Ανδρέας Ξανθός: Σχεδιάζουμε μια νέα εθνική φαρμακευτική πολιτική

andreas_xanthos 6Στη νέα εθνική φαρμακευτική πολιτική και το νέο κοινωνικό συμβόλαιο ανάμεσα στην Πολιτεία, στην κοινωνία και στους φορείς της αγοράς φαρμάκου, αναφέρθηκε ο υπουργός Υγείας Ανδρέας Ξανθός στην ομιλία του την Παρασκευή, κατά την διάρκεια της συνάντησης που είχε με εκπροσώπους του Ευρωπαϊκού Νότου στο Μουσείο της Ακρόπολης.

Η φαρμακευτική πολιτική μπορεί να είναι εθνική αρμοδιότητα, όμως η δίκαιη πολιτική τιμών και η σχέση καινοτομίας-διαθεσιμότητας-προσβασιμότητας στο φάρμακο δεν μπορούν να είναι μόνο εθνική υπόθεση, τόνισε ο κ. Ξανθός, προσθέτοντας, πως είναι κοινή η αγωνία για τη δυνατότητα να συνδυαστεί η πρόσβαση των πολιτών μας σε καινοτόμα φάρμακα με τεκμηριωμένo κλινικό όφελος και να διασφαλιστεί η οικονομική βιωσιμότητα των Δημόσιων Συστημάτων Υγείας.

Σύμφωνα με τον κ. Ξανθό, ολοκληρώνεται στη χώρα μας για πρώτη φορά η διαπραγμάτευση για τα φάρμακα της ηπατίτιδας C μεταξύ της βιομηχανίας και της ειδικής Επιτροπής του ΕΟΠΥΥ, προσδοκώντας θετική κατάληξη και αξιόλογη μείωση των δυσβάστακτων τιμών αποζημίωσης τους.

Αναλυτικά, η ομιλία του Ανδρέα Ξανθού είχε ως εξής:

“Είμαστε ιδιαίτερα ευτυχείς, η πολιτική ηγεσία του Υπουργείου Υγείας και οι συνεργάτες μας για τη σημερινή πολυμερή συνάντηση πέντε χωρών του Ευρωπαϊκού Νότου που έχει ως στόχο τη συστηματικότερη συνεργασία και κοινή δράση στο πεδίο της φαρμακευτικής πολιτικής και κυρίως στον πολύ σημαντικό τομέα της διαπραγμάτευσης των τιμών αποζημίωσης των καινοτόμων και ακριβών φαρμάκων. Μας τιμά η ανταπόκριση στην πρόσκληση μας και ελπίζουμε να είχατε μια ευχάριστη διαμονή στην Αθήνα.

Ευελπιστούμε  ότι με την πρωτοβουλία  αυτή θα πραγματοποιήσουμε  ένα πρώτο,  μικρό αλλά πολύ σημαντικό βήμα στην κατεύθυνση που έχουμε ήδη συμφωνήσει σε προηγούμενες διμερείς συναντήσεις ανάμεσα μας στην άτυπη Σύνοδο Υπουργών Υγείας στο Άμστερνταμ , αλλά και στην κοινή σύσκεψη στο Λουξεμβούργο : στην προοπτική δηλαδή μιας συντονισμένης προσπάθειας για την ενίσχυση της διαπραγματευτικής ισχύος των μεμονωμένων κρατών-μελών απέναντι στη φαρμακοβιομηχανία .

Ανάλογες επιτυχημένες πρωτοβουλίες διακρατικής συνεργασίας έχουν ήδη υπάρξει (μεταξύ Βελγίου-Ολλανδίας-Λουξεμβούργου)  ή είναι σε εξέλιξη ( μεταξύ χωρών των Βαλκανίων, της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης). Έχει επίσης πραγματοποιηθεί ειδική διυπουργική  συνάντηση με τη συμμετοχή εκπροσώπων της φαρμακοβιομηχανίας στη Χάγη με πρωτοβουλία της Ολλανδικής Προεδρίας και  αναμένεται επόμενη  στη Λισσαβόνα τον Οκτώβριο με πρωτοβουλία της Πορτογαλίας. Οφείλουμε να προχωρήσουμε παράλληλα αλλά και σε επικοινωνία με αυτές τις κινήσεις, χωρίς όρους και περιορισμούς που δημιουργούν δυσκολίες, χωρίς διάθεση από κανένα να εκμαιεύσει  πολιτικές συμφωνίες που δεν έχουν ωριμάσει. Οφείλουμε να κάνουμε ότι περνά από το χέρι μας  για να ευδοκιμήσει μια ανοιχτή, ισότιμη  και αξιόπιστη συνεργασία ανάμεσα στο χώρες που εκπροσωπούμε, η οποία είναι βέβαιο ότι θα συμβάλλει στην αλλαγή  κλίματος και ισορροπιών  στην Ευρώπη στον ευαίσθητο χώρο του φαρμάκου.

