Rebif: Πληροφορίες για το φάρμακο

Το Rebif είναι ενέσιμο διάλυμα σε προγεμισμένες σύριγγες, προγεμισμένες πένες και φυσίγγια. Οι σύριγγες και οι συσκευές τύπου πένας περιέχουν 8,8 ή 22 ή 44 μικρογραμμάρια της δραστικής ουσίας ιντερφερόνη βήτα-1α. Τα φυσίγγια περιέχουν συνολικά 66 ή 132 μικρογραμμάρια ιντερφερόνης βήτα-1α και είναι σχεδιασμένα για πολλαπλή δοσολογία με τη χρήση ηλεκτρονικής συσκευής χορήγησης ένεσης, η οποία εγχέει 8,8 ή 22 ή 44 μικρογραμμάρια ανά δόση.

Σε ποιες περιπτώσεις χρησιμοποιείται το Rebif;

Το Rebif χορηγείται για τη θεραπεία ασθενών με υποτροπιάζουσα σκλήρυνση κατά πλάκας (ΣΚΠ). Πρόκειται για τη μορφή σκλήρυνσης κατά πλάκας κατά την οποία ο ασθενής εμφανίζει επεισόδια (υποτροπές) μεταξύ περιόδων χωρίς εκδήλωση συμπτωμάτων. Η αποτελεσματικότητα του Rebif δεν έχει αποδειχθεί σε ασθενείς με δευτερογενώς προϊούσα μορφή σκλήρυνσης κατά πλάκας (πρόκειται για τη μορφή της ασθένειας που ακολουθεί την υποτροπιάζουσα σκλήρυνση κατά πλάκας) που δεν υποτροπιάζει.

Το Rebif μπορεί επίσης να χορηγείται σε ασθενείς που έχουν υποστεί ένα μόνο επεισόδιο απομυελίνωσης (κατά την οποία το προστατευτικό περίβλημα των νεύρων καταστρέφεται) συνοδευόμενο από φλεγμονή. Το φάρμακο χρησιμοποιείται όταν ο ασθενής κρίνεται ότι διατρέχει υψηλό κίνδυνο ανάπτυξης ΣΚΠ. Πριν από τη χορήγηση Rebif, οι γιατροί πρέπει να αποκλείουν κάθε άλλο αίτιο που θα μπορούσε να δικαιολογήσει τα συμπτώματα.

Το φάρμακο χορηγείται μόνο με ιατρική συνταγή.

Πώς χρησιμοποιείται το Rebif;

  • έναρξη της αγωγής με Rebif πρέπει να γίνεται υπό την επίβλεψη γιατρού πεπειραμένου στη διαχείριση της σκλήρυνσης κατά πλάκας.
  • συνιστώμενη δόση είναι 44 μικρογραμμάρια τρεις φορές την εβδομάδα, χορηγούμενη με ένεση κάτω από το δέρμα. Η δόση των 22 μικρογραμμαρίων του φαρμάκου συνιστάται σε ασθενείς στους οποίους η μεγαλύτερη δόση δεν είναι ανεκτή.

Κατά την έναρξη της θεραπείας με Rebif, η δόση πρέπει να αυξάνεται σταδιακά ώστε να αποφεύγονται οι ανεπιθύμητες ενέργειες, ξεκινώντας από 8,8 μικρογραμμάρια τρεις φορές την εβδομάδα για τις δύο πρώτες εβδομάδες. Για τις επόμενες δύο εβδομάδες η δόση πρέπει να αυξάνεται στα 22 μικρογραμμάρια, τρεις φορές την εβδομάδα και στη συνέχεια μπορεί να χορηγείται δόση 44 μικρογραμμαρίων τρεις φορές την εβδομάδα. Κατά την έναρξη της θεραπείας παρέχονται ειδικά πακέτα με τις σωστές ποσότητες συρίγγων ή φυσιγγίων. Η ηλεκτρονική συσκευή χορήγησης ένεσης που χρησιμοποιείται με τα φυσίγγια είναι προγραμματισμένη να εγχέει τις σωστές δόσεις Rebif κατά την έναρξη της θεραπείας και κατά τη διάρκεια της φάσης σταθερής δόσης.

Οι ασθενείς μπορούν να κάνουν μόνοι τους την ένεση, υπό την προϋπόθεση ότι έχουν εκπαιδευθεί κατάλληλα. Ο γιατρός σας ενδεχομένως να σας συμβουλεύσει να πάρετε κάποιο αντιπυρετικό αναλγητικό πριν από την ένεση και για 24 ώρες μετά από κάθε ένεση για τον περιορισμό των γριπωδών συμπτωμάτων που ενδεχομένως να εμφανιστούν ως ανεπιθύμητες ενέργειες της θεραπείας. Η κατάσταση όλων των ασθενών πρέπει να αξιολογείται τουλάχιστον μία φορά κάθε δύο έτη.

