Έρπης γεννητικών οργάνων: Συμπτώματα και αντιμετώπιση

Η γεννητική ερπητική λοίμωξη οφείλεται συνήθως στον ιό HSV-2, που προκαλεί το 85% της αρχικής λοίμωξης και μέχρι το 98% των υποτροπών.

Να σημειωθεί ότι υπάρχουν δύο είδη, ο επιχείλιος έρπτης και ο έρπης των γεννητικών οργάνων (Genital Herpes). Αυτός που προσβάλλει το στόμα και τα χείλη προκαλώντας τον επιχείλιο έρπητα, προκαλείται συνήθως από τον ιό του έρπητα τύπου 1 (HSV-1). Ο ιός που προσβάλλει τα γεννητικά όργανα προκαλείται συνήθως από τον ιό του έρπητα τύπου 2 (HSV-2).

Στα μέσα της δεκαετίας του 1980, ο επιπολασμός του γεννητικού έρπη από HSV-1 άρχισε να αυξάνεται λόγω των αλλαγών στις σεξουαλικές συνήθειες, έτσι ώστε, σε ορισμένες ανεπτυγμένες χώρες ο HSV-1 να έχει προκαλέσει έως το 40% των περιπτώσεων του πρωκτογεννητικού έρπητα στις γυναίκες. Ο HSV-1 στην περιοχή των γεννητικών οργάνων είναι πολύ λιγότερο πιθανό να υποτροπιάσει από ότι ο HSV-2.

Ο έρπητας των γεννητικών οργάνων μεταδίδεται με επαφή από δέρμα σε δέρμα, συνήθως κατά τη διάρκεια της σεξουαλικής πράξης. Η περίοδος επώασης κυμαίνεται κατά μέσο όρο στις 5 ημέρες. Οι ενεργές βλάβες του HSV-2 περιέχουν ζωντανούς ιούς και είναι μολυσματικές.

Τα άτομα με υποτροπιάζοντα έρπητα των γεννητικών οργάνων εκκρίνουν τον ιό ασυμπτωματικά μεταξύ των εξάρσεων (ασυμπτωματική μετάδοση). Η ασυμπτωματική έκκριση παρουσιάζεται ταυτόχρονα από περισσότερες από μία ανατομικές περιοχές (πέος, κόλπος, τράχηλος μήτρας και ορθό) και μπορεί να συμβεί μέσω συνήθως φαινομενικά άθικτου δέρματος και άθικτων βλεννογόνων. Επιπλέον, τα άτομα με HSV-2 λοίμωξη μπορεί να έχουν βλάβες που δεν αναγνωρίζονται ότι προκλήθηκαν από HSV (μη διαγνωσμένη έξαρση) ή να έχουν υποτροπιάζουσες βλάβες που δεν προκαλούν συμπτώματα (υποκλινική έξαρση).

Μετάδοση

Ο κίνδυνος μετάδοσης σε μονογαμικά ζευγάρια, στα οποία μόνο ο ένας σύντροφος έχει μολυνθεί, είναι περίπου 5% έως 10% ετησίως, με τις γυναίκες να διατρέχουν πολύ μεγαλύτερο κίνδυνο από τους άνδρες για να αποκτήσουν τον HSV-2 από τον μολυνθέντα σύντροφο τους. Προηγηθείσα HSV-1 λοίμωξη δεν μειώνει τον κίνδυνο μόλυνσης με HSV-2, αλλά καθιστά πιο πιθανό ότι η αρχική λοίμωξη θα είναι ασυμπτωματική.

Δεν υπάρχει καμία στρατηγική πρόληψης η οποία απόλυτα να εμποδίζει την μετάδοση του έρπητα. Όλες οι στρατηγικές πρόληψης είναι πιο αποτελεσματικές στη μείωση του κινδύνου μετάδοσης ανδρών προς γυναίκες από ότι από τις γυναίκες προς άντρες. Η χρήση προφυλακτικού σε όλες τις σεξουαλικές επαφές και η αποφυγή της σεξουαλικής έκθεσης σε ενεργές βλάβες έχουν αποδειχθεί αποτελεσματικές στρατηγικές. Χρόνια κατασταλτική θεραπεία του μολυσμένου συντρόφου με βαλασυκλοβίρη 500 mg/ημέρα μειώνει τον κίνδυνο μετάδοσης στον ευπαθή σύντροφο κατά περίπου 50%.