Μας κινητοποιεί η κοινή αγωνία για τη δυνατότητα να συνδυαστεί η πρόσβαση των πολιτών μας σε καινοτόμα φάρμακα με τεκμηριωμένo κλινικό όφελος και θετική επίδραση στην εξέλιξη της νόσου και την ποιότητα ζωής των ασθενών, με την προφανή ανάγκη να τηρηθούν οι δημοσιονομικοί περιορισμοί που υπάρχουν σε όλες τις χώρες και να διασφαλιστεί η οικονομική βιωσιμότητα των Δημόσιων Συστημάτων Υγείας .

Μας ενώνει η κοινή κουλτούρα του Κράτους Δικαίου ,του Κοινωνικού Κράτους και της Δημοκρατίας , του σεβασμού των ανθρωπίνων και κοινωνικών δικαιωμάτων , της ισότιμης φροντίδας όλων  των ανθρώπων την ώρα της αρρώστειας και του κινδύνου για τη ζωή.

Όλοι ξέρουμε ότι το φάρμακο είναι ο κατ’ εξοχήν χώρος όπου η  οικονομία της αγοράς  αδυνατεί να λειτουργήσει με όρους ευρύτερου κοινωνικού συμφέροντος. Το ιατροβιομηχανικό σύμπλεγμα παράγει τεχνολογία, φάρμακα και  εξοπλισμό, που μπορούν να συμβάλλουν στην ανακούφιση των ασθενών και να επηρεάσουν την πρόγνωση ή ακόμα και να θεραπεύσουν σοβαρά και απειλητικά νοσήματα, αλλά  η πρόσβαση των ανθρώπων σε αυτά  – ακόμα και σε αναπτυγμένες χώρες – δεν είναι αυτονόητη ούτε δεδομένη. Το σημερινό νομικό καθεστώς προστασίας των πνευματικών δικαιωμάτων, οι προσπάθειες  παράτασης της περιόδου προστασίας, η τάση «ορφανοποίησης» αρκετών φαρμάκων,  είναι σε ανισορροπία με την προσβασιμότητα και την προσιτή τιμή των φαρμάκων. Χαρακτηριστικό παράδειγμα τα φάρμακα για την πλήρη ίαση των πασχόντων από χρόνια  ηπατίτιδα C, τα οποία έχουν απαγορευτική τιμή αποζημίωσης για την πλήρη κάλυψη όλων των ασθενών που έχουν θεραπευτική ένδειξη.

