Μηνιγγιτιδόκοκκος: Ποιες λοιμώξεις προκαλεί

Ο μηνιγγιτιδόκοκκος είναι ένα βακτήριο και συγκεκριμένα ένας κόκκος Gram-αρνητικός με εξωτερικό περίβλημα (κάψα ή έλυτρο) και χαρακτηριστική διάταξη σε ζευγάρια σαν τους κόκκους του καφέ. Ευτυχώς, το βακτήριο σπάνια προκαλεί διεισδυτική νόσο (μηνιγγίτιδα, σηψαιμία) ωστόσο μπορεί να απειλήσει τη ζωή ακόμα και μέσα σε 24 ώρες.

Η ναϊσσέρια της μηνιγγίτιδας (Neisseria meningitidis) έχει γύρω από το κυτταρικό τοίχωμα έλυτρο από πολυσακχαρίδιο. Με βάση τα αντιγόνα του πολυσακχαριδικού ελύτρου διακρίνονται 13 ορολογικές ομάδες, από τις οποίες οι κύριες είναι πέντε (Α, Β, C, Υ και W) που προκαλούν επιδημίες.

Ο μηνιγγιτιδόκοκκος δε ζει στο περιβάλλον. Βρίσκεται αποκλειστικά στον άνθρωπο και αποικίζει τον ρινοφάρυγγα. Σε ποσοστό που κυμαίνεται από 5 έως 20%, βρίσκεται σε υγιή άτομα (σε μη επιδημικές περιόδους) και πιο συχνά βρίσκεται στους εφήβους και τους νεαρούς ενήλικες. Αυτό προκαλεί την μοναδική γνωστή ως τώρα βακτηριακή μηνιγγίτιδα που συναντιέται επιδημικά. Πάντως, ο πνευμονικός στρεπτόκοκκος (πνευμονιόκοκκος) είναι η συχνότερη βακτηριακή αιτία για μηνιγγίτιδα σε παιδιά μεγαλύτερα από 2 μηνών.

Το ποσοστό του μηνιγγιτιδόκοκκου στη μύτη και στον φάρυγγα είναι αυξημένο (από 40 μέχρι και 90%) όταν υπάρχουν επιδημίες, όπως συμβαίνει στους χειμερινούς μήνες (συνήθως τέλος του χειμώνα) και στην αρχή της άνοιξης. Στο βόρειο ημισφαίριο συνήθως παρατηρείται έξαρση κάθε 7-1ο χρόνια.

Το βακτήριο δεν έχει απομονωθεί πότε από τα ζώα, επειδή δεν μπορεί να πάρει σίδηρο από άλλη πηγή εκτός από ανθρώπινη (τρανσφερίνη και λακτοφερίνη).

Μετάδοση

Η μετάδοση γίνεται με εκτόξευση σταγονιδίων κυρίως από τον πάσχοvτα που εκπέμπονται κυρίως με το φτάρνισμα και το βήχα, σπανιότερα δε από ασυμπτωματικό φορέα. Επίσης μεταδίδεται με φιλιά στόμα με στόμα (με την μεταφορά του σάλιου) και με χρησιμοποίηση κοινών αντικειμένων (μαχαίρια, πιρούνια, πιάτα, ποτήρια κλπ). Ο χρόνος επώασης είναι 2-6 ημέρες, μερικές φορές όμως η λοίμωξη εκδηλώνεται αργότερα (μέχρι 1ο ημέρες).

Ποιες λοιμώξεις προκαλεί

Το βακτήριο προκαλεί μηνιγγίτιδα, λοίμωξη που προσβάλλει το κεντρικό νευρικό σύστημα με υψηλό πυρετό, που εμφανίζεται απότομα, και συνοδεύεται από σπασμούς, δυσκαμψία του αυχένα, πονοκέφαλο, εμετούς, απώλεια επαφής με το περιβάλλον (κώμα) και δερματικά αιμορραγικά εξανθήματα (πετέχιες).

Η μηνιγγοκοκκική νόσος εμφανίζεται πιο συχνά σε παιδιά κάτω των 5 ετών και μάλιστα η μεγαλύτερη επίπτωση αναφέρεται σε βρέφη 3-6 μηνών.

