Γάγγραινα του δέρματος (Γαγγραινώδης δερματίτις)

Η γάγγραινα του δέρματος προκύπτει από την απώλεια της αιματικής παροχής σε μια συγκεκριμένη περιοχή και, σε μερικές περιπτώσεις, από τη βακτηριακή διήθηση που προάγει τη νέκρωση και την εφελκιδοποίηση του δέρματος.

Υπάρχουν ποικίλες μορφές βακτηριακών λοιμώξεων που προκαλούν γάγγραινα. Τα λοιμώδη αίτια έχουν συχνά σοβαρή και οξεία φύση. Μπορεί να προσβάλλουν εν τω βάθει ιστούς και η MRI είναι δυνατόν να αποκαλύψει το βάθος της προσβολής.

Υπάρχει επίσης η αγγειακή γάγγραινα, η κεραυνοβόλος πορφύρα, η διαβητική γάγγραινα,  η γαγγραινώδης δαμαλίτιδα και η νεκρωτική περιτονίτιδα.

Αεριογόνος γάγγραινα (Κλωστηριδιακή μυονέκρωση)

gaggraina 6Η αεριογόνος γάγγραινα είναι η πιο σοβαρή μορφή λοιμώδους γάγγραινας. Αναπτύσσεται σε εν τω βάθει διαμπερή τραύματα του μυϊκού ιστού (φωτογραφία).

Ο χρόνος επώασης είναι μόνο μερικές ώρες. Η έναρξη είναι συνήθως αιφνίδια και χαρακτηρίζεται από ρίγος, άνοδο της θερμοκρασίας, έντονη εξασθένηση και σοβαρό τοπικό άλγος.

Οι φυσαλίδες του αέρα (κυρίως υδρογόνου) που παράγονται από τη λοίμωξη προκαλούν κριγμό κατά την ψαλάφηση της περιοχής. Χαρακτηριστική είναι η οσμή δίκην ποντικιού. Η αεριογόνος γάγγραινα οφείλεται σε ποικιλία ειδών του γένους Clostridium, συχνότερα Clostridium perfringens, Clostridium oedematiens, Clostridium septicum, Clostridium difficile και Clostridium haemoloyticum. Πρόκειται για μεγάλου πάχους, Gram-Θετικά βακτήρια.

Παρατηρείται και μια υποξεία μορφή της νόσου, η οποία μπορεί να οφείλεται σε έναν αναερόβιο στρεπτόκοκκο (πεπτοστρεπτόκοκκος), Βακτηριοειδή, ή Prevotella. Η μη κλωστηριδιακή αυτή μυοσίτιδα μπορεί να είναι κλινικά παρόμοια αλλά έχει καθυστερημένη έναρξη (μερικές μέρες). Το πυώδες εξίδρωμα είναι δύσοσμο και ανευρίσκονται Gram-Θετικοί κόκκοι με τη μορφή αλυσίδων. Είναι σημαντική η διάκριση των δύο αυτών νοσολογικών οντοτήτων, εφόσον ο προσβεβλημένος μυς μπορεί να αναλάβει στη μη κλωστηριδιακή μυοσίτιδα και ο χειρουργικός καθαρισμός να περιοριστεί με ασφάλεια στην αφαίρεση του μακροσκοπικά νεκρωτικού μυός.

Οι λοιμώξεις τόσο με κλωστηριδιακούς, όσο και με μη κλωστηριδιακούς οργανισμούς, όπως Streptococcus faecalis, Streptococcus anginosus, Proteus, Ε. coli, Bacteroides και είδη Klebsiella μπορούν επίσης να προκαλέσουν κυτταρίτιδα που χαρακτηρίζεται από κριγμό, όταν η λοίμωξη περιορίζεται στον υποδόριο ιστό.

Η θεραπεία όλων των κλωοτηριδιακών λοιμώξεων συνίσταται σε ευρύ χειρουργικό καθαρισμό και εντατική αντιβιοτική θεραπεία με ενδοφλέβια χορήγηση πενικιλλίνης G. Προστίθεται κλινταμυκίνη, καθώς οι μισές περίπου από τις λοιμώξεις είναι πολυμικροβιακές. Η θεραπεία με υπερβαρικό οξυγόνο μπορεί να είναι πολύτιμη στην περίπτωση που εφαρμοστεί άμεσα. Οι λοιμώξεις σε ασθενείς που πάσχουν από διαβήτη ή κίρρωση έχουν πιο πτωχή πρόγνωση.

