ΟΜΑΛΟΣ ΛΕΙΧΗΝΑΣ: Τύποι, συμπτώματα και θεραπεία

Ο ομαλός λειχήνας είναι μια συχνή, κνησμώδης, φλεγμονώδης νόσος του δέρματος, των βλεννογόνων  (π.χ. στόματος) και των τριχικών θυλάκων.

Η νόσος εμφανίζεται στους άνδρες με ένα σταθερό ρυθμό από την πρώιμη ηλικία των 20 μέχρι την ηλικία των 60, ενώ στις γυναίκες ο ρυθμός εμφάνισης νέων περιπτώσεων αυξάνεται αδιαλείπτως με την αύξηση της ηλικίας και κορυφώνεται στην ηλικία των 60.

Λειχήνας δέρματος

Οι πρωτοπαθείς βλάβες του ομαλού λειχ;hνα είναι χαρακτηριστικές, σχεδόν παθογνωμονικές και συνίστανται σε μικρές, ιώδεις, αποπλατυσμένες, πολυγωνικές βλατίδες. Χρωματικά είναι αρχικά είναι ερυθηματώδεις, όμως οι καλά αναπτυγμένες βλάβες είναι ιώδεις, ενώ οι παλαιές και εκείνες που βρίσκονται σε φάση αποδρομής είναι συνήθως υπερμελαγχρωματικές.

Η επιφάνεια των βλατίδων είναι στίλβουσα, ξηρή, καλύπτεται με λιγοστά προσφυόμενα λέπια και φέρει γκριζωπές ή λευκές στιγμοειδείς κηλίδες ή γραμμές (δίκτυο Wickham). Η δερματοσκόπηση καθιστά περισσότερο εμφανές το εξαιρετικά χαρακτηριστικό αυτό διαγνωστικό στοιχείο των βλαβών του ομαλού λειχήνα.

Η νόσος ξεκινά με τη μορφή βλατίδων μεγέθους κεφαλής καρφίτσας, οι οποίες αυξάνονται σε μέγεθος σχηματίζοντας πλάκες διαμέτρου 0.5 έως 1.0 cm. Σε σπάνιες περιπτώσεις, παρατηρούνται βλάβες μεγαλύτερου μεγέθους.

Ο ομαλός λειχήνας εντοπίζεται κατά κύριο λόγο στην καμπτική επιφάνεια των καρπών, τον κορμό, το εσωτερικό τμήμα των μηρών, τις κνήμες, τη ραχιαία επιφάνεια των άκρων χειρών και τη βάλανο του ανδρικού μορίου. Το πρόσωπο προσβάλλεται σπάνια μόνο, και οι βλάβες περιορίζονται συνήθως στην περιοχή των βλεφάρων ή/και τα χείλη. Οι παλάμες και τα πέλματα είναι δυνατόν να προσβληθούν και να εμφανίσουν βλατίδες μικρού μεγέθους ή υπερκερατωσικές πλάκες. Οι ειδικοί μορφολογικοί τύποι παρουσιάζουν τάση εκλεκτικής εντόπισης σε συγκεκριμένες θέσεις π.χ. οι δακτυλιοειδείς βλάβες εμφανίζονται κυρίως στο πέος, ενώ οι υπερκερατωσικές βλάβες στην πρόσθια επιφάνεια των κνημών.

Η κατάσταση συνοδεύεται συνήθως από εκσεσημασμένη φαγούρα. Το αίσθημα αυτό μπορεί να προηγείται της εμφάνισης των δερματικών βλαβών, και όπως συμβαίνει και με την ψώρα, η ένταση του είναι ανάλογη της έκτασης της νόσου.

Η φυσική πορεία του ομαλού λειχήνα είναι εξαιρετικά μεταβλητή και εξαρτάται από τη θέση εντόπισης και την κλινική μορφή. Στα δύο/τρίτα των ασθενών οι βλάβες παραμένουν για λιγότερο από 1 έτος, ενώ σε πολλούς ασθενείς υποχωρούν αυτομάτως κατά τη διάρκεια του δεύτερου έτους. Η προσβολή των βλεννογόνων (π.χ. στο στόμα) διαρκεί μεγαλύτερο χρονικό διάστημα. Οι υποτροπές της νόσου είναι συχνές.

