Κολοβακτηρίδιο και λοιμώξεις

Το κολοβακτηρίδιο είναι Gram-αρνητικό αερόβιο-αναερόβιο βακτηρίδιο, με θερμοκρασίες πολλαπλασιασμού από 8° έως 47° βαθμούς Κελσίου. Με βάση τα αντιγόνα διακρίνονται σε πολλούς οροτύπους. Τα κολοβακτηρίδια προκαλούν διάφορα είδη λοιμώξεων όπως για παράδειγμα ουρολοίμωξη.

Ειδικά γι’ αυτά που προκαλούν γαστρεντερίτιδα υπάρχουν τέσσερις κατηγορίες που έχουν ιδιαίτερα χαρακτηριστικά:

  • α) τα εντεροπαθογόνα που προσβάλλουν σχεδόν αποκλειστικά παιδιά έως 2 ετών.
  • β) τα εντεροδιεισδυτικά, που προκαλούν αιματηρές διάρροιες (δυσεντερία).
  • γ) τα εντεροτοξινογόνα, που προκαλούν εκδηλώσεις όμοιες με εκείνες που προκαλεί το μικρόβιο (δονάκιο) της χολέρας και εμφανίζονται κυρίως σε τροπικές περιοχές (διάρροια ταξιδιωτών).
  • δ) τα εντεροαιμορραγικά, που προκαλούν αιματηρές διαρροϊκές κενώσεις. Τα κολοβακτηρίδια αυτά ανήκουν σε ορισμένους οροτύπους, με χαρακτηριστικό αντιπρόσωπο τον 0157:Η7. Πάντως το 2011 σημειώθηκε επιδημία στην Ευρώπη (κυρίως Γερμανία) με τον ορότυπο 0104:Η4.

Αποτελεί το μεγαλύτερο μέρος της αερόβιας φυσιολογικής εντερικής χλωρίδας (υπολογίζεται ότι ο αριθμός των κολοβακτηριδίων στα κόπρανα ενός ατόμου την ημέρα κυμαίνεται από 100 δισεκατομμύρια μέχρι 100 τρισεκατομμύρια), ενώ αποικίζει και την περιγεννητική περιοχή (στόμιο ουρήθρας, αιδοίο, περίνεο). Βρίσκεται επίσης και στο έντερο των ζώων.

Στο φυσικό περιβάλλον και στα τρόφιμα (κρέας, γάλα γαλακτοκομικά προϊόντα) βρίσκεται όταν γίνεται μόλυνση με κόπρανα ανθρώπων και ζώων. Η παρουσία του είναι απαραίτητη για τη φυσιολογική λειτουργία του εντέρου και κατ’ επέκταση όλου του ανθρώπινου οργανισμού.

Σε περίπτωση που αποκτήσει πρόσβαση σε περιοχές στείρες (χωρίς μικρόβια), όπως το ουροποιητικό σύστημα ή βαθύτερες περιοχές τραυμάτων μπορεί να προκαλέσει λοιμώξεις. Ένα τυπικό παράδειγμα είναι οι ουρολοιμώξεις στις γυναίκες, όπου κολοβακτηρίδια από την περιοχή γύρω από τα γεννητικά όργανα, μέσα από την σχετικά μικρή σε μήκος γυναικεία ουρήθρα (μόλις 4-5 εκατοστά) μπαίνουν στην ουροδόχο κύστη και προκαλούν λοίμωξη.

Μετάδοση

Το κολοβακτηρίδιο μεταδίδεται με άμεσο και έμμεσο τρόπο από άτομα πού πάσχουν. Σημαντικός τρόπος μετάδοσης είναι το κρέας διαφόρων ζώων (μολύνεται από το έντερο κατά τη σφαγή). Σημειώνεται ότι πολλά ζώα όπως μοσχάρια, κατσίκες, πρόβατα φιλοξενούν ορισμένα κατεξοχήν παθογόνα για τον άνθρωπο κολοβακτηρίδια, όπως τα εντεροαιμορραγικά κολοβακτηρίδια, χωρίς να πάσχουν. Μετάδοση γίνεται επίσης με το νερό, γάλα και γαλακτοκομικά προϊόντα, αλλαντικά καθώς επίσης λαχανικά και φρούτα. Πολλές λοιμώξεις, όπως ουρολοιμώξεις, προέρχονται από τη χλωρίδα του ίδιου του ανθρώπου.
Ο χρόνος επώασης για τις γαστρεντερίτιδες κυμαίνεται από 1-10 ημέρες, ενώ συνήθως είναι 3-4 ημέρες.

Ουρολοίμωξη και άλλες μολύνσεις

Το κολοβακτηρίδιο είναι ένα πολύ συχνή αιτία γαστρεντερίτιδας και άλλων συνήθων λοιμώξεων όπως ουρολοιμώξεων, αλλά και απειλητικών για τη ζωή του ασθενούς όπως περιτονίτιδα, νεογνική μηνιγγίτιδα, νοσοκομειακή πνευμονία και σήψη. Επίσης σπανιότερα ενοχοποιείται για λοιμώξεις του δέρματος και των μαλακών μορίων, παραρρινοκολπίτιδες, προστατίτιδα, σηπτική αρθρίτιδα και οστεομυελίτιδα.

