίως ξηρότητα των ανωτέρων αναπνευστικών οδών, ναυτία, υπνηλία, ίλιγγοι και πολύ σπάνια καταστολή του κέντρου της αναπνοής.

Αλληλεπιδράσεις-Προσοχή στη χορήγηση: Με αναστολείς της ΜΑΟ κίνδυνος τοξικών αντιδράσεων περιλαμβανομένης της υπερπυρεξίας, που ενίοτε είναι θανατηφόρος. Η κινίνη, αμιωδαρόνη και ίσως η φλουοξετίνη αυξάνουν τη στάθμη της. Να μη συγχορηγείται με κατασταλτικά του ΚΝΣ. Σε αναπνευστική και ηπατική ανεπάρκεια κίνδυνος τοξικών αντιδράσεων. Να χορηγείται για όσο το δυνατόν βραχύτερο χρονικό διάστημα. Προσοχή κατά την οδήγηση και το χειρισμό μηχανημάτων, μπορεί να εμφανισθούν ναυτία, ζάλη, υπνηλία.

Δοσολογία

Ενήλικες και παιδιά > 12 ετών: 10-20 mg/4ωρο ή 30 mg/6-8 ώρες.

Παιδιά 6-12 ετών: 1 mg/kg/24ωρο διαιρεμένα σε 3-6 δόσεις, 2-6 ετών 30mg/24ωρο διαιρεμένα σε 3-6 δόσεις.

Μέγιστη δόση για ενηλίκους και παιδιά > 12 ετών 120 mg/24ωρο και για παιδιά 6-12 ετών 60 mg/24ωρο.
2. Κωδεΐνη + Εφεδρίνη (Codeine + Ephedrine)strong>Eνδείξεις: Eρεθιστικός μη παραγωγικός βήχας που δεν ανταποκρίνεται στα μη ναρκωτικά αντιβηχικά.

Δοσολογία: Ενήλικες 2.5 ml 3-6 φορές το 24ωρο. Παιδιά κατά περίπτωση.

Μη ναρκωτικά αντιβηχικά

H αποτελεσματικότητα των μη ναρκωτικών αντιβηχικών, πλην της δεξτρομεθορφάνης (δεν κυκλοφορεί), είναι συζητήσιμη, γιατί οι υπάρχουσες μελέτες είναι ελλειπείς και περιορισμένες. Προτιμώνται όμως των ναρκωτικών αντιβηχικών, γιατί τα περισσότερα από αυτά δεν έχουν σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες και γενικά τα μειονεκτήματα των ναρκωτικών. Σε οξείες καταστάσεις, όπου ο βήχας είναι ερεθιστικός μη παραγωγικός και δυσχεραίνει τον ύπνο του ασθενή, η χορήγησή τους για βραχύ χρονικό διάστημα μπορεί να είναι χρήσιμη. Γενικά η χρήση τους δεν συνιστάται σε χρόνιο βήχα, όπως σε καπνιστές, εμφυσηματικούς ή ασθματικούς.

H ασφάλειά τους στη διάρκεια της κύησης ή της γαλουχίας δεν είναι βεβαιωμένη.

H βουταμιράτη θεωρείται ότι έχει κεντρική δράση.

Περιορισμένη κεντρική αντιβηχική δράση και σε δόσεις που προκαλούν καταστολή έχει και η διφαινυδραμίνη, ιδιαίτερα σε περιπτώσεις αλλεργικού βήχα.

Η λεβοδροπροπιζίνη είναι αντιβηχικό περιφερικής δράσης.

Η πεντοξυβερίνη δρα στο κέντρο του βήχα και εμφανίζει ήπια σπασμολυτική και αντιχολινεργική δράση.

1. Βουταμιρατή κιτρική (Butamirate Citrate)

Δοσολογία: Συνήθης δόση 7.5 mg 3-4 φορές την ημέρα. Παιδιά 8-12 mg/24ωρο σε κατανεμημένες λήψεις.

2. Διφαινυδραμίνη υδροχλωρική (Diphenhydramine Hydrochloride)

Δοσολογία: Eνήλικοι 25 mg/4ωρο, παιδιά 6-12 ετών 12.5 mg/4ωρο, 2-6 ετών 6.5mg/4ωρο. Nα μη χορηγείται ημερήσια δόση μεγαλύτερη των 100, 50 και 25 mg αντίστοιχα στις αναφερθείσες ηλικίες.

3. Λεβοδροπροπιζίνη (Levodropropizine)

Δοσολογία: Συνήθης δόση 60 mg έως 3 φορές την ημέρα. Παιδιά 2-12 ετών 3mg/kg/ημέρα διηρημένα σε 3 χορηγήσεις, αυξανόμενο το μέγιστο στο διπλάσιο μόνο σε αιτιολογημένες από τον ιατρό περιπτώσεις, αλλά σε καμμία περίπτωση δεν γίνεται υπέρβαση των 60mg έως 3 φορές την ημέρα.

Πεντοξυβερίνη κιτρική (Pentoxyverine Citrate)

Παρενέργειες: Σε μικρό ποσοστό υπνηλία, ξηρότητα βλεννογόνων, εξανθήματα.

Αλληλεπιδράσεις-Προσοχή στη χορήγηση: Ενισχύει τη δράση άλλων κατασταλτικών του Κ.Ν.Σ. Μείωση της δόσης σε νεφρική ανεπάρκεια. Να αποφεύγεται σε κύηση και γαλουχία. Επίσης η οδήγηση και ο χειρισμός επικίνδυνων μηχανημάτων, εξαιτίας της πιθανής υπνηλίας.

Δοσολογία: Eνήλικοι και παιδιά >6 ετών 2 mg /kg/24ωρο σε 2-3 λήψεις. Παιδιά 16 ετών 1.5 mg/kg/24ωρο σε 2-3 λήψεις.