Μολυσματικό κηρίο: Συμπτώματα, αιτίες και θεραπεία

molysmatiko khrio 5Το μολυσματικό κηρίο αποτελεί μια σταφυλοκοκκική, στρεπτοκοκκική, ή μικτή λοίμωξη που χαρακτηρίζεται από διακριτές, λεπτοτοιχωματικές φυσαλίδες, οι οποίες καθίστανται ταχέως φλυκταινώδεις και στη συνέχεια ρήγνυνται. Το μολυσματικό κηρίο παρουσιάζεται συχνότερα στις εκτεθειμένες περιοχές του σώματος: το πρόσωπο (φωτογραφία), τις άκρες χείρες, τον τράχηλο και τα άκρα.

Το μολυσματικό κηρίο του τριχωτού της κεφαλής συνιστά μια συχνή επιπλοκή της φθειρίασης της κεφαλής.

Συμπτώματα

Η νόσος ξεκινά με την εμφάνιση ερυθηματωδών κηλίδων μεγέθους 2 mm, οι οποίες σε βραχύ χρονικό διάστημα μπορεί να εξελιχθούν σε φυσαλίδες ή πομφόλυγες. Αφότου οι βλάβες αυτές ραγούν, παρατηρείται ένα λεπτόρευοτο, κι-τρινόχροο, οροπυώδες έκκριμα. Το εξίδρωμα αποξηραίνεται σχηματίζοντας μελιτόχροες εφελκίδες με τη μορφή χαλαρά προσφυόμενων στρωμάτων, οι οποίες εναποτίθενται η μία πάνω στην άλλη μέχρι να καταστούν πεπαχυσμένες και εύθρυπτες.

Οι εφελκίδες απομακρύνονται συνήθως εύκολα, καταλείποντας μια λεία, εξέρυθρη, έφυγρη επιφάνεια, η οποία σύντομα συγκεντρώνει ξανά σταγονίδια νεοπαραγώμενου εξιδρώματος που μεταφέρονται σε άλλα σημεία του σώματος μέσω των δακτύλων ή των πετσετών. Καθώς οι βλάβες επεκτείνονται περιφερικά και το δέρμα εμφανίζει κεντρική ίαση, σχηματίζονται μεγάλοι κύκλοι με τη συγχώνευση των βλαβών που εξαπλώνονται δημιουργώντας γυροειδείς τύπους. Στο μολυσματικό κηρίο στρεπτοκοκκικής αιτιολογίας παρατηρείται συχνά επιχώριος λεμφαδενοπάθεια, η οποία όμως δεν είναι σοβαρή.

Τα ιστοπαθολογικά ευρήματα συνίστανται στην παρουσία μιας εξαιρετικά επιφανειακής φλεγμονής γύρω από το ανώτερο τμήμα των τριχοσμηγματογόνων θυλάκων, το οποίο έχει σχήμα χωνιού. Σχηματίζεται μια υποκεράτια φυσαλιδοφλύκταινα, που περιέχει λίγους διάσπαρτους κόκκους, μαζί με νεκρωτικό υλικό αποτελούμενο από πολυμορφοπύρηνα λευκοκύτταρα και επιδερμιδικά κύτταρα. Στο χόριο παρατηρείται ήπια φλεγμονώδης αντίδραση-αγγειοδιαοτολή, οίδημα και διήθηση από πολυμορφοπύρηνα λευκοκύτταρα.

Το μολυσματικό κηρίο μπορεί να μιμείται διάφορες παθήσεις. Οι κυκλοτερείς κηλίδες εκλαμβάνονται συχνά εσφαλμένα ως δερματοφυτία αλλά κλινικά εμφανίζουν αρκετά διαφορετική μορφολογία.