Τα παιδιά αντιπροσωπεύουν το 4% των περιπτώσεων του ομαλού λειχήνα και εμφανίζουν συνήθως άτυπες βλάβες. Οι γραμμοειδείς ή οι τμηματικές μορφές, η προεξάρχουσα θυλακική προσβολή, οι σοβαρές ονυχαίες αλλοιώσεις που οδηγούν σε δυσμορφίες, και η μακροχρόνια πορεία χαρακτηρίζουν την παιδική νόσο. Συχνά προσβάλλονται και άλλα μέλη της οικογένειας των παιδιών με ομαλό λειχήνα.

Λειχήνας στόματος

Οι βλεννογόνοι, ειδικά της στοματικής κοιλότητας προσβάλλονται συχνά. Το 50% των ασθενών με στοματικό ομαλό λειχήνα παρουσιάζει σύνοδες δερματικές βλάβες. Οι γυναίκες αντιπροσωπεύουν το 75% των ασθενών με στοματικό ομαλό λειχηνα και εμφανίζουν τη νόσο 10 χρόνια αργότερα σε σχέση με τους άνδρες (57 ετών έναντι 47 ετών). Οι στοματικές βλάβες μπορεί να είναι:

  • δικτυωτές (δικτυωτή μορφή),
  • ερυθηματώδεις (ατροφική μορφή), ή
  • εξελκωμένες (διαβρωτική μορφή).

Οι ασθενείς είναι δυνατόν να εμφανίζουν ταυτόχρονα διάφορες μορφές ομαλού λειχ;hνα, χαρακτηρίζονται όμως από τη αρχική μορφή που εκδηλώνουν. Ο πιο συχνός τύπος στοματικού ομαλού λειχηνα είναι ο ελκωτικός (40% των ασθενών). Πλησίον των εξελκωμένων περιοχών ανευρίσκονται συνήθως δικτυωτής μορφολογίας ερυθηματώδεις βλάβες. Η ερυθηματώδης μορφή κυριαρχεί στο 37% των ασθενών, ωστόσο σχεδόν πάντα παρατηρούνται και δικτυωτές βλάβες σ’ αυτούς τους ασθενείς.

Στο στοματικό ομαλό λειχηνα επικρατούν οι “κλασσικές” δικτυωτές βλάβες στο 23% των ασθενών, οι οποίοι συνήθως είναι ασυμπτωματικοί. Συμπτώματα παρουσιάζει το 23% των ασθενών και μόνο όταν υπάρχει προσβολή της γλώσσας. Όλοι οι ασθενείς με διαβρωτικές βλάβες είναι συμπτωματικοί. Ο στοματικός ομαλός λειχήνας είναι δυνατόν να προσβάλλει οποιοδήποτε σημείο του στόματος. Ο βλεννογόνος των παρειών συμμετέχει στο 90% των περιπτώσεων, ενώ τα ούλα σε ποσοστό μεγαλύτερο του 50%. Η διάγνωση των ουλωτικών βλαβών είναι ιδιαίτερα δυσχερής, και συνήθως απαιτείται η διενέργεια βιοψίας τόσο για ιστολογική εξέταση όσο και για άμεσο ανοσοφθορισμό.

Η ουλωτική προσβολή συσχετίζεται με ταχέως εξελισσόμενη υποχώρηση των ούλων, συνεπώς είναι ζωτικής σημασίας η επιθετική αντιμετώπιση της στοματικής υγιεινής και του ελέγχου της υπερανάπτυξης της Candida σε αυτούς τους ασθενείς.

Ο μηχανικός τραυματισμός, ο οποίος οφείλεται σε οδοντιατρικές επεμβάσεις και στις συσκευές που δεν εφαρμόζουν σωστά, όπως επίσης και η αυξημένη ανάπτυξη πλάκας λόγω αδυναμίας καθαρισμού των οδόντων που αποδίδεται στο άλγος, μπορεί να πυροδοτήσει ή να επιδεινώσει τον ουλωτικό ομαλό λειχηνα, ενδεχομένως μέσω του φαινομένου Koebner.