Πώς δρα το Rebif;

Η σκλήρυνση κατά πλάκας είναι μια νευρολογική ασθένεια κατά την οποία το προστατευτικό περίβλημα των νεύρων καταστρέφεται από φλεγμονή (απομυελίνωση). Η δραστική ουσία του Rebif, η ιντερφερόνη βήτα-1α, ανήκει στην ομάδα των «ιντερφερονών». Οι ιντερφερόνες είναι φυσικές ουσίες που παράγονται από τον οργανισμό για να ενισχύσουν την αντίστασή του σε λοιμώξεις που προκαλούνται από ιούς. Ο ακριβής τρόπος δράσης του Rebif στη σκλήρυνση κατά πλάκας δεν είναι ακόμη πλήρως κατανοητός αλλά η ιντερφερόνη-βήτα φαίνεται ότι καταπραΰνει το ανοσοποιητικό σύστημα και αποτρέπει τις υποτροπές της σκλήρυνσης κατά πλάκας.

Η ιντερφερόνη βήτα-1α παράγεται με μια μέθοδο γνωστή ως «τεχνολογία ανασυνδυασμένου DNA»: δηλαδή παρασκευάζεται από κύτταρα στα οποία έχει ενσωματωθεί ένα γονίδιο (DNA) το οποίο τα καθιστά ικανά να παράγουν ιντερφερόνη βήτα-1α. Η ιντερφερόνη βήτα-1α που προκύπτει από την υποκατάσταση αυτή δρα με τον ίδιο τρόπο που δρα και η ιντερφερόνη βήτα που παράγεται με φυσικό τρόπο.

Ποιες μελέτες εκπονήθηκαν για το Rebif;

Το Rebif μελετήθηκε σε 560 ασθενείς με υποτροπιάζουσα σκλήρυνση κατά πλάκας. Οι ασθενείς είχαν βιώσει τουλάχιστον δύο υποτροπές κατά τα προηγούμενα δύο έτη. Οι ασθενείς ακολούθησαν θεραπεία είτε με Rebif (22 ή 44 μικρογραμμάρια) ή με εικονικό φάρμακο (εικονική θεραπεία) για διάστημα δύο ετών. Στη συνέχεια η μελέτη επεκτάθηκε στα τέσσερα έτη. Ο βασικός δείκτης μέτρησης της αποτελεσματικότητας ήταν ο αριθμός των υποτροπών που εμφάνισαν οι ασθενείς. Το Rebif μελετήθηκε επίσης σε ασθενείς με δευτερογενώς προϊούσα μορφή σκλήρυνσης κατά πλάκας. Η μελέτη εξέτασε την ικανότητα του φαρμάκου στην αποτροπή της εξέλιξης της αναπηρίας για διάστημα τριών ετών.

Το Rebif συγκρίθηκε επίσης με εικονικό φάρμακο σε 515 ασθενείς που είχαν υποστεί ένα μόνο επεισόδιο απομυελίνωσης. Οι ασθενείς έλαβαν είτε εικονικό φάρμακο είτε Rebif (44 μικρογραμμάρια χορηγούμενα μία φορά ή τρεις φορές την εβδομάδα) για δύο έτη. Ο βασικός δείκτης μέτρησης της  αποτελεσματικότητας ήταν το χρονικό διάστημα έως την ανάπτυξη ΣΚΠ στους ασθενείς, βάσει των καθιερωμένων κριτηρίων διάγνωσης της ΣΚΠ.

Ποιο είναι το όφελος του Rebif σύμφωνα με τις μελέτες;

Το Rebif αποδείχθηκε αποτελεσματικότερο από το εικονικό φάρμακο στη μείωση του αριθμού των υποτροπών της υποτροπιάζουσας σκλήρυνσης κατά πλάκας. Ο αριθμός των υποτροπών μειώθηκε κατά περίπου 30% στα δύο έτη με τη χρήση του Rebif σε δόσεις 22 και 44 μικρογραμμαρίων σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο, και κατά 22 % (με τη χρήση του Rebif σε δόσεις 22 μικρογραμμαρίων) και 29 % (με τη χρήση του Rebif σε δόσεις 44 μικρογραμμαρίων) στα τέσσερα έτη.

Στη μελέτη των ασθενών με προϊούσα μορφή σκλήρυνσης κατά πλάκας, το Rebif δεν παρουσίασε ιδιαίτερη επίδραση στην εξέλιξη της αναπηρίας, μείωσε ωστόσο τον αριθμό των υποτροπών κατά 30 % περίπου. Η μόνη επίδραση στην εξέλιξη της αναπηρίας παρατηρήθηκε σε ασθενείς που συμμετείχαν στη μελέτη και είχαν παρουσιάσει υποτροπές στα δύο έτη που προηγήθηκαν της έναρξης της μελέτης.