Το μολυσματικό κηρίο χαρακτηρίζεται από επιφανειακές βλάβες με έντονη ορορροή, που καλύπτονται από παχιές, κιτρινόχροες ή πορτοκαλόχροες εφελκίδες, οι οποίες παρουσιάζουν χαλαρά προσφυόμενα χείλη και δεν μοιάζουν μορφολογικά με τις λεπιδώδεις πλάκες και το περιφερικό ερύθημα της δερματοφυτίας. Το μολυσματικό κηρίο μπορεί να εκληφθεί λανθασμένα ως δερματίτιδα από Toxicodendron αλλά το πρώτο θεωρείται υπεύθυνο για τις περισσότερο εφελκιδοποιημένες και φλυκταινώδεις βλάβες στους ρώθωνες, τις γωνίες των χειλέων και τα αυτιά.

Δεν συσχετίζεται με το οίδημα των βλεφάρων, τις γραμμοειδείς βλάβες ή την φαγούρα που παρουσιάζονται τόσο συχνά στην προκαλούμενη από δηλητηριώδη κισσό ή δρυ δερματίτιδα.

Αιτίες και παράγοντες

Αν και στο παρελθόν οι στρεπτόκοκκοι προκαλούσαν την πλειονότητα των περιπτώσεων του μολυσματικού κηρίου, στο τέλος του 1970 κατέστη εμφανές ότι το κύριο παθογόνο μικρόβιο ήταν ο χρυσίζων σταφυλόκοκκος (Staphylococcus aureus, S. aureus). Στις περισσότερες μελέτες έχει ανευρεθεί ότι το 50% έως το 70% των περιπτώσεων οφειλόταν στον S. aureus, ενώ οι λοιπές στον P. Pyogenes ή σε συνδυασμό αυτών των δύο μικροοργανισμών.

Οι στρεπτόκοκκοι μπορεί να αντιπροσωπεύουν τα αρχικά παθογόνα μικρόβια στην παθογένεια του μολυσματικού κηρίου, τα οποία αντικαθίστανται από σταφυλόκοκκους, καθώς η βλάβη ωριμάζει. Οι στρεπτόκοκκοι της ομάδας Β συσχετίζονται με μολυσματικό κηρίο των νεογέννητων, ενώ οι στρεπτόκοκκοι των ομάδων C και G σπανίως απομονώνονται σε αντίθεση με εκείνους της συνήθους ομάδας Α.

Στα παιδιά

moysmathiko khrio 5 5Το μολυσματικό κηρίο παρουσιάζεται συχνότερα στην πρώιμη παιδική ηλικία (φωτογραφία), αν και είναι δυνατόν να προσβληθούν άτομα όλων των ηλικιών. Παρατηρείται στις εύκρατες ζώνες, κυρίως κατά τη διάρκεια των καλοκαιρινών μηνών σε περιβάλλον που χαρακτηρίζεται από ζέστη και υγρασία.

Συχνές πηγές μόλυνσης των παιδιών θεωρούνται τα κατοικίδια ζώα, τα ρυπαρά νύχια και τα άλλα παιδιά στα σχολεία, τους παιδικούς σταθμούς ή τις πυκνοκατοικημένες περιοχές. Στις συχνές πηγές μόλυνσης των ενηλίκων περιλαμβάνονται τα μολυσμένα παιδιά και ο αυτοενοφθαλμισμός από τις περιοχές αποικισμού της ρινός και του περινέου.

Επιπλοκές

Το μολυσματικό κηρίο συχνά επιπλέκει τη φθειρίαση της κεφαλής, την ψώρα, τον απλό έρπητα, τα δήγματα εντόμων, τη δερματίτιδα εξ επαφής από δηλητηριώδη κισσό, τα εκζέματα και άλλες εξιδρωματικές, φλυκταινώδεις ή κνησμώδεις δερματοπάθειες.