Όταν οι βλάβες εντοπίζονται στη γλώσσα και στην υπερώα συγχέονται συνήθως κλινικά με τη λευκοπλακία. Το κάτω χείλος συμμετέχει στο 15% των ασθενών με στοματικό ομαλό λειχηνα, ενώ το άνω χείλος μόνο στο 2% αυτών.

Σε ασθενείς με στοματικές λειχηνοειδείς αντιδράσεις είναι δυνατόν να ανευρεθεί ευαισθησία στον υδράργυρο, τον χρυσό και το παλλάδιο. Η ευαισθησία στα μέταλλα, ως αιτιολογικός παράγων μιας στοματικής λειχηνοειδούς αντίδρασης θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη, ειδικά σε εκείνους τους ασθενείς των οποίων η στοματική προσβολή γειτνιάζει άμεσα με τα εμφυτεύματα.

Στα γεννητικά όργανα

Η προσβολή των γεννητικών οργάνων, με ή χωρίς βλάβες σε άλλες θέσεις, είναι συχνή. Στη βάλανο των ανδρών παρατηρούνται επίπεδες, πολυγωνικές βλατίδες, ή βλάβες δακτυλιοειδούς σχήματος.

Στα χείλη του αιδοίου και στον πρωκτό εμφανίζονται παρόμοιες βλάβες, οι οποίες συνήθως είναι λευκωπές εξαιτίας της διαβροχής. Στις αιδιοκολπικές περιοχές είναι συχνή η διαβρωτική ή ελκωτική μορφή της νόσου, η οποία μπορεί να συνυπάρχει με την τυπική δικτυωτή μορφή. Το 25% των γυναικών με στοματικό ομαλό λειχηνα εμφανίζει αιδοιοκολπική προσβολή. Ο αιδοιοκολπικός ομαλός λειχήνας θα πρέπει να διαφοροδιαγιγνώσκεται από το σκληρό λειχήνα.

Οι τύποι

Υπάρχουν πολλοί κλινικοί τύποι ομαλού λειχήνα. Δεν έχει αποσαφηνιστεί όμως αν αυτοί συνιστούν ξεχωριστές νοσολογικές οντότητες ή μέρος του φάσματος του ομαλού λειχήνα. Όλοι οι τύποι παρουσιάζουν τα τυπικά ιστολογικά ευρήματα της νόσου, αλλά περιγράφονται ξεχωριστά, εφόσον τα κλινικά τους γνωρίσματα διαφέρουν από εκείνα του κλασσικού ομαλού λειχήνα. Ορισμένοι ασθενείς με αυτές τις κλινικές παραλλαγές μπορεί να εμφανίζουν και τυπικές δερματικές βλάβες κλασσικού ομαλού λειχηνα. Οι πιο συχνές ή γνωστές μορφές περιγράφονται παρακάτω.

Γραμμοειδής ομαλός λειχήνας. Στον κλασσικό ομαλό λειχήνα παρουσιάζονται συνήθως μικρές γραμμοειδείς βλάβες που οφείλονται στο φαινόμενο Koebner. Εμφάνιση του ομαλού λειχηνα με τη μορφή ταινίας ή ράβδωσης έχει επίσης περιγραφεί σε ποσοστό μικρότερο του 1% των ασθενών. Εξαίρεση αποτελεί η Ιαπωνία, ποσοστό μέχρι 10% των αναφερόμενων περιπτώσεων αφορά γραμμοειδείς μορφές. Αν και αρχικά θεωρήθηκε ότι οι βλάβες είχαν δερμοτομιακή κατανομή (ζωστηρόμορφες), διαπιστώθηκε ότι στην πραγματικότητα ακολουθούν τις γραμμές του Blaschko. Η μορφή αυτή είναι πιο συχνή στα παιδιά, εμφανίζεται όμως και στους ενήλικες. Βλατίδες με ποικίλου βαθμού υπερκείμενης υπερκεράτωσης ή απλής υπερμελάγχρωσης αποτελούν τις αρχικές εκδηλώσεις. Με¬ταξύ των μεμονωμένων βλαβών υπάρχουν συνήθως περιοχές υγιούς δέρματος.

