Β-αιμολυτικός στρεπτόκοκκος ομάδας Β: Μετάδοση και θεραπεία

Πρόκειται για Gram-θετικό κόκκο. Στο μικροσκόπιο όπως, και ο πυογόνος στρεπτόκοκκος, ο β-αιμολυτικός στρεπτόκοκκος της ομάδας Β έχει τη μορφή αλυσίδας. Με βάση τα αντιγόνα του κατατάσσεται στην ομάδα Β κατά Lancefield. Η θεραπεία γίνεται προληπτικά στην περίπτωση του τοκετού.

Το βακτήριο έχει παγκόσμια κατανομή. Βρίσκεται στον άνθρωπο, στα μοσχάρια, στα άλογα, στους λαγούς, στα ποντίκια κλπ. Στον άνθρωπο βρίσκεται στο πρόσθιο μέρος της ουρήθρας (ανδρών και γυναικών) και στον κόλπο υγιών γυναικών, και ιδιαίτερα των εγκύων (σε ποσοστό πάνω από 40%).

Επίσης βρίσκεται φυσιολογικά στο ανθρώπινο έντερο και μπορεί να εξαπλωθεί σε ορισμένες ανατομικές δευτερεύουσες θέσεις.

Το μικρόβιο αυτό στον άνθρωπο έχει διαφορετικούς βιολογικούς χαρακτήρες από αυτό που βρίσκεται στα διάφορα ζώα. Επιβιώνει στο εξωτερικό περιβάλλον για αρκετές ημέρες, συνήθως περισσότερο από μήνα. Καταστρέφεται από τα συνήθη αντισηπτικά (π.χ. οινόπνευμα 70%) και απολυμαντικά π.χ. διάλυμα οικιακής χλωρίνης 1ο%) και σε υψηλή θερμοκρασία (100 βαθμοί Κελσίου για ένα λεπτό).

Μετάδοση και εγκυμοσύνη

Η μετάδοση του βακτηρίου μπορεί να γίνει μέσω της ερωτικής επαφής χωρίς προφύλαξη, ενώ κατά τον τοκετό μεταδίδεται από τη μητέρα στο παιδί από το κανάλι γέννησης. Το μωρό, δεν μπορεί να προσβληθεί ενδομήτρια, αλλά θα πρέπει να περάσει από τον κόλπο που πάσχει.

Τα μωρά είναι ιδιαίτερα ευαίσθητα διότι τα κύτταρα του ανοσοποιητικού τους συστήματος δεν είναι ακόμη πλήρως σχηματισμένα. Ο β-αιμολυτικός στρεπτόκοκκος τύπου Β υπάρχει περίπου στο τρίτο των γυναικών γόνιμης ηλικίας και πιστεύεται ότι 1,8 παιδιά ανά 100.000 γεννήσεις επηρεάζονται από τις στρεπτοκοκκικές λοιμώξεις.

Μετάδοση από τα ζώα στον άνθρωπο δεν έχει παρατηρηθεί.

Μπορεί η λοίμωξη να εμφανιστεί ακόμα και μήνες μετά τη μόλυνση.

Λοιμώξεις

Από τον αποικισμένο κόλπο της εγκύου μπορεί να προσβάλει το έμβρυο και να οδηγήσει σε αποβολή, ή να προσβάλει κατά τον τοκετό το νεογνό και να προκαλέσει σηψαιμία και μηνιγγίτιδα.

Η λοίμωξη μπορεί να εμφανισθεί 1-30 ημέρες από τη γέννηση. Τα περιστατικά αυτά είναι σπάνια. Πιστεύεται ότι ο χρόνιος ασυμπτωματικός αποικισμός της μητέρας προκαλεί κάποιου βαθμού ανοσία, η οποία μέσω του πλακούντα μεταφέρεται στο έμβρυο. Ωστόσο μεγάλος αποικισμός του κόλπου των γυναικών ενοχοποιείται για κολπίτιδα. Μερικοί δε, θεωρούν το στρεπτόκοκκο της ομάδας Β ως τον τέταρτο παθογόνο για κολπίτιδα. Τα άλλα τρία είναι οι τριχομονάδες, οι μύκητες και ο αιμόφιλος του κόλπου.

Διάγνωση

Η διάγνωση βασίζεται στη μικροσκοπική εξέταση και στην καλλιέργεια. Στη συνέχεια γίνεται εξέταση για να καθοριστεί η ομάδα του στρεπτόκοκκου και ο έλεγχος ευαισθησίας στα αντιβιοτικά.

Στις έγκυες γυναίκες η εξέταση αυτή συνιστάται να γίνεται σε κολπικό επίχρισμα ή έκκριμα την 37η εβδομάδα κύησης για να αποκλειστεί ο υπεραποικισμός του κόλπου. Σε νεογέννητα με σηψαιμία οι εξετάσεις γίνονται στο αίμα, και στη νεογνική μηνιγγίτιδα η εξέταση γίνεται στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό. Σε όλες τις παραπάνω περιπτώσεις, για την ανίχνευση του στρεπτόκοκκου ομάδας Β, εφαρμόζονται επίσης με επιτυχία μέθοδοι μοριακής βιολογίας (PCR).

Θεραπεία – Πρόληψη

Ο β-αιμολυτικός στρεπτόκοκκος ομάδας Β συχνά στην πρωκτογεννητική περιοχή και δεν είναι παθογόνο για τη γυναίκα. Δεν προκαλεί υπογονιμότητα και για αυτό δεν χρειάζεται θεραπεία. Όμως, οι έγκυες γυναίκες που είναι θετικές πρέπει να υποβάλλονται σε προγεννητική εξάλειψη του μικροβίου από τον κόλπο πριν από τον τοκετό (την 37η εβδομάδα κύησης) με χορήγηση κατάλληλων αντιβιοτικών. Δηλαδή, σε περίπτωση εγκυμοσύνης, δε χρειάζεται θεραπεία, παρά μόνο χορηγείται ενδοφλέβια αντιβίωση την ώρα του τοκετού (ή μόλις σπάσουν τα νερά) για να εξαλειφθεί η πιθανότητα προσβολής του εμβρύου. Όλα αυτά δεν ισχύουν, αν πρόκειται να γίνει εν ψυχρώ καισαρική τομή. Δεν υπάρχει προσβολή κατά την αμνιοπαρακέντηση.

Η αντιβίωση από το στόμα εκτός εγκυμοσύνης ή κατά τη διάρκεια αυτής είναι άχρηστη γιατί το μικρόβιο βρίσκεται σε αφθονία στην περιοχή και πιθανότατα μέχρι την ώρα του τοκετού να έχει αποικίσει ξανά τον κόλπο και τον πρωκτό.

Το βακτήριο είναι ευαίσθητο στην πενικιλλίνη (αμοξυκιλλίνη, αμπικιλλίνη). Σε περιπτώσεις αλλεργίας στις πενικιλλίνες για την καταπολέμηση της λοίμωξης χρησιμοποιούνται άλλα αντιβιοτικά σύμφωνα με το αντιβιόγραμμα, τη θέση της λοίμωξης και τη φυσιολογική κατάσταση (π.χ. εγκυμοσύνη).