Χρόνια υπεσκαμμένα σηραγγώδη έλκη (Γάγγραινα του Meleney)

Η νοσολογική αυτή οντότητα περιγράφηκε από τον Meleney ως μετεπεμβατική εξελισσόμενη βακτηριακή συνεργική γάγγραινα.

Συνήθως εμφανίζεται μετά από παροχέτευση περιτονιακών αποστημάτων, αποστημάτων του πνεύμονα, ή χρόνιου εμπυήματος.

Μετά από 1 ή 2 εβδομάδες τα σημάδια του τραύματος ή οι οπές που παραμένουν μετά τα ράμματα αποκτούν μια εικόνα που θυμίζει κλινικά ψευδάνθρακα και τελικά διαχωρίζονται σε τρεις δερματικές ζώνες: την εξωτερική, ζωηρής έντονης χροιάς, τη μεσαία, σκοτεινής ιώδους χροιάς και την εσωτερική γαγγραινώδη ζώνη που εμφανίζει κεντρική περιοχή κοκκιώδους ιστού. Το άλγος είναι βασανιστικό.

Στη μετεγχειρητική εξελισσόμενη γάγγραινα του Meleney, ο βασικός οργανισμός είναι ένας μικροαερόφιλος, μη αιμολυτικός στρεπτόκοκκος (πεπτοστρεπτόκοκκος) στην εξαπλούμενη περιφέρεια της βλάβης, που συνδυάζεται με την παρουσία S. aureus ή Enterobacteriaceae στη ζώνη της γάγγραινας. Η νόσος αυτή θα πρέπει να διαφοροδιαγνωσθεί από το γαγγραινώδες έκθυμα, το οποίο εμφανίζεται με τη μορφή φυσαλίδων που ταχέως εξελίσσονται σε φλύκταινες και γαγγραινώδη εξέλκωση σε εξασθενημένα άτομα και οφείλεται στη P. aeruginosa.

Η αμοιβαδική λοίμωξη που οδηγεί στην ανάπτυξη γάγγραινας συνήθως αναπτύσσεται μετά από αμοιβαδικά αποστήματα στο ήπαρ. Τα όρια του έλκους είναι επηρμένα και ανεστραμμένα. Οι κοκκιώδεις ιστοί έχουν την όψη ωμού κρέατος που καλύπτεται από τεμάχια νεκρωτικού υλικού. Μυξώδες πυώδες υλικό αποβάλλεται από τα χείλη του έλκους. Το γαγγραινώδες πυόδερμα παρουσιάζεται σε έδαφος διαφορετικών παθήσεων, δεν εμφανίζει βακτηριακά ευρήματα και δεν ανταποκρίνεται σε αντιβιοτική θεραπεία.

Η φουσοσπειροχαιτική γάγγραινα ακολουθεί δήγμα προερχόμενο από άνθρωπο.

Η ευρεία χειρουργική εκτομή και η τοποθέτηση μοσχεύματος συνιστούν την αρχική θεραπεία. Θα πρέπει να χορηγούνται ως επικουρική θεραπεία αντιμικροβιακοί παράγοντες, πενικιλλίνη και μια αμινογλυκοσίδη.

Γάγγραινα Fournier του γεννητικών οργάνων

Το σύνδρομο του Fournier είναι μια κακοήθης γαγγραινώδης λοίμωξη του πέους, του οσχέου, ή του περινέου, η οποία μπορεί να οφείλεται σε λοίμωξη από στρεπτόκοκκους της ομάδας Α ή σε μεικτή λοίμωξη από εντερικούς βακίλους και αναερόβια. Θεωρείται συνήθως μια μορφή νεκρωτικής περιτονίτιδας, καθώς εξαπλώνεται κατά μήκος των περιτονιακών επιπέδων.

Η επίπτωση της είναι υψηλότερη στις ηλικίες μεταξύ 20 και 50 ετών αλλά έχουν αναφερθεί και περιπτώσεις σε παιδιά. Θα πρέπει να διενεργείται καλλιέργεια τόσο για αερόβια όσο και για αναερόβια μικρόβια και να ξεκινά θεραπεία με τα κατάλληλα αντιβιοτικά. Χρειάζεται επίσης χειρουργικός καθαρισμός και γενικά υποστηρικτικά μέτρα.

Σχετικά άρθρα