Οι ορμόνες που ρυθμίζουν το σωματικό βάρος

Έχει ανακαλυφθεί ότι πάνω από 30 ορμόνες παίζουν με τον έναν ή τον άλλο τρόπο ρόλο στην ποσότητα της τροφής που τρώμε και κατά συνέπεια στα κιλά και την παχυσαρκία. Οι βασικότερες αναφέρονται πιο κάτω.

Μετά την πρόσληψη ενός γεύματος, η τροφή διασπάται στα βασικά συστατικά της. Οι υδατάνθρακες διασπώνται σε γλυκόζη και φρουκτόζη, οι πρωτεΐνες σε αμινοξέα, και τα λίπη δηλαδή τα τριγλυκερίδια, σε γλυκερόλη και λιπαρά οξέα. Ετσι αυξάνεται η συγκέντρωση αυτών των συστατικά στο αίμα. Στη συνέχεια η γλυκόζη, η φρουκτόζη, τα αμινοξέα, η γλυκερόλη και τα λιπαρά οξέα μεταβολίζονται περαιτέρω, κυρίως στο συκώτι, ή χρησιμοποιούνται άμεσα για παροχή ενέργειας (π.χ. στους μύες ή στον εγκέφαλο).

Υπάρχουν στοιχεία που αποδεικνύουν ότι η μεταβολική αυτή δραστηριότητα, ιδιαίτερα αυτή που λαμβάνει χώρα στο ήπαρ, μπορεί με τη σειρά της να ρυθμίσει την πρόσληψη τροφής επιδρώντας στον μηχανισμό της πείνας.

Μετά την πρόσληψη ενός γεύματος, τα επίπεδα των θρεπτικών συστατικών στο αίμα ελαττώνονται (μέσα σε λίγα λεπτά για τη γλυκόζη και μετά από μερικές ώρες για τα τριγλυκερίδια) με αποτέλεσμα να επανέρχεται το αίσθημα της πείνας.

Η σύνδεση μεταξύ του μεταβολισμού των θρεπτικών συστατικών και της ρύθμισης της πρόσληψης της τροφής πραγματοποιείται μέσω σημάτων που προέρχονται από το ήπαρ και καταλήγουν στον εγκέφαλο, μέσω του πνευμονογαστρικού νεύρου.

Έτσι, παράγοντες που βρίσκονται στην κυκλοφορία του αίματος λειτουργούν ως σύνδεσμοι μεταξύ του πεπτικού συστήματος και του κεντρικού νευρικού συστήματος, ρυθμίζοντας την πρόσληψης τροφής.

Σήματα από τη λεπτίνη και άλλες ορμόνες

Ο λιπώδης ιστός επίσης παρέχει μηνύματα. Η λεπτίνη είναι μια ορμόνη που παράγεται από τα λιπώδη κύτταρα και η οποία επικοινωνεί με το νευρικό σύστημα μέσω των υποδοχέων λεπτίνης που βρίσκονται στον υποθάλαμο του εγκεφάλου.

Η μειωμένη παραγωγή λεπτίνης ή η απουσία της ευαισθησίας του υποθαλάμου στην παρουσία της λεπτίνης ρυθμίζει την πρόσληψη τροφής ίσως παίζει σημαντικό ρόλο στην αιτιολογία της παχυσαρκίας στον άνθρωπο.

Η λεπτίνη αλλά και άλλες ορμόνες που εκκρίνονται στην περιφέρεια (δηλαδή εκτός από το συκώτι) επιδρώντας στην όρεξη χωρίζονται σε δυο κατηγορίες: Πρώτον, σε αυτές που παρέχουν στον εγκέφαλο πληροφορίες σχετικά με τις λιποαποθήκες του σώματος και δεύτερον σε αυτές που σχετίζονται με τα σήματα κορεσμού της πείνας και απελευθερώνονται ως απάντηση της πρόσληψης τροφής, δηλαδή σχετίζονται με τη βραχυπρόθεσμη ρύθμιση της πρόσληψης ενέργειας.

Οι γνωστές μέχρι σήμερα ορμόνες οι οποίες σχετίζονται με τα σήματα παχυσαρκίας (λιποαποθήκες) είναι η ινσουλίνη, η λεπτίνη και η λιπονεκτίνη, οι οποίες χαρακτηρίζονται ως μακροχρόνια σήματα για ελάττωση της ενεργειακής πρόσληψης. Για το βραχυπρόθεσμο σήμα του κορεσμού ευθύνονται η ορμόνη της πείνας η γκρελίνη, η οποία εκκρίνεται στο στομάχι, και τα βραχείας δράσης σήματα κορεσμού που προέρχονται από το έντερο και το πάγκρεας μέσω της χολεκυστοκίνης (cholecystokinin ή CCK), του πεπτιδίου ΥΥ (ΡΥΥ), του GLP-1 (glucagon-like peptide-1 ή προσομοιάζον με τη γλυκαγόνη πεπτίδιο-1), της οξυδομοντουλίνης (oxyntomodulin ή ΟΧΜ) και του παγκρεατικού πολυπεπτιδίου (ΡΡ ή pancreatic polypeptide).

Πολλά από τα περιφερικά σήματα κορεσμού διαθέτουν υποδοχείς στον τοξοειδή πυρήνα (ARC ή arcuate nuclei) στον υποθάλαμο του εγκεφάλου, ο οποίος παίζει σημαντικό ρόλο στη ρύθμιση της όρεξης. Ο ARC περιέχει νευρώνες έκφρασης του νευροπεπτιδίου Υ (ΝΡΥ) και του ρυθμιζόμενου από την αμφεταμίνη μετάγραφο (CART), οι οποίοι ευθύνονται για την αναστολή της σίτισης. Εκτός από τον ARC, ο πυρήνας της μονήρους δεσμίδας του προμήκους (NTS) και η οπίσθια περιοχή (ΑΡ) λαμβάνουν σήματα ρύθμισης της όρεξης μέσω των προσαγωγών του πνευμονογαστρικού νεύρου και παραγόντων της κυκλοφορίας του αίματος, ενώ παράλληλα είναι συνδεδεμένοι με τους πυρήνες του υποθαλάμου που ρυθμίζουν την πρόσληψη της τροφής.

Υπάρχουν και ψυχολογικοί παράγοντες που τροποποιούν την πρόσληψη τροφής, ασκώντας πιθανόν την επίδραση τους μέσω των ορμονών που περιγράφηκαν παραπάνω. Για παράδειγμα η κατάθλιψη είναι δυνατόν να οδηγήσουν είτε σε αύξηση είτε σε ελάττωση της πρόσληψης τροφής ή ακόμα σε αλλαγές της κατανάλωσης συγκεκριμένων ειδών τροφής.

Επίσης, φυσικά χαρακτηριστικά όπως η γεύση, η υφή, το χρώμα, η θερμοκρασία, η επιρροή των συνομηλίκων  αλλά και ο τρόπος παρουσίασης του τροφίμου μπορεί να παίζει σημαντικό ρόλο στην ποσότητα της πρόσληψης της τροφής.

Σχετικά άρθρα