Δακτυλιοειδής ομαλός λειχήνας. Οι άντρες αντιπροσωπεύουν το 90% των ασθενών με δακτυλιοειδή ομαλό λειχήνα. Βλάβες με αυτή τη διάταξη εντοπίζονται κατά κύριο λόγο στην περιοχή της μασχάλης, στα ανδρικά γεννητικά όργανα, και τη βουβωνική χώρα. Η προσβολή των βλεννογόνων, του τριχωτού της κεφαλής, και των νυχιών είναι σπάνια σε ασθενείς με τη δακτυλιοειδή μορφή της νόσου. Οι δακτυλιοειδείς βλάβες απαρτίζονται από μικρές βλατίδες διαμέτρου 1 cm περίπου και η υπερμελάγχρωση του κεντρικού τμήματος μπορεί να αποτελεί το κυρίαρχο χαρακτηριστικό τους.

Η συρροή των βλαβών είναι δυνατόν να οδηγήσει στη δημιουργία πολυκυκλικών σχηματισμών. Δακτυλιοειδείς βλάβες προκύπτουν επίσης μετά από κεντρική ίαση των επίπεδων βλατίδων ή πλακών. Έτσι δημιουργούνται βλάβες με ιώδη επηρμένα όρια και κεντρικές υπερμελαγχρωματικές κηλίδες.

Υπεριροφτκός ομαλός λειχήνας (Μυρμηκιώδης ομαλός λειχήνας). Ο υπερτροφικός ομαλός λειχήνας παρουσιάζεται κυρίως στα γόνατα, αν και μπορεί να εντοπιστεί σε οποιοδήποτε σημείο του δέρματος. Οι τυπικές βλάβες είναι μυρμηκιώδεις πλάκες με ποικίλου βαθμού απολέπιση. Ορισμένες φορές ανακαλύπτονται στο περίγραμμα των πλακών, μικρές, αποπλατυσμένες, πολυγωνικές βλατίδες. Η επισκόπηση της επιφάνειας των βλαβών υποδηλώνει συνήθως ψωρίαση ή κάποιο νεόπλασμα κερατινοκυττάρων μάλλον παρά ομαλό λειχηνα. Οι βλάβες ποικίλλουν σε μέγεθος αλλά συχνά αποκτούν διάμετρο αρκετών εκατοστών και καθίστανται μεγαλύτερες από τις βλάβες της κλασσικής μορφής ομαλού λειχήνα.

Η κλινική διάγνωση μπορεί να είναι δυσχερής και συνήθως απαιτείται βιοψία. Ιστολογικά, η ψευδοεπιθηλιοματώδης υπερπλασία των κερατινοκυττάρων μπορεί να είναι εκσεσημασμένη και να οδηγήσει στην εσφαλμένη διάγνωση του ακανθοκυτταρικού καρκινώματος. Επιπλέον, είναι δυνατόν να ανευρεθεί στις βλάβες του υπερτροφικού ομαλού λειχηνα υπερπλασίες τύπου κερατοακανθώματος. Η μορφή αυτή είναι χρόνια και ανθεκτική συνήθως στην τοπική θεραπεία.

Ο υπερτροφικός ερυθηματώδης λύκος μοιάζει με τον υπερτροφικό ομαλό λειχηνα τόσο κλινικά όσο και ιστολογικά. Ο υπερτροφικός λύκος προσβάλλει κατά κύριο λόγο τα περιφερικά τμήματα των άκρων, το πρόσωπο, και το τριχωτό της κεφαλής. Η ανεύρεση στον άμεσο ανοσοφθορισμό συνεχούς κοκκιώδους εναπόθεσης ανοσοσφαιρίνης, ενισχύει τη διάγνωση του υπερτροφικού ερυθηματώδους λύκου.

Ελκωτικός ομαλός λειχήνας. Ο ελκωτικός ομαλός λειχήνας προσβάλλει σπάνια το δέρμα αλλά συχνά τους βλεννογόνους. Οι τυπικές δερματικές βλάβες του ομαλού λειχηνα εξελκώνονται σε σπάνιες περιπτώσεις. Μια σπάνια ελκωτική μορφή δερματικού ομαλού λειχηνα προσβάλλει τα άκρα πόδια και τα δάκτυλα των κάτω άκρων, προκαλώντας την ανάπτυξη πομφολύγων, ελκώσεων και μόνιμης απώλειας των ονύχων. Οι χρόνιες αυτές ελκώσεις των άκρων ποδιών είναι επώδυνες και δυσχεραίνουν τη βάδιση. Πολλές φορές αναπτύσσεται ουλωτική αλωπεκία στο τριχωτό της κεφαλής και είναι δυνατόν επίσης να προσβληθεί ο βλεννογόνος των παρειών. Η τοποθέτηση δερματικών μοσχευμάτων στα πέλματα έχει επιφέρει ικανοποιητικά αποτελέσματα.

