Τι είναι το αντιφωσφολιπιδικό σύνδρομο

Το αντιφωσφολιπιδικό σύνδρομο (σύνδρομο Hughes) χαρακτηρίζεται από υποτροπιάζουσες θρομβώσεις τόσο στις αρτηρίες όσο και στις φλέβες, που προκαλούνται από αντισώματα που στρέφονται κατά φω­σφολιπιδίων και πρωτεϊνών. Σχετίζεται στενά με αποβολές και μπορεί να εμφανίσει πολλά ακόμη συμπτώματα, όπως δικτυωτή πελίδνωση του δέρματος και ημικρανία.

Η πάθηση περιγράφηκε για πρώτη φορά από τον Graham Hughes τo 1983. Προκαλεί αυξημένη πηκτικότητα του αίματος με επακόλουθο τις επαναλαμβανόμενες θρομβώσεις αρτηριακές και φλεβικές. Η πιο συχνή εκδήλωση είναι η εν τω βάθει φλεβική θρόμβωση των κάτω άκρων και το εγκεφαλικό επεισόδιο. Συχνά, οι θρομβώσεις υποτροπιάζουν και έχουν την ίδια εντόπιση με το αρχικό επεισόδιο.

Το αντιφωσφολιπιδικό σύνδρομο είναι μια αυτοάνοση ασθένεια, στην οποία ανευρίσκονται “αντιφωσφολιπιδικά αντισώματα” (αντισώματα αντικαρδιολιπίνης και αντιπηκτικό λύκου). Τα αντιφωσφολιπιδικά αντισώματα είναι πρωτεΐνες που στρέφονται ενάντια στα λιπίδια της μεμβράνης των κυττάρων. Tο αντιπηκτικό (αντίσωμα) του λύκου αρχικά εντοπίστηκε σε άτομα που έπασχαν από συστηματικό ερυθηματώδη λύκο, αλλά συχνά ανιχνεύεται και σε υγιή άτομα, μαζί με τα αντισώματα της αντί-καρδιολιπίνης και τα αντισώματα έναντι της β2 γλυκοπρωτείνης.

Το αντιφωσφολιπιδικό σύνδρομο είναι συχνότερο σε ενήλικες γυναίκες παρά σε άνδρες και διακρίνεται σε πρωτοπαθές, όταν εμφανίζεται σε άτομα που δεν έχουν άλλη αυτοάνοση πάθηση, και σε δευτεροπαθές, όταν αναπτύσσεται σε ασθενείς με συστηματικό ερυθηματώδη λύκο ή άλλη αυτοάνοση πάθηση.

Ποια όργανα προσβάλλονται

Οι θρομβώσεις στο αντιφωσφολιπιδίκό σύνδρομο μπορούν να συμβούν σε κάθε αγγείο (αρτηρία ή φλέβα) και σε κάθε όργανο. Τα αγγειακά εγκεφαλικά επεισόδια σε νέα άτομα (ηλικίας <50 ετών), η πνευμονική εμβολή και το έμφραγμα του μυοκαρδίου αποτελούν χαρακτηριστικά παραδείγματα θρομβώσεων σε όργανα.

pelidnosh

Δικτυωτή πελίδνωση

Σε πολλές γυναίκες το μόνο σύμπτωμα είναι οι αποβολές στο 2ο ή στο 3ο τρίμηνο της εγκυμοσύνης που οφείλονται σε θρόμβωση του πλακούντα.

Άλλα χαρακτηριστικά ευρήματα του συνδρόμου είναι ο ελαττωμένος αριθμός αιμοπεταλίων και η δικτυωτή πελίδνωση (ερυθροϊώδες εξάνθημα με τη μορφή δι­χτύου, κυρίως των κάτω άκρων). Σημειώνεται ότι στο 30% περίπου των περιπτώσεων οι ασθενείς μπορεί να εμφανίσουν θρομβοπενία, η οποία κατά κανόνα είναι ήπια. Ο αριθμός των αιμοπεταλίων σπάνια πέφτει κάτω από τις 50.000 και ως εκ τούτου οι πάσχοντες δεν εμφανίζουν αιμορραγικές εκδηλώσεις.

ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ ΠΟΣΟΣΤΟ ΕΜΦΑΝΙΣΗΣ
Φλεβικές θρομβώσεις 45%
Αρτηριακές θρομβώσεις 5%
Αποβολές 26%
Νευρολογικές εκδηλώσεις 44%
Πνευμονικές εκδηλώσεις 19%
Καρδιακές εκδηλώσεις 25%
Μειωμένος αριθμός αιμοπεταλίων 41%
Δικτυωτή πελίδνωση 40%

Πώς τίθεται η διάγνωση του Αντιφωσφολιττιδικού συνδρόμου

Υπάρχει στενή συσχέτιση μεταξύ του Συστηματικού Ερυθηματώδους Λύκου και του αντιφωσφολιπιδικού συνδρόμου. Ένας στους τρεις ασθενείς με συστηματικό ερυθηματώδη λύκο έχει αντισώματα που στρέφονται κατά των φωσφολιπιδίων. Από αυτούς, περίπου ένας στους τρεις θα εμφανίσει κλινικές εκδηλώσεις του αντιφωσφολιπιδικού συνδρόμου.