Σε όλες τις περιπτώσεις μηνιγγίτιδας, ο μηνιγγιτιδόκοκκος κυκλοφορεί στο αίμα. Όμως στις μισές περίπου περιπτώσεις η λοίμωξη εκδηλώνεται μόνο με σηψαιμία (κυκλοφορία και πολλαπλασιασμό του μηνιγγιτιδόκοκκου στο αίμα). Εάν δεν χορηγηθεί αμέσως θεραπεία, η σηψαιμία μπορεί να καταλήξει σε πολυοργανική ανεπάρκεια (ήπατος, νεφρών) και καταστροφή των επινεφριδίων. Η κατάσταση αυτή συνοδεύεται από αιμορραγικά εξανθήματα και συνήθως καταλήγει σε θάνατο.

Το 90% των περιπτώσεων μηνιγγιτιδοκοκκικής μηνιγγίτιδας στην Ελλάδα και στην Ευρώπη προκαλείται από μηνιγγιτιδόκοκκο τύπου Β. Στην  Ελλάδα κάθε χρόνο καταγράφονται 60- 70 περιστατικά μηνιγγιτιδοκοκκικής νόσου. Όπως προκύπτει από τα στοιχεία του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας, περίπου 1 στα 10 άτομα που προσβάλλονται πεθαίνει παρά τη θεραπεία.

Διάγνωση

Η μικροβιακή μηνιγγίτιδα μπορεί από λάθος να διαγνωσθεί αρχικά ως γρίπη, επειδή τα πρώιμα συμπτώματα είναι όμοια, όπως υψηλός πυρετός, πονοκέφαλος, ναυτία, εμετός, υπνηλία κ.α. Στα μωρά τα συμπτώματα είναι άτυπα και υπάρχει συχνά μεγάλο διαγνωστικό πρόβλημα.

Η εργαστηριακή διάγνωση γίνεται με εξέταση του εγκεφαλονωτιαίου υγρού που λαμβάνεται με οσφυονωτιαία παρακέντηση. Γίνεται μικροσκόπηση όπου παρατηρούνται πολλά πυοσφαίρια και οι χαρακτηριστικοί διπλόκοκκοι (ισχυρή ένδειξη για την ύπαρξη του μηνιγγιτιδόκοκκου).

Η μηνιγγιτιδοκκαιμική σηψαιμία προκαλεί ένα χαρακτηριστικό πορφυρό εξάνθημα που δεν χάνει το χρώμα του όταν πιέζεται με ένα γυαλί και δεν προκαλεί τα κλασσικά συμπτώματα της μηνιγγίτιδας.

Θεραπεία και πρόληψη

Υπάρχουν δραστικά αντιβιοτικά τα οποία χορηγούνται αμέσως μόλις τεθεί η διάγνωση ή και ακόμη μόλις τεθεί η κλινική υποψία της μηνιγγίτιδας, κατόπιν ιατρικής εντολής. Σημειώνεται ότι δεν απαιτείται έλεγχος ευαισθησίας στο μηνιγγιτιδόκοκκο.

Για την πρόληψη, υπάρχει εμβολιασμός με βάση πολυσακχαριδικό αντιγόνα, ο οποίος προφυλάσσει μόνο για ορισμένους οροτύπους του μικροβίου (A, C, W, Υ). Η οροομάδα τύπου Β ευθύνεται για την πλειοψηφία των περιστατικών στην Ευρώπη.

Σε περίπτωση μηνιγγίτιδας συνιστάται, εκτός από τη θεραπεία, απομόνωση των πασχόντων. Τα άτομα που έρχονται σε στενή επα­φή με πάσχοντες, πρέπει να πάρουν οπωσδήποτε προφυλακτικά αντιβιοτικά. Η άποψη, ότι σε περίπτωση μηνιγγιτιδοκοκκικής μη­νιγγίτιδας ή και σηψαιμίας πρέπει να γίνεται απολύμανση του περι­βάλλοντος είναι λάθος, καθ’ όσον ο μηνιγγιτιδόκοκκος δε ζει στο εξωτερικό περιβάλλον.