Αν και οι διαβρώσεις ή οι εξελκώσεις είναι σπάνιες στο δερματικό ομαλό λειχήνα, αποτελούν τις κατεξοχήν εκδηλώσεις στο στοματικό βλεννογόνο και συνήθως είναι χρόνιες. Οι βλάβες εντοπίζονται σε οποιοδήποτε σημείο του στόματος, και παρατηρείται συχνά πολυεστιακή προσβολή. Ο βλεννογόνος των παρειών συμμετέχει στο 90% των περιπτώσεων, τα ούλα σε περισσότερες από τις μισές, και η γλώσσα στο 40% περίπου αυτών. Η προσβολή των ούλων μπορεί να οδηγήσει σε διαβρωτική ουλίτιδα. Ο διαβρωτικός ομαλός λειχήνας εν γένει προκαλεί δυσφορία ή άλγος.

Η προσβολή του αιδοίου και του κόλπου σε συνδυασμό με ουλίτιδα, έχει περιγραφεί ως αιδοιοκολπικό-ουλωτικό σύνδρομο. Αν και είναι δυνατόν να συμμετέχουν εξ’ αρχής και οι τρεις αυτοί βλεννογόνοι, η νόσος μπορεί να προσβάλλει αρχικά τον έναν και στην πορεία τους άλλους. Η χαρακτηριστική αυτή κατάσταση έχει οδηγήσει στη διεύρυνση του κλινικού φάσματος του ομαλού λειχηνα και έχει αποδείξει ότι η διαβρωτική νόσος των γυναικείων γεννητικών οργάνων είναι πιο συχνή απ’ αυτή που είχε υπολογιστεί στο παρελθόν. Οι πάσχουσες γυναίκες εμφανίζουν αιδοιοδυνία ή αίσθημα καύσου, παρόλα αυτά δεν αναφέρουν οικειοθελώς τα συγκεκριμένα συμπτώματα παρά μόνο αν ερωτηθούν ειδικά γι’ αυτά.

Οι βλάβες του αιδοίου είναι παρόμοιες με εκείνες του στοματικού ομαλού λειχηνα και εμφανίζουν ερύθημα, λευκή υπερκεράτωση και διάβρωση. Τις ερυθηματώδεις ή διαβρωμένες αυτές βλάβες περιβάλλει στενή στεφάνη λευκωπής δικτύωσης. Η στεφάνη αυτή αποτελεί πρόσφορο έδαφος για τη διενέργεια βιοψίας με στόχο την τεκμηρίωση της διάγνωσης. Ο βλεννογόνος του κόλπου προσβάλλεται στα δύο/τρίτα των ασθενών. Πολλές φορές δημιουργείται ουλοποίηση του κόλπου και της περιοχής του αιδοίου με ανάπτυξη συμφύσεων, προδρομικών ταινιών καθώς και ατροφίας των μικρών χειλέων ή της ακροποσθίας στους άντρες, προσδίδοντας κλινική εικόνα όμοια με εκείνη του σκληρού λειχηνα. Στο ένα/τρίτο παρατηρείται τυπικός δικτυωτός ομαλός λειχήνας στο βλεννογόνο των παρειών, και στο 10% δερματικές βλάβες ομαλού λειχηνα.

Θυλακικός ομαλός λειχήνας (Lichen Planopilaris). Ο θυλακικός ομαλός λειχήνας είναι μια μορφή ομαλού λειχηνα που προσβάλλει τη θυλακική μονάδα. Οι περισσότερες περιπτώσεις αφορούν το τριχωτό της κεφαλής και αποτελούν σημαντικές αιτίες πρόκλησης ουλωτικής αλωπεκίας. Το 70% έως 80% των προσβεβλημένων ασθενών είναι γυναίκες, στην ηλικία συνήθως των 50 ετών. Ο στοματικός βλεννογόνος προσβάλλεται με την ανάπτυξη δικτυωτού ομαλού λειχηνα στο 7% έως 27% των ασθενών, ενώ δερματική συμμετοχή παρατηρείται σε ποσοστό μεταξύ 20% και 40%.

