Σύνδρομο τοξικής καταπληξίας

Πρόκειται για μια σπάνια διαταραχή όμοια με σηπτική καταπληξία προκαλούμενη από μία εξωτοξίνη, η οποία παράγεται από συγκεκριμένα στελέχη του Staphylococcus aureus και των στρεπτόκοκκων ομάδας Α.

Η καταπληξία (σοκ) είναι ένα σύνδρομο κατά το οποίο μειώνεται ο όγκος του αίματος που κυκλοφορεί κατά συνέπεια να επηρεάζεται ο μεταβολισμός και η θρέψη των κυττάρων. Το αίμα επίσης μπορεί να μειώνεται επειδή δεν μπορεί να κυκλοφορήσει λόγω κάποιας πάθησης όπως π.χ. λόγω αδυναμίας της καρδιάς. Υπάρχουν διάφορες αιτίες της καταπληξίας και έτσι το σοκ μπορεί να διακρίνεται σε καρδιογενές, νευρογενές, σηπτικό, αναφυλακτικό, σηπτικό και τοξικό.

Το σύνδρομο τοξικής καταπληξίας (TSS), μια οξεία, εμπύρετος, πολυσυστηματική πάθηση, εμφανίζει ένα ευρέως εξαπλούμενο κηλιδώδες ερυθηματώδες εξάνθημα που αποτελεί ένα από τα μείζονα διαγνωστικά κριτήρια της.

Συνήθως προκαλείται από στελέχη του S. aureus που παράγουν τοξίνη, τα περισσότερα εκ των οποίων απομονώθηκαν αρχικά από τον βλεννογόνο του τραχήλου της μήτρας σε νεαρές γυναίκες που είχαν έμμηνο ρύση.  Πρόσφατες περιπτώσεις οφείλονται σε λοιμώξεις που αναπτύσσονται σε τραύματα, καθετήρες, διαφράγματα για αντισύλληψη, ή ρινικό επιπωματισμό.

Τα ποσοστά θνησιμότητας αυτών των περιπτώσεων που δεν συσχετίζονται με την έμμηνο ρύση είναι υψηλότερα (12%) συγκρινόμενα με εκείνα που συνδέονται με την έμμηνο ρύση (5%), ίσως εξαιτίας της καθυστερημένης διάγνωσης.

Επιπλέον, έχει αναγνωριστεί ένα πολύ όμοιο σύνδρομο, στο οποίο η αιτία είναι οι στρεπτόκοκκοι της ομάδας Α, ή σπανιότερα της ομάδας Β. Η τελευταία αυτή πολυοργανική νόσος εμφανίζει συστηματικά στοιχεία ανάλογα με εκείνα του κλασσικού σταφυλοκοκκικού συνδρόμου τοξικής καταπληξίας.

Παρόλα αυτά, η λοίμωξη συνήθως είναι ταχέως εξελισσόμενη και επιφέρει την καταστροφή των μαλακών ιστών, όπως και η νεκρωτική περιτονίτιδα. Τα ποσοστά θνησιμότητας ανέρχονται ανά περιστατικό σε 30%.

Οι στρεπτόκοκκοι είναι συνήθως τύποι -Μ 1 και 3 και το 80% των απομονωθέντων παράγουν πυρογόνο εξωτοξίνη Α.

syndromo toxikhs kataplhxiasΟ ορισμός για το σύνδρομο τοξικής καταπληξίας περιλαμβάνει τα ακόλουθα: θερμοκρασία 38,9° ή υψηλότερη, ένα ερυθηματώδες εξάνθημα, απολέπιση παλαμών και πελμάτων 1 έως 2 εβδομάδες μετά από την έναρξη (φωτογραφία), υπόταση, και προσβολή τριών ή περισσότερων άλλων συοτημάτων-γαστρεντερικού (εμετός, διάρροια,), μυϊκού (μυαλγίες, αυξημένα επίπεδα φωσφοκινάσης της κρεατινίνης), βλεννογόνων (υπεραιμία), νεφρών (πυουρία με λοίμωξη ή αυξημένα επίπεδα κρεατινίνης ή ουρίας στο αίμα), ήπατος (αυξημένη χολερυθρίνη, SGOT ή SGPT), αιμοποιητικού (αιμοπετάλια < 100.000/ mm3) ή του κεντρικού νευρικού συστήματος (ΚΝΣ) (αποπροσανατολισμός).