Συμπτώματα

Η συμπτωματολογία κατά την απόκτηση της λοίμωξης με HSV-2 έχει ένα ευρύ φάσμα κλινικών εκδηλώσεων από εντελώς ασυμπτωματική έως ένα σοβαρό γεννητικό έλκος (διαβρωτική αιδοιοκολπίτιδα ή πρωκτίτιδα).

Μόνο το 57% των νέων λοιμώξεων με HSV-2 είναι συμπτωματικές. Κλινικά, η πλειονότητα των συμπτωματικών αρχικών ερπητικών βλαβών είναι οι κλασικές ομαδοποιημένες φυσαλίδες σε ερυθηματώδη βάση. Κατά περιόδους το αρχικό κλινικό επεισόδιο εμφανίζεται με τυπικές ομαδοποιημένες φυσαλίδες, αλλά με διάρκεια μεγαλύτερη από 10 έως 14 ημέρες. Παρόλο που είναι ασυνήθιστο και που αντιπροσωπεύει το 1% ή λιγότερο των νέων μολύνσεων, το σοβαρό πρώτο επεισόδιο γεννητικού έρπητα μπορεί να αποτελέσει σημαντική συστηματική ασθένεια.

Ομαδοποιημένες φυσαλίδες και διαβρώσεις εμφανίζονται στον κόλπο, στο ορθό ή στο πέος με συνεχή ανάπτυξη νέων φυσαλίδων πάνω από 7 έως 14 ημέρες. Οι βλάβες είναι αμφίπλευρα συμμετρικές, συχνά εκτεταμένες και μπορεί να διογκωθούν αμφίπλευρα οι βουβωνικοί λεμφαδένες σημαντικά.

Μπορεί να παρατηρηθούν πυρετός και συμπτώματα γρίπης, αλλά οι γυναίκες παραπονούνται συνήθως για κολπικό άλγος και δυσουρία (ερπητική αιδοιοκολπίτιδα). Η όλη νόσος διαρκεί 3 εβδομάδες ή περισσότερο. Εάν ο ενοφθαλμισμός γίνει στην πρωκτική περιοχή, σοβαρή πρωκτίτιδα μπορεί να προκύψει με εκτεταμένες διαβρώσεις στον ορθοπρωκτικό σωλήνα. Το αρχικό κλινικό επεισόδιο του γεννητικού έρπητα θεραπεύεται με από του στόματος ακυκλοβίρη 200 mg πέντε φορές την ημέρα ή 400 mg τρεις φορές την ημέρα, φαμκυκλοβίρη 250 mg τρεις φορές την ημέρα, ή βαλακυκλοβίρη 1000 mg δύο φορές την ημέρα, όλα για 7 έως 10 ημέρες.

Σχεδόν όλα τα άτομα που έχουν προσβληθεί από HSV-2 θα έχουν υποτροπές, ακόμα και αν η αρχική λοίμωξη ήταν υποκλινική ή ασυμπτωματική. Ο HSV-2 προκαλεί υποτροπές έξι φορές πιο συχνά από ότι ο HSV-1 στη γεννητική χώρα. Το 20% των ατόμων με HSV-2 λοίμωξη είναι πραγματικά ασυμπτωματικοί, ποτέ δεν είχαν κάποια αρχική ή υποτροπή.

Ο τυπικός υποτροπιάζων γεννητικός έρπης ξεκινά με μια πρόδρομη φάση με καύσο, κνησμό ή αίσθημα μυρμηκίασης. Συνήθως μέσα σε 24 ώρες, ερυθρές βλατίδες εμφανίζονται στο σημείο, εξελίσσονται σε φυσαλίδες γεμάτες με διαυγές υγρό μέσα σε 24 ώρες, σχηματίζουν διαβρώσεις κατά τη διάρκεια των επόμενων 24 με 36 ωρών και ιώνται μετά από 2 έως 3 ημέρες. Η συνολική διάρκεια μιας υποτροπής έρπητα των γεννητικών οργάνων είναι 7 ημέρες. Οι βλάβες είναι συνήθως ομαδοποιημένες φυσαλίδες και οι συρρέουσες ομαδοποιημένες διαβρώσεις εξελίσσονται με χαρακτηριστικά οστρακοειδή όρια. Οι διαβρώσεις ή οι εξελκώσεις από γεννητικό έρπητα είναι συνήθως πολύ ευαίσθητες και μη επηρμένες (σε αντίθεση με το συφιλιδικό έλκος της πρωτογενούς σύφιλης). Οι βλάβες τείνουν να υποτροπιάσουν στην ίδια ανατομική περιοχή, αν και όχι στο ίδιο ακριβώς σημείο.