Αλληλοεπικάλυψη ομαλού και σκληρού λειχήνα. Έχουν αναφερθεί σπάνιες περιπτώσεις ασθενών με δερματικές βλάβες ομαλού λειχηνα που συνυπάρχουν με βλάβες σκληρού λειχηνα. Στην πλειονότητα αυτών των περιπτώσεων, οι βλάβες του σκληρού λειχηνα ήταν στην πραγματικότητα υπερκείμενες morphea, συνεπώς επρόκειτο για αλληλοεπικάλυψη ομαλού λειχηνα και εντοπισμένης σκληροδερμίας (morphea).

Θεραπεία

Οι περιορισμένες βλάβες είναι δυνατόν να αντιμετωπισθούν με πολύ ισχυρά τοπικά στεροειδή ή με ενδοβλαβικές εγχύσεις στεροειδών.

Σε ασθενείς με εκτεταμένη νόσο, αυτού του είδους οι θεραπείες είναι συνήθως μη ικανοποιητικές. Οι ευρέως εξαπλούμενες βλάβες ανταποκρίνονται καλά στη συστηματική χορήγηση κορτικοστεροειδών αλλά έχουν την τάση να υποτροπιάζουν καθώς η δόση ελαττώνεται.

Παρόλα αυτά, με τη λήψη πρεδνιζόνης σε δόση 1 mg/kg/ ημέρα (60 mg κατά μέσο όρο) για 7 ημέρες, 40 mg για 7 ημέρες και 20 mg για 7 ημέρες και ακολούθως με τη βαθμιαία ελάττωση της δόσης με ρυθμό 2,5 mg/εβδομάδα οι υποτροπές αυτές καθίστανται λιγότερο συχνές.

Η φωτοθεραπεία, στην οποία συμπεριλαμβάνεται η UVB στενής δέσμης, η UVA1 και η PUVA μπορεί να είναι αποτελεσματική στην αντιμετώπιση του δερματικού ομαλού λειχήνα. Η έκθεση στη UVA μετά από τοπική χρήση κρέμας ψωραλενίου έχει εφαρμοστεί επιτυχώς για τη θεραπεία του ομαλού λειχηνα των γεννητικών οργάνων.

Η ισοτρετινοΐνη και η ασιτρετίνη επίσης σε δόσεις παρόμοιες ή ελαφρώς χαμηλότερες από εκείνες που χορηγούνται στην ψωρίαση, μπορεί να είναι χρήσιμες και με τη θεραπεία αυτή αποφεύγονται οι μακροπρόθεσμες επιπλοκές των συστηματικών κορτικοστεροειδών.

Τα ρετινοειδή είναι ιδιαιτέρως δραστικά στην αντιμετώπιση του υπερτροφικού ομαλού λειχηνα, και μπορεί να συνδυαστούν με φωτοθεραπεία σε ανθεκτικές περιπτώσεις. Η φωτοδυναμική θεραπεία με τη χρήση τοπικού 5-αμινολεβουλινικού οξέος είναι συνήθως αποτελεσματική στην αντιμετώπιση του ομαλού λειχήνα της βαλάνου στον άνδρα.

Η υποδόρια έγχυση 3 mg ηπαρίνης χαμηλού μοριακού βάρους (enoxaparin), μια φορά την εβδομάδα οδήγησε σε ύφεση του δερματικού και του δικτυωτού στοματικού ομαλού λειχηνα στο 61% των ασθενών, και σε βελτίωση των βλαβών στο 11%.

