Εντερόκοκκοι και λοιμώξεις

Οι εντερόκοκκοι είναι κόκκοι Gram-Θετικοί (ένας τύπος βακτηρίων). Περιλαμβάνουν πολλά στελέχη, από τα οποία δύο κυρίως, ο Enterococcus faecium και ο Enterococcus faecalis προκαλούν λοιμώξεις στον άνθρωπο. Άλλα συχνά στελέχη είναι ο Enterococcus avium, ο Enterococcus durans, ο Enterococcus gallinarum και ο Enterococcus solitarius. Τα κύτταρά τους είναι σφαιρικά ή ωοειδή. Το µέγεθος ποικίλει από 0,6-2 µm, έως 0,6-2,5 µm, δηµιουργούν αλυσίδες κοντές ή πιο µακριές και µερικές φορές παρουσιάζονται ως διπλόκοκκοι.

Μέχρι το 1984 οι εντερόκοκκοι συγκαταλέγονταν στην ομάδα D του στρεπτόκοκκου έως ότου η ανάλυση DNA που έγινε έδειξε ότι έχουν χαρακτηριστικά που επιβάλλουν τον διαχωρισμός τους. Πάντως είναι δύσκολο να ξεχωριστούν από τους στρεπτόκοκκους και συγκεκριμένα από τον πνευμονιόκοκκο. Τα τελευταία χρόνια, οι εντερόκοκκοι αποκτούν αυξανόµενη αντοχή σε ένα ευρύ φάσµα αντιβιοτικών, ωστόσο έχουν και ενδογενή αντοχή.

Κάποια είδη  περιλαμβάνονται στην φυσιολογική χλωρίδα του παχέος εντέρου του ανθρώπου, ο E. faecalis (90-95%) και ο E. faecium (5-10%) όπου διασπούν ένα µεγάλο αριθµό υδατανθράκων. Επίσης μπορεί να βρίσκονται παροδικά στο δέρμα, ιδιαίτερα στο περίνεο (γύρω από τον πρωκτό), στον κόλπο των γυναικών ή στη στοματική κοιλότητα.
eneterococcous 6 f

Επιβιώνουν αρκετό καιρό στο εξωτερικό περιβάλλον. Καταστρέφονται από τα συνήθη αντισηπτικά, όπως οινόπνευμα 70%, ιωδιούχα αντισηπτικά και τα συνήθη απολυμαντικά, όπως υδατικό διάλυμα οικιακής χλωρίνης 1ο% και γλουταραλδεΰδης 2%. Επίσης καταστρέφονται σε υψηλή θερμοκρασία (100 βαθμοί Κελσίου για 10 λεπτά). Το µεγαλύτερο µέρος των στελεχών επιζεί στη χαµηλή παστερίωση (30-60 βαθμοί Κελσίου) και σε παρατεινόµενη κατάψυξη, επίσης αναπτύσσονται σε υλικά που περιέχουν ορυκτά άλατα, όπως χλωριούχο βάριο και αντέχουν επί µακρόν σε αναερόβιες συνθήκες και σε pH < 5.

Οι εντερόκοκκοι είναι παρασιτικοί μικροοργανισμοί αλλά δεν διαθέτουν δραστικές τοξίνες. Γι’ αυτό το λόγο, τα βακτήρια αυτά θεωρούνται ότι έχουν περιορισμένη δυνατότητα πρόκλησης ασθενειών. Οι νόσοι όμως που προσκαλούν μπορεί να είναι απειλητικές για τη ζωή, ιδιαίτερα στους νοσηλευόμενους ασθενείς.

Μετάδοση

Οι εντερόκοκκοι διασπείρονται στο περιβάλλον µε τα κόπρανα ανθρώπων και ζώων και µε οικιακά απόβλητα. Χάρη στις ιδιότητες των εντεροκόκκων, δηλαδή την ανάπτυξη σε ένα µεγάλο φάσµα θερµοκρασίας, την ανθεκτικότητα στο αλάτι, τη διάσπαση της καζεΐνης και τη ζύµωση της λακτόζης, βρίσκονται σε σκεύη που έρχονται σε επαφή µε το γάλα και τα παράγωγά του και δεν καθαρίζονται καλά. Όµως, η ανάπτυξή τους είναι αργή σε θερµοκρασία δωµατίου.