Η διά­γνωση τίθεται από το συνδυασμό των κλινικών εκδηλώσεων και της παρουσίας των αυτοαντισωμάτων κατά φωσφολιπιδίων ή και πρωτεϊνών (αντισώματα κατά καρδιολιπίνης, αντισώματα κατά της β2 γλυκοπρωτεΐνης I [β2ΘΡΙ]) ή του αντιπηκτικού του Λύκου (LA).

Τα αντιφωσφολιπιδικά αντισώματα είναι μια ετερογενής ομάδα αυτοαντισωμάτων διότι στρέφονται εναντίον μεγάλης ποικιλίας αντιγονικών στόχων. Από τα αντιφωσφολιπιδικά αντισώματα (ΑΡΑ), τα δύο σημαντικότερα από κλινικής πλευράς είναι το αντιπηκτικό τύπου λύκου (Lupus anticoagulation, LA) και οι αντικαρδιολιπίνες (anticardiolipin, αCL). Η παρουσία των αντισωμάτων αυτών συνοδεύεται σε περίπου 15% των περιπτώσεων, από αρτηριακό και φλεβικό θρομβοεμβολισμό, θρομβοπενία, υποτροπιάζουσες αποβολές και προσβολή του Κεντρικού Νευρικού Συστήματος και δέρματος. Η σοβαρότητα των κλινικών εκδηλώσεων αυξάνει με την αύξηση του τίτλου των αντισωμάτων LA ή/και aCL. Σε λίγες περιπτώσεις, το αντιφωσφολιπιδικό σύνδρομο γίνεται καταστροφικό με οξεία και σοβαρού βαθμού πολυοργανική προσβολή.

Επειδή οι μέθοδοι διάγνωσης αντιφωσφολιπιδικών αντισωμάτων είναι ανεπαρκώς τυποποιημένες και δεν υπάρχουν γενικώς αποδεκτά όρια πάνω από τα οποία ένας τίτλος αντισωμάτων είναι κλινικά σημαντικός και σχετίζεται με τις κλινικές εκδηλώσεις του αντιφωσφολιπιδικού συνδρόμου, ο επιπολασμός του συνδρόμου στις διάφορες μελέτες κυμαίνεται μεταξύ ευρέων ορίων. Στις νέες ηλικίες κάτω των 40 ετών ο επιπολασμός φαίνεται να κυμαίνεται μεταξύ 1 και 5%. Στις μεγαλύτερες ηλικίες η συχνότητα του συνδρόμου αυξάνει.

Η εξέταση συμπεριλαμβάνει την ανίχνευση των αντισωμάτων IgG και  IgM για την  β2-γλυκοπρωτεΐνη 1 (anti-β2GP1), μαζί με το αντιπηκτικό του λύκου (lupus anticoagulant, LA) και τα αντισώματα IgG και IgM αντικαρδιολιπίινης (aCL).

Τα κριτήρια διάγνωσης ενός οριστικού αντιφωσφολιπιδικού συνδρόμου προϋποθέτουν την παρουσία τουλάχιστον ενός κλινικού κριτηρίου εκ των παρακάτω,

  • Θρομβώσεις
  • Επαναλαμβανόμενες αποβολές
  • Χαμηλό αριθμό αιμοπεταλίων

και ένα από τα ακόλουθα εργαστηριακά ευρήματα για τουλάχιστον 2 φορές, που απέχουν χρονικά 6-8 εβδομάδες:

  •  το αντιπηκτικό του λύκου
  •  την παρουσία του aCL, IgG, IgM, ή και των δύο σε τίτλους >19 GPL ή MPL units.
  •  την παρουσία των αντι-β2GP1 IgG, IgM, ή και των δύο  σε τίτλους >20 GPL ή MPL units.

Θεραπεία

Εφόσον το κύριο σύμπτωμα του συνδρόμου είναι οι θρομβώσεις, η θεραπεία στηρίζεται στη χορήγηση αντιπηκτικών. Σε ασθενείς με θρομβώσεις χορηγούνται από του στόματος κουμαρινικά με τακτική παρακολούθηση του χρόνου προθρομβίνης.

Για να καταστεί δυ­νατή επιτυχής εγκυμοσύνη σε γυναίκες με αντιφωσφολιπιδικό σύνδρομο, χορηγείται κατά τη διάρκεια της κύησης ηπαρίνη χαμη­λού μοριακού βάρους και ασπιρίνη 80 mg ημερησίως. Η βαρφαρίνη δεν χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, επειδή μπορεί να διαπεράσει τον πλακούντα, σε αντίθεση με ηπαρίνη, και να προκαλέσει τερατογένεση.

Οι ασθενείς πρέπει, επίσης, να αποφεύγουν άλλους παράγοντες που ενο­χοποιούνται για θρομβώσεις, όπως το κάπνι­σμα, την καθιστική ζωή και τα αντισυλληπτικά φάρμακα.