Η ανταπόκριση του διαβρωτικού στοματικού ομαλού λειχήνα ήταν διαφορετική σε κάθε περίπτωση ενώ δε σημειώθηκε κάποια βελτίωση στη θυλακική μορφή του. Οι εκ του στόματος χορηγούμενοι ανοσοκατασταλτικοί παράγοντες μπορεί να είναι ευεργετικοί για τη θεραπεία του δερματικού ομαλού λειχήνα, όμως εξαιτίας της δυνητικής τοξικότητας τους χρησιμοποιούνται μόνο στις περισσότερο σοβαρές περιπτώσεις. Η κυκλοσπορίνη σε δόσεις που χορηγούνται συνήθως στην ψωρίαση είναι πολύ ωφέλιμη, παρομοίως η mycophenolate mofetil μπορεί να οδηγήσει σε ύφεση σε σοβαρές περιπτώσεις δερματικού και στοματικού ομαλού λειχηνα.

Η εφαρμογή πολύ ισχυρών στεροειδών σε μορφή βάσης για στοματική χρήση ή γέλης είναι χρήσιμη για την αντιμετώπιση των στοματικών βλαβών. Χρησιμοποιούνται συνήθως οδοντικοί δίσκοι βινυλίου για την τοποθέτηση της στεροειδικής αλοιφής στα ούλα. Ξεκινήστε με εφαρμογές διάρκειας 30 λεπτών, 3 φορές ημερησίως και μειώστε σε 20 λεπτά κάθε απόγευμα για συντήρηση. Ο συνδυασμός νυστατίνης και κλομπεταζόλης σε στοματική βάση μπορεί να είναι ιδιαιτέρως δραστικός.

Ενδοβλαβικές εγχύσεις πραγματοποιούνται στην περίπτωση εστιακών βλαβών που δεν ανταποκρίνονται στη θεραπεία. Η τοπική εφαρμογή tacrolimus 0.1% έχει καθιερωθεί ως θεραπεία στο διαβρωτικό ομαλό λειχηνα του βλεννογόνου τόσο του στόματος όσο και των γεννητικών οργάνων.

Το αρχικό αίσθημα καύσου που προκαλεί, είναι δυνατόν να περιοριστεί με την ταυτόχρονη χρήση τοπικών στεροειδών ή με την έναρξη της θεραπείας με σκεύασμα χαμηλότερης ισχύος. Μπορεί να χρησιμοποιηθούν και υψηλότερες συγκεντρώσεις, μέχρι και 0.3%. Η πλειονότητα των ασθενών παρουσιάζει μερική αλλά σημαντική ανταπόκριση, και η λήψη τροφής καθίσταται ευκολότερη και λιγότερο οδυνηρή.

Είναι δυνατόν να ανιχνευτούν επίπεδα φαρμάκου στο αίμα, ανεξάρτητα από την περιοχή προσβολής, μειώνονται συνήθως με την πάροδο του χρόνου, καθώς οι στοματικές διαβρώσεις επουλώνονται. Η διατήρηση της ύφεσης είναι σπάνια κατά συνέπεια απαιτείται μακροχρόνια θεραπεία για την επίτευξη της.

Η PUVA και το Laser excimer 308 nm έχουν αποδειχτεί αποτελεσματικά στην αντιμετώπιση του στοματικού ομαλού λειχηνα. Έχει αναφερθεί, ότι η χορήγηση υδροξυχλωροκίνης σε δόση 200 έως 400 mg/ημέρα για 6 μήνες είχε σαν αποτέλεσμα την άριστη ανταπόκριση σε 9 από τους 10 ασθενείς με στοματικό ομαλό λειχήνα.

Η θαλιδομήδη επίσης είναι ένα φάρμακο που θεωρείται δραστικό σε δόσεις των 150 mg ημερησίως. Οι παραπάνω συστηματικοί παράγοντες που συνιστώνται για την αντιμετώπιση του δερματικού ομαλού λειχηνα μπορεί να επιφέρουν επίσης βελτίωση της στοματικής νόσου.

Η τοπική και συστηματική χρήση κορτικοστεροειδών στο αιδοιοκολπικό-ουλωτικό σύνδρομο, είναι ευεργετική. Η δράση της τοπικής θεραπείας με κορτικοστεροειδή ενισχύεται με την ανάμιξη τους στεροειδούς με κολπικό βιοκολλοειδές ενυδατικό (Replens). Η ιοντοφόρηση μπορεί να βελτιώσει τη μεταφορά του φαρμάκου. Η mycophenolate mofetil και η κυκλοσπορίνη είναι συνήθως αποτελεσματικές στις πιο επίμονες περιπτώσεις.