Η γαστρεντερίτιδα παρατηρείται κυρίως στα βρέφη και σπανιότερα στους ενηλίκους. Οι εκδηλώσεις της γαστρεντερίτιδας σχεδόν σε όλες τις περιπτώσεις είναι έντονοι πόνοι στην κοιλιά (κολικοί), εμετός, αιματηρά κόπρανα και διαρκούν μερικές ημέρες. Στην περίπτωση των εντεροαιμορραγικών κολοβακτηριδίων (π.χ. 0157:Η7 και τελευταία του 0104:Η4) μια βαριά επιπλοκή (λόγω παραγωγής μιας τοξίνης) ιδιαίτερα στα παιδιά ηλικίας κάτω των 5 ετών και στους υπερήλικες, που εμφανίζεται στο 5-70% των ατόμων, είναι το «ουραιμικό-αιμολυτικό σύνδρομο» (οξεία νεφρική ανεπάρκεια), μια κατάσταση με αυξημένη ουρία και κρεατινίνη στο αίμα λόγω νεφρικής βλάβης και αιμόλυσης (καταστροφής των ερυθρών αιμοσφαιρίων) που μπορεί να αποβεί θανατηφόρα.

Οι άλλες λοιμώξεις παρουσιάζονται σε οποιαδήποτε ηλικία με εξαίρεση τις ουρολοιμώξεις που παρουσιάζονται συχνότερα στους υπερήλικες (οι άνδρες λόγω υπερτροφίας προστάτη και οι γυναίκες λόγω σπλαχνόπτωσης).

Οι ουρολοιμώξεις είναι συχνότερες επίσης στις γυναίκες και μάλιστα στην περίοδο εγκυμοσύνης (στάση των ούρων λόγω πίεσης της μήτρας στην κύστη) και όταν υπάρχουν λίθοι ή ανατομικές ανωμαλίες του ουροποιητικού συστήματος που προκαλούν στάση των ούρων.

Επίσης οι ουρολοιμώξεις, κυρίως κυστίτιδα, είναι συχνές στις νέες γυναίκες που έχουν έντονη σεξουαλική ζωή. Αυτό το φαινόμενο αναφέρεται και ως «κυστίτιδα του μήνα του μέλιτος».

Η μηνιγγίτιδα συμβαίνει τις πρώτες τέσσερις εβδομάδες της ζωής του νεογνού και προκαλείται από στελέχη κολοβακτηριδίου που έχουν έλυτρο.

Διάγνωση

Η διάγνωση βασίζεται στην καλλιέργεια, ανάλογα με την εντόπιση της λοίμωξης, ούρων (ουρολοίμωξη), πτυέλων (πνευμονία), κοπράνων (γαστρεντερίτιδα), εγκεφαλονωτιαίου υγρού (μηνιγγίτιδα), αίμα (σηψαιμία), κοπράνων (γαστρεντερίτιδα).

Στην περίπτωση αιμορραγικής διάρροιας (υποψία για το εντεροαιμορραγικό κολοβακτηρίδιο) η καλλιέργεια κοπράνων γίνεται σε ειδικά θρεπτικά υλικά. Μετά την απομόνωση γίνεται εξέταση για τον καθορισμό του οροτύπου, έλεγχος παραγωγής τοξίνης καθώς και δοκιμασία ευαισθησίας στα αντιβιοτικά (αντιβιόγραμμα).

Σε επείγουσες περιπτώσεις (π.χ. εντεροαιμοραγικό κολοβακτηρί¬διο) η διάγνωση γίνεται πολύ γρήγορα με μοριακή μέθοδο (PCR).

Θεραπεία και πρόληψη

Ανάλογα με την κλινική εικόνα και το αντιβιόγραμμα χορηγούνται με επιτυχία κατάλληλα αντιβιοτικά κατόπιν ιατρικής συμβουλής. Στην περίπτωση όμως των εντεροαιμορραγικών κολοβακτηριδίων απαγορεύεται η χορήγηση των αντιβιοτικών. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι με τα αντιβιοτικά και τον επακόλουθο θάνατο των κολοβακτηριδίων απελευθερώνεται η τοξίνη με αποτέλεσμα επιδείνωση της κλινικής εικόνας.

Επειδή το κολοβακτηρίδιο μπορεί να βρίσκεται παντού, για την πρόληψη πρέπει να εφαρμόζονται αυστηρά μέτρα προσωπικής (καλό και συχνό πλύσιμο των χεριών με σαπούνι και πολύ νερό και γενικής υγιεινής (σωστή ύδρευση και αποχέτευση). Ιδιαίτερη σημασία επιβάλλεται να δίνεται στο γάλα, που πρέπει να είναι παστεριωμένο και στα γαλακτοκομικά προϊόντα που πρέπει να παρασκευάζονται από παστεριωμένο γάλα.

Επίσης, το κρέας πρέπει να ψήνεται καλά και τα λαχανικά να πλένονται πολύ καλά, στα δε πλατύφυλλα λαχανικά όπως π.χ. μαρούλια, λάχανα, τα εξωτερικά φύλλα πρέπει να απορρίπτονται. Πρέπει επίσης να γίνεται σωστή συντήρηση των τροφίμων (ψύξη, κατάψυξη).

Σημειώνεται ότι η αποφυγή της επαφής με τα ζώα και τα περιττώματα τους, συμβάλλει αποφασιστικά στην προφύλαξη των λοιμώξεων από κολοβακτηρίδια.