Στη μελέτη των ασθενών που είχαν υποστεί ένα μόνο επεισόδιο απομυελίνωσης, η πιθανότητα ανάπτυξης ΣΚΠ σε διάστημα 24 μηνών ήταν μικρότερη για τους ασθενείς που ακολουθούσαν αγωγή με Rebif σε σύγκριση με τους ασθενείς που λάμβαναν εικονικό φάρμακο. Η πιθανότητα ανάπτυξης ΣΚΠ σε διάστημα 24 μηνών ήταν 62,5% για τους ασθενείς που λάμβαναν Rebif τρεις φορές την εβδομάδα (ή 75,5% για τους ασθενείς που λάμβαναν Rebif μία φορά την εβδομάδα) σε σύγκριση με ποσοστό 85,8% για τους ασθενείς που λάμβαναν εικονικό φάρμακο.

Ποιοι κίνδυνοι συνδέονται με το Rebif;

Οι συχνότερες ανεπιθύμητες ενέργειες του Rebif (εμφανίζονται σε περισσότερους από 1 στους 10 ασθενείς) είναι γριπώδη συμπτώματα, ουδετεροπενία, λεμφοπενία και λευκοπενία (χαμηλός αριθμός λευκών αιμοσφαιρίων στο αίμα), θρομβοκυτοπενία (χαμηλός αριθμός αιμοπεταλίων στο αίμα), αναιμία (χαμηλός αριθμός ερυθρών αιμοσφαιρίων), πονοκέφαλος, φλεγμονή και άλλες αντιδράσεις στο σημείο εφαρμογής της ένεσης και αύξηση των τρανσαμινασών (ηπατικά ένζυμα). Ο πλήρης κατάλογος των ανεπιθύμητων ενεργειών που αναφέρθηκαν με το Rebif περιλαμβάνεται στο φύλλο οδηγιών χρήσης.

Το Rebif δεν πρέπει να χορηγείται σε άτομα που παρουσιάζουν υπερευαισθησία (αλλεργία) στη φυσική ή ανασυνδυασμένη ιντερφερόνη βήτα ή σε οποιοδήποτε άλλο από τα συστατικά του φαρμάκου. Η αγωγή με Rebif δεν πρέπει να ξεκινάει κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης. Εάν μια γυναίκα μείνει έγκυος ενώ χρησιμοποιεί το φάρμακο, πρέπει να συμβουλευθεί τον γιατρό της. Ομοίως, το Rebif δεν πρέπει να χορηγείται σε ασθενείς που πάσχουν από σοβαρής μορφής κατάθλιψη ή έχουν τάσεις αυτοκτονίας.

Για ποιους λόγους εγκρίθηκε το Rebif;

Η CHMP έκρινε ότι τα οφέλη του Rebif υπερτερούν των κινδύνων που συνδέονται με αυτό και εισηγήθηκε τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας για το εν λόγω φάρμακο.

Ποια μέτρα λαμβάνονται για την ασφαλή και αποτελεσματική χρήση του Rebif;

Καταρτίστηκε σχέδιο διαχείρισης κινδύνου προκειμένου να διασφαλιστεί ότι το Rebif χρησιμοποιείται με τον ασφαλέστερο δυνατό τρόπο. Βάσει του σχεδίου αυτού, στην περίληψη των χαρακτηριστικών του προϊόντος και στο φύλλο οδηγιών χρήσης του Rebif συμπεριλήφθηκαν πληροφορίες σχετικά με την ασφάλεια καθώς και τις κατάλληλες προφυλάξεις που πρέπει να λαμβάνονται από τους επαγγελματίες του τομέα της υγείας και τους ασθενείς.

Λοιπές πληροφορίες για το Rebif:

Στις 4 Μαΐου 1998, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή χορήγησε άδεια κυκλοφορίας, η οποία ισχύει σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση, για το Rebif.

Η πλήρης EPAR του Rebif διατίθεται στον δικτυακό τόπο του Οργανισμού, στη διεύθυνση: ema.europa.eu/Find medicine/Human medicines/European Public Assessment Reports. Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τη θεραπεία με το Rebif, διαβάστε το φύλλο οδηγιών χρήσης (συμπεριλαμβάνεται επίσης στην EPAR ) ή επικοινωνήστε με τον γιατρό ή τον φαρμακοποιό σας.

Τελευταία ενημέρωση της περίληψης: 01-2014.