Ερύθρασμα: Συμπτώματα και θεραπεία

Το ερύθρασμα (Erythrasma) αποτελεί μία συχνή επιφανειακή λοίμωξη του δέρματος. Οι βλάβες συμβαίνουν συχνότερα σε άνδρες και παχύσαρκα άτομα με διαβήτη. Άλλοι παράγοντες που προδιαθέτουν σε ερύθρασμα είναι θερμό, υγρό κλίμα, μεγάλη ηλικία, ανοσοανεπάρκεια, υπεριδρωσία και κακή υγιεινή σώματος. Τα συμπτώματα μπορεί να είναι φαγούρα και δυσφορία, αλλά πιο συχνά είναι ασυμπτωματικό και ο ασθενής παραπονείται μόνο για αλλαγή χρώματος στο δέρμα.

Συμπτώματα

To ερύθρασμα χαρακτηρίζεται από σαφώς αφοριζόμενες, ξηρές, καστανόχροες ελαφρώς λεπιδώδεις πλάκες που εντοπίζονται στις παρατριμματικές περιοχές, ειδικά στη μα­σχάλη, τη μηρογεννητική πτυχή, και τις με­σοδακτύλιες πτυχές μεταξύ τετάρτου και πέμπτου δακτύλου του άκρου ποδός (και λιγότερο συχνά μεταξύ τρίτου και τέταρτου).

Είναι δυνατόν να παρατηρηθούν επίσης πλά­κες στη μεσογλουτιαία πτυχή, το περιπρωκτικό δέρμα και την υπομαζική χώρα. Σπανίως, εμφανίζονται εκτεταμένα εξανθήματα με φολιδωτές πλάκες.

Οι βλάβες είναι ασυμπτωματικές εκτός από την περίπτω­ση που εντοπίζονται στη βουβωνική χώρα, όπου μπορεί να εμφανιστεί ήπια φαγούρα και καύσος.

Έχει βρεθεί ότι ασθενείς με εκτεταμένο ερύθρασμα πάσχουν από σακχαρώ­δη διαβήτη ή άλλες νόσους που εξασθενούν τον οργανισμό.

Το ερύθρασμα οφείλεται στο διφθεροειδές Coryneba­cterium minutissimum (κορυνοβακτηρίδιο). Είναι ένας gram θετικός οργανισμός ραβδοειδούς σχήματος που δεν σχηματίζει σπόρια και μπορεί σε ορισμένες περιπτώσεις να προκαλέσει δερματικά κοκκιώματα ή βακτηριαιμία σε ανοσοκατεσταλμένους ασθενείς.

Δύο άλλες παθήσεις που προκαλούνται από το κορυνοβακτηρίδιο, η στικτή κερατόλυση και η μασχαλιαία τριχομύκωση είναι δυνατόν να εκδηλωθούν ως τριάδα.

Στη διαφορική διάγνωση συμπεριλαμβάνεται η δερματοφυτία των μηρογεννητικών πτυχών που οφείλεται σε μύκητες, το παράτριμμα, η σμηγματορροϊκή δερματίτιδα, η ανάστροφη ψωρίαση, η καντιντίαση και ο χρόνιος απλός λειχήνας.

Η λυχνία του Wood αποτελεί διαγνωστικό μέσο για το ερύθρασμα. Οι προσβεβλημένες περιοχές εμφανίζουν έναν ερυθρό φθορισμό στο χρώμα του κοραλλιού, ο οποίος οφείλεται στην παρουσία πορφυρίνης.

Το πλύσιμο της προσβεβλημένης περιοχής πριν από την εξέταση μπορεί να εξαλείψει το φθορισμό.

Θεραπεία

Το τοπικό διάλυμα ερυθρομυκίνης κλινταμυκίνης εφαρμόζεται εύκολα και δρα ταχύτατα.

Η ερυθρομυκίνη που λαμβάνεται από το στόμα σε δόση 25 mg τέσσερις φορές την ημέρα για 1 εβδομάδα ή το τοπικό διάλυμα τολναφτάτης που εφαρμόζεται δύο φορές ημερησίως για 2 έως 3 εβδομάδες ή η τοπική μικοναζόλη είναι εξίσου αποτελεσματικά.