Οι λοιμώξεις στον άνθρωπο προκαλούνται συνήθως από εντεροκόκκους της φυσιολογικής χλωρίδας, όταν υπάρχουν κατάλληλες συνθήκες (κακοήθεις επεξεργασίες ή πολύποδες του εντέρου, απόφραξη του ουροποιητικού συστήματος). Πολύ συχνά προκαλούν νοσοκομειακές λοιμώξεις. Ο χρόνος επώασης ποικίλλει.

Στο νοσοκομειακό περιβάλλον η μετάδοση μπορεί να γίνει με μολυσμένα αντικείμενα ή με τα χέρια του προσωπικού.

Ποιες λοιμώξεις προκαλούν

Ο εντερόκοκκος (τα διάφορα στελέχη του) θεωρείται ένα σηµαντικό νοσοκοµειακό και εξωνοσοκοµειακά παθογόνο βακτήριο. Είναι σήµερα το τρίτο κατά σειρά αίτιο συχνότητας νοσοκοµειακής βακτηριαιµίας στις ΗΠΑ.

Οι εντερόκοκκοι προκαλούν ουρολοιμώξεις (κυστίτιδα, πυελονεφρίτιδα, προστατίτιδα),  περιτονίτιδα, σηψαιμία, ενδοκαρδίτιδα (κυρίως σε άτομα με βαλβιδοπάθεια ή αυτά που έχουν προσθετικές βαλβίδες κατόπιν καρδιοαγγειακών επεμβάσεων) λοιμώξεις των μαλακών μορίων, λοιμώξεις του αναπνευστικού σε άτομα ανοσοκατεσταλμένα ή με επιβαρυμένη υγεία.

Ιδιαίτερη προσοχή δίνεται στην ενδοκαρδίτιδα.

Διάγνωση

Η εργαστηριακή διάγνωση γίνεται με μικροσκοπική εξέταση και καλλιέργεια. Στη συνέχεια γίνεται έλεγχος ευαισθησίας στα αντιβιοτικά.

Η εξέταση γίνεται σε διάφορα παθολογικά υλικά ανάλογα με τη θέση της λοίμωξης, όπως ούρα (ουρολοίμωξη), συλλογή πύου, πτύελα. Στην ενδοκαρδίτιδα αλλά και σε οποιαδήποτε λοίμωξη γίνεται πάντα καλλιέργεια αίματος.

Θεραπεία

Χορηγούνται αντιβιοτικά αλλά η αντιμικροβιακή θεραπεία των εντεροκοκκικών λοιμώξεων είναι περίπλοκη. Οι εντερόκοκκοι είναι ανθεκτικοί σε όλες τις κεφαλοσπορίνες, καθώς και σε πολλά άλλα αντιβιοτικά.

Επειδή έχουν φυσική αντοχή σε πολλά αντιβιοτικά, η θεραπεία πρέπει να βασίζεται πάντα στο αντιβιόγραμμα, λαμβάνοντας υπόψη και τη θέση της λοίμωξης. Για παράδειγμα στην ουρολοίμωξη μπορεί να χρησιμοποιηθούν ειδικά αντιβιοτικά που δεν μπορούν να χορηγηθούν σε άλλη λοίμωξη.

Προφύλαξη

Η πρόληψη είναι δύσκολη. Δεν υπάρχει εμβόλιο για τον εντερόκοκκο. Λαμβάνονται μέτρα για αποφυγή μετάδοσης με άμεση επαφή (χέρια). Η ανθεκτικότητα των εντεροκόκκων σε διαδικασίες απολύµανσης είναι περίπου διπλάσια από εκείνης της E. coli.

Άτομα στο χώρο του νοσοκομείου με στελέχη ανθεκτικά σε πολλά αντιβιοτικά πρέπει να απομονώνονται. Αν αυτό δεν είναι δυνατόν, πρέπει να εφαρμόζονται τόσο από το ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό, όσο και από τους επισκέπτες, αυστηρά μέτρα προσωπικής υγιεινής.

Ασθενείς με καρδιακές βαλβιδοπάθειες ή προσθετικές βαλβίδες πρέπει να καλύπτονται προληπτικά με αντιβιοτικά πριν από ενδοσκοπικούς ή χειρουργικούς χειρισμούς, σύμφωνα με τη γνώμη καρδιολόγου ή οδοντιάτρου.