Οι δερματικές λοιμώξεις από βήτα αιμολυτικό στρεπτόκοκκο της ομάδας Α ακολουθούνται μερικές φορές από την εμφάνιση οξείας σπειραματονεφρίτιδας. Τα νεφριτιδογόνα στελέχη στρεπτόκοκκων συσχετίζονται γενικά με το μολυσματικό κηρίο μάλλον, παρά με λοιμώξεις της ανώτερης αναπνευστικής οδού. Δεν υπάρχουν ενδείξεις ανάπτυξης οξείας σπειραματονεφρίτιδας μετά από σταφυλοκοκκικό μολυσματικό κηρίο. Ο πιο σημαντικός προδιαθεσικός παράγοντας εμφάνισης της οξείας σπειραματονεφρίτιδας είναι ο ορότυπος του στρεπτόκοκκου που προκαλεί μολυσματικό κηρίο. Τα στελέχη τύπου 49, 55, 57 και 60 καθώς επίσης και το στέλεχος Μ τύπου 2 συσχετίζονται με ανάπτυξη νεφρίτιδας.

Η επίπτωση της οξείας σπειραματονεφρίτιδας μετά από μολυσματικό κηρίο ποικίλλει και κυμαίνεται από 2% έως 5% περίπου (10-15% από νεφριτιδογόνα στελέχη στρεπτόκοκκου) και παρουσιάζεται συχνότερα στην παιδική ηλικία, συνήθως σε παιδιά κάτω των 6 ετών. Η πρόγνωση στα παιδιά είναι τις περισσότερες φορές άριστη, ενώ στους ενήλικες δεν είναι τόσο καλή. Εντούτοις, τόσο η έγκαιρη, όσο και η κατάλληλη θεραπεία δεν θεωρείται ότι μετριάζει τον κίνδυνο ανάπτυξης οξείας σπειραματονεφρίτιδας.

Θεραπεία

Συνιστάται η χορήγηση συστηματικών αντιβιοτικών σε συνδυασμό με τοπική θεραπεία. Επειδή η πλειονότητα των περιπτώσεων οφείλεται σε staphylococcus προτείνεται η λήψη μιας ημισυνθετικής πενικιλλίνης ή μιας κεφαλοσπορίνης πρώτης γενιάς, εκτός αν υπάρχει η υποψία MBSA., όπως αναλύεται παραπάνω. Όλες οι θεραπείες θα πρέπει να δίδονται για 7 ημέρες. Είναι απαραίτητο να απομακρύνονται οι εφελκίδες συχνά με τη βοήθεια υγρών επιθεμάτων και να εφαρμόζεται στη συνέχεια αλοιφή βακιτρακίνης ή μουπιροσίνης. Αν οι βλάβες είναι εντοπισμένες, ειδικά στην περιοχή του προσώπου και παρουσιάζονται σε ένα κατά τα άλλα υγιές παιδί η τοπική θεραπεία μπορεί να είναι αποτελεσματική ως μονοθεραπεία.

Η προληπτική επάλειψη αντιβιοτικής αλοιφής στις θέσεις τραυματισμού του δέρματος αποτρέπει την ανάπτυξη μολυσματικού κηρίου σε παιδιά υψηλού κινδύνου που φιλοξενούνται σε παιδικούς σταθμούς.

Σε μια μελέτη ανευρέθηότι οι λοιμώξεις περιορίστηκαν κατά 47% στις περιπτώσεις, όπου έγινε χρήση αντιβιοτικής αλοιφής σε σύγκριση με εκείνες που αντιμετωπίσθηκαν με placebo θεραπεία, στις οποίες το ποσοστό μειώθηκε κατά 15%. Επιπλέον, αν αναπτυχθεί υποτροπιάζον σταφυλοκοκκικό μολυσματικό κηρίο, μπορεί να απομονωθεί στην καλλιέργεια υλικού που έχει ληφθεί από τους πρόσθιους ρώθωνες ο μικροοργανισμός αυτός. Τέτοιες καταστάσεις αποικισμού είναι δυνατόν να αντιμετωπισθούν με εφαρμογή αλοιφής μουπιροσίνης στους πρόσθιους ρώθωνες δύο φορές την ημέρα ή με αγωγή με ριφαμπικίνη, σε δόση 600 mg την ημέρα σε συνδυασμό με δικλοξακιλλίνη (για MSSA) ή με τριμεθοπρίμη-σουλφαμεθοξαζόλη (για MRSA).