Επιπλέον, οι ορολογικές δοκιμασίες για τον κηλιδώδη πυρετό των Βραχωδών Ορέων, τη λεπτοσπείρωση και την ερυθρά, καθώς επίσης και οι καλλιέργειες αίματος, ούρων και εγκεφαλονωτιαίου υγρού θα πρέπει να είναι αρνητικές.

Η υπεραιμία του βολβικού επιπεφυκότα και το παλαμιαίο οίδημα αποτελούν δύο ακόμα κλινικές ενδείξεις.

Το 90% των πρώιμων περιπτώσεων έχουν παρουσιαστεί σε νεαρές γυναίκες μεταξύ πρώτης και έκτης μέρας της εμμήνου ρύσεως. Κατά τη διάρκεια του αρχικού ξεσπάσματος της νόσου μεταξύ 1979 και 1982, η πλειοψηφία των πασχόντων χρησιμοποιούσε υπεραπορροφητικά ταμπόν.

Έχουν αναφερθεί περιπτώσεις σε γυναίκες που χρησιμοποιούσαν αντισυλληπτικούς σπόγγους, σε ασθενείς με ρινικό επιπωματισμό, οι οποίοι είχαν υποβληθεί σε ρινοπλαστική και σε πάσχοντες από λοιμώξεις των οστών, των πνευμόνων ή των μαλακών ιστών. Το υπεύθυνο στέλεχος S. aureus παράγει μια ή περισσότερες εξωτοξίνες.

Τα ιστολογικά ευρήματα συνίστανται στην παρουσία σπογγίωσης, ουδετεροφίλων που βρίσκονται διάσπαρτα σε ολόκληρη την επιδερμίδα, μεμονωμένων νεκρωτικών κερατινοκυττάρων, καθώς επίσης και σε περιαγγειακή και χοριοεπιδερμιδική διήθηση που συντίθεται από λεμφοκύτταρα και ουδετερόφιλα και οίδημα του θηλώδους χορίου.

To σύνδρομο τοξικής καταπληξίας θα πρέπει να διαφοροδιαγνωσθεί από άλλες παθήσεις που θυμίζουν έντονα τις δερματικές του εκδηλώσεις, όπως είναι τα ιογενή εξανθήματα, η νόσος Kawasaki, η οστρακιά, τα φαρμακευτικά εξανθήματα, ο κηλιδώδης πυρετός των Βραχώδών Ορέων, ο συστηματικός ερυθηματώδης λύκος, την τοξική επιδερμιδική νεκρόλυση, και το σταφυλοκοκκικό σύνδρομο αποφολίδωσης.

Στη νόσο Kawasaki έχει ανευρεθεί κατ’ επανάληψη σταφυλόκοκκος που παράγει τοξίνη προκαλούσα σύνδρομο τοξικής καταπληξίας και είναι δυνατόν να απομονωθούν στρεπτόκοκκοι που παράγουν εξωτοξίνη Β και C. Ως εκ τούτου, μερικοί θεωρούν ότι η νόσος Kawasaki οφείλεται σε βακτήρια που εκκρίνουν τοξίνες.

Ο Manders και οι συνεργάτες του ανέφεραν δύο ασθενείς με ερύθημα τύπου υποτροπιάζοντος περινεϊκού ερυσιπέλατος που υποχώρησε καταλείποντας απολέπιση, μια σταφυλοκοκκική ή στρεπτοκοκκική φαρυγγίτιδα και μια έντονη τάση υποτροπής. Αποκάλεσαν τη νόσο αυτή υποτροπιάζον περιπρωκτικό ερύθημα προκαλούμενο από τοξίνη.

Η θεραπεία συνίσταται στη χορήγηση συστηματικών αντιβιοτικών, όπως είναι η ναφσιλλίνη, που δίδεται ενδοφλεβίως σε δόση 1 έως 1,5 g κάθε 4 ώρες, την αθρόα χορήγηση υγρών για την αντιμετώπιση της καταπληξίας και την παροχέτευση της προσβεβλημένης από S. aureus περιοχής.