Ο υποτροπιάζων γεννητικός έρπητας είναι μία προβληματική ασθένεια και σχετίζεται με τον κοινωνικό στιγματισμό. Καθώς δεν είναι ιάσιμη ασθένεια, οι ασθενείς συχνά εκδηλώνουν σημαντική συναισθηματική αντίδραση κατά την πρώτη διάγνωση. Σε αυτήν την αντίδραση περιλαμβάνονται ο θυμός (κατά της υποτιθέμενης πηγής της λοίμωξης), η κατάθλιψη, η ενοχή και το αίσθημα ανικανότητας.

Θεραπεία

Η θεραπεία εξαρτάται από πολλούς παράγοντες, συμπεριλαμβανομένης της συχνότητας των υποτροπών, της σοβαρότητας των υποτροπών, το αν πάσχει παράλληλα και ο σεξουαλικός σύντροφος και τις ψυχολογικές επιπτώσεις της λοίμωξης στον ασθενή.

Για τους ασθενείς με λίγες ή ελαφρά συμπτωματικές υποτροπές η θεραπεία δεν είναι συχνά απαραίτητη. Απαιτείται η παροχή συμβουλών σχετικά με τον κίνδυνο μετάδοσης. Σε ασθενείς με σοβαρές αλλά σπάνιες υποτροπές ή σε εκείνους που έχουν σοβαρές ψυχολογικές επιπτώσεις, η διαλείπουσα θεραπεία μπορεί να είναι χρήσιμη. Για να είναι αποτελεσματική η διαλείπουσα θεραπεία θα πρέπει να αρχίζει με το νωρίτερο σημάδι της νόσου.

Ο ασθενής πρέπει να έχει τη φαρμακευτική αγωγή πριν από την υποτροπή, έτσι ώστε η θεραπεία να ξεκινήσει από τον ίδιο μόλις εμφανιστούν τα πρώτα συμπτώματα. Η διακοπτόμενη θεραπεία μειώνει τη διάρκεια των υποτροπών κατά μέσο όρο περίπου 1 ημέρα. Εντούτοις, είναι ένα ισχυρό εργαλείο για τον ασθενή που υποφέρει στη διάρκεια των υποτροπών.

Η θεραπεία του υποτροπιάζοντος γεννητικού έρπη γίνεται με ακυκλοβίρη 200 mg πέντε φορές την ημέρα ή 800 mg δύο φορές την ημέρα, ή φαμκυκλοβίρη 125 mg δύο φορές την ημέρα, και τα δύο για 5 μέρες. Η βαλακυκλοβίρη μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε δόση των 500 mg δύο φορές την ημέρα για 3 ημέρες.

Για τους ασθενείς με συχνές υποτροπές (πάνω από 6 έως 12 ανά έτος) η κατασταλτική θεραπεία είναι εύλογη. Η ακυκλοβίρη 400 mg δύο φορές την ημέρα, 200 mg τρεις φορές την ημέρα ή 800 mg μία φορά την ημέρα θα καταστείλει το 85% των υποτροπών, και το 20% αυτών των ασθενών θα αποφύγει τελείως τις υποτροπές στη διάρκεια της κατασταλτικής θεραπείας.

Βαλασυκλοβίρη 500 mg/ημέρα (ή 1000 mg/ημέρα για τα άτομα με > 10 υποτροπές ανά έτος), ή φαμκυκλοβίρη, 250 mg δύο φορές την ημέρα, είναι εξίσου αποτελεσματικές εναλλακτικές λύσεις.

Σχετικά άρθρα