Φαγούρα στο όσχεο και θεραπεία

To όσχεο ενός ενήλικα είναι σχετικά άνοσο στις δερματοφυτικές λοιμώξεις, αλλά αποτελεί μια εκλεκτική θέση εντόπισης της περιγεγραμμένης νευροδερματίτιδας (χρόνιος απλός λειχήνας).

Ο ψυχογενής κνησμός (φαγούρα) είναι ίσως ο συχνότερος τύπος κνησμού που παρατηρείται. Δεν έχει αποσαφηνιστεί το γιατί εντοπίζεται εκλεκτικά σε αυτή στο όσχεο των ανδρών ή στο αιδοίο των γυναικών. Είναι όμως δυνατόν να αναπτυχθεί λειχηνοποίηση, η οποία μπορεί να είναι εκσεσημασμένη και να επιμένει για πολλά χρόνια παρά την εντατική θεραπεία.

Οι λοιμώδεις καταστάσεις μπορεί να επιπλέξουν ή να προκαλέσουν φαγούρα στην περιοχή του οσχέου αλλά είναι λιγότερο συχνές σε σχέση με τον ιδιοπαθή κνησμό του οσχέου.

Οι μυκητιασικές λοιμώξεις, εκτός από την καντιντίαση, συνήθως αφήνουν την περιοχή του οσχέου απρόσβλητη. Όταν η καντιντιασική λοίμωξη προσβάλλει το όσχεο, κυριαρχεί το αίσθημα καύσου μάλλον παρά του κνησμού. Το όσχεο εμφανίζεται διαβρωμένο, εξιδρωμένο ή εφελκιδοποιημένο.

Το όσχεο είναι δυνατόν να προσβληθεί δευτεροπαθώς και σε μικρότερο βαθμό σε περιπτώσεις κνησμού του πρωκτού. Όμως ο κνησμός αυτός εντοπίζεται συνήθως στη μέση γραμμή, εκτεινόμενος από τον πρωκτό κατά μήκος της μέσης γραμμής στη βάση του οσχέου μάλλον, παρά στις εξαρτώμενες επιφάνειες του, όπου συνήθως εκδηλώνεται ο κνησμός του οσχέου. Η κατάσταση αυτή μπορεί να συσχετίζεται με αλλεργική δερματίτιδα εξ επαφής από τοπικά φάρμακα, στα οποία περιλαμβάνονται οι τοπικοί στεροειδείς παράγοντες.

Θεραπεία

Τα τοπικά κορτικοστεροειδή αποτελούν το στυλοβάτη της θεραπείας αλλά θα πρέπει να εφαρμόζονται με προσοχή.

Το “σύνδρομο του εθισμένου οσχέου” μπορεί να προκληθεί από τη χρήση τοπικών στεροειδών υψηλής ισχύος. Αν και κάτι τέτοιο παρατηρείται μετά από χρόνια χρήση, ακόμη και τα στεροειδή υψηλής ισχύος που χρησιμοποιούνται για βραχύ χρονικό διάστημα είναι δυνατόν να οδηγήοουν στην εμφάνιση του συνδρόμου αυτού.

Όπως συμβαίνει και με την περιοχή του προσώπου, τα πολύ ισχυρά κορτικοοτεροειδή που εφαρμόζονται στο όσχεο μπορεί να προκαλέσουν την ανάπτυξη εθισμένου δέρματος: κάθε φορά που ο ασθενής επιχειρεί να μειώσει τη δόση του στεροειδούς παρουσιάζεται έντονο αίσθημα καύσου και ερύθημα.

Η τοπική αλοιφή τακρολίμης είναι χρήσιμη τόσο στην αποφυγή των επιπτώσεων της υπερβολικής χρήσης των ισχυρών τοπικών στεροειδών, όσο και στην αντιμετώπιση του εκ στεροειδών προκαλούμενου ερυθρού προσώπου.

Το όσχεο έρχεται συχνά σε επαφή με το δέρμα του εσωτερικού τμήματος του μηρού, δημιουργώντας περιοχές κλειστής περίδεσης, οι οποίες αυξάνουν τη διείσδυση των τοπικών στεροειδών. Όταν πρόκειται να χρησιμοποιηθούν τοπικά στεροειδή στην περιοχή αυτή προτιμώνται εκείνα που είναι χαμηλής ισχύος.

Άλλες χρήσιμες μη στεροειδείς εναλλακτικές ουσίες είναι η τοπική πραμοξίνη, η δοξεπίνη ή η απλή βαζελίνη.