Προφανώς υπάρχουν οι ιδιαιτερότητες κάθε χώρας, προφανώς δεν έχουμε όλοι ούτε την ίδια τεχνογνωσία, ούτε τους ίδιους μηχανισμούς ελέγχου , ούτε το ίδιο επίπεδο  κοινωνικής συνείδησης και συμμόρφωσης των γιατρών στις διεθνώς αποδεκτές  κατευθυντήριες οδηγίες συνταγογράφησης. Είναι ευκαιρία να μοιραστούμε τις εθνικές εμπειρίες από την ανάπτυξη συστημάτων Αξιολόγησης Τεχνολογίας Υγείας (ΗΤΑ) , συστημάτων ηλεκτρονικής διακυβέρνησης που μπορούν να «φιλτράρουν» αποτελεσματικά την προκλητή ζήτηση, διαδικασιών τιμολόγησης και αποζημίωσης των φαρμάκων. Κυρίως όμως είναι ευκαιρία να δημιουργήσουμε διαύλους επικοινωνίας και ανταλλαγής πληροφοριών, κλινικών δεδομένων, καλών πρακτικών, να συμφωνήσουμε πάνω σε κοινούς ορισμούς για την πραγματική καινοτομικότητα κάθε νέου φαρμάκου  και σε κοινές προσεγγίσεις στο θέμα της αξιολόγησης τεχνολογιών υγείας (ΗΤΑ), που θα μας επιτρέψουν να αναβαθμίσουμε την εθνική φαρμακευτική πολιτική κάθε κράτους-μέλους και να αυξήσουμε τη «χωρητικότητα» του δημόσιου Συστήματος Υγείας και του Ασφαλιστικού Συστήματος απέναντι στη φαρμακευτική καινοτομία. Γιατί μπορεί η φαρμακευτική πολιτική να είναι εθνική αρμοδιότητα, όμως η δίκαιη πολιτική τιμών και η σχέση καινοτομίας-διαθεσιμότητας-προσβασιμότητας στο φάρμακο δεν μπορούν  να είναι μόνο εθνική υπόθεση. Είναι σημαντικό ζήτημα πολιτικής συνοχής για την ΕΕ να ενισχυθούν μηχανισμοί συνεργασίας και αλληλεγγύης μεταξύ των κρατών-μελών σ’ αυτόν τον τομέα, περιορίζοντας τη δυνατότητα της φαρμακοβιομηχανίας να εκμεταλλεύεται τη δεσπόζουσα ή μονοπωλιακή θέση της στην αγορά και να ασκεί πιέσεις, να απειλεί με αποσύρσεις, να θέτει σε μειονεκτική θέση τους ασθενείς και τα Συστήματα Υγείας ολόκληρων χωρών. Είναι επίσης σημαντική η υιοθέτηση της έννοιας της «προστιθέμενης αξίας» της φαρμακευτικής  καινοτομίας, που εμπεριέχει  , πέραν των κλινικών και οικονομικών δεδομένων, διαστάσεις  κοινωνικές, βιοηθικές και  ανθρωπιστικές .

Στην Ελλάδα, είναι γνωστό ότι  τα μέτρα  λιτότητας  στην Υγεία οδήγησαν  σε δραματική μείωση ανθρώπινων και υλικών πόρων, σε θεσμικό και λειτουργικό αποκλεισμό οικονομικά αδύναμων και ανασφάλιστων πολιτών από την πρόσβαση σε επαρκή υγειονομική φροντίδα,  οδήγησαν   σε ακάλυπτες ανάγκες-ιδιαίτερα πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας-  και φυσικά σε μεγάλες υγειονομικές ανισότητες στην Ελλάδα. Η «υγειονομική φτώχεια» στη χώρα ήταν ένα νέο κοινωνικό φαινόμενο, παράγωγο  της κρίσης αλλά κυρίως της νεοφιλελεύθερης λογικής πού δίνει προτεραιότητα στην περιστολή του Κοινωνικού Κράτους για την  επίτευξη της δημοσιονομικής σταθερότητας  και της οικονομικής ανάκαμψης.

Στο περιβάλλον αυτό της ασυμμετρίας πόρων και αναγκών και παρά,  ή μάλλον ακριβώς λόγω των παρατεινόμενων περιορισμών και επιβαρύνσεων που συνεπάγεται  η νέα μνημονιακή συμφωνία   ,  η κυβέρνηση προχώρησε σε δύο κρίσιμες πολιτικές παρεμβάσεις :

  • Διασφάλισε την καθολική πρόσβαση των ανασφάλιστων ανθρώπων σε ιατρική φροντίδα, εξετάσεις, φάρμακα και νοσηλεία ( ν.4368/2016).
  • Ενίσχυσε χρηματοδοτικά και με ανθρώπινο δυναμικό το ΕΣΥ , ανακατανέμοντας δημόσιους πόρους υπέρ της δημόσιας περίθαλψης .

Το στοίχημα λοιπόν είναι να συνδυαστεί η καθολική και ισότιμη πρόσβαση στα νέα φάρμακα που πραγματικά έχουν αποδεδειγμένο κλινικό όφελος και μετρήσιμη κλινική αποτελεσματικότητα , με τη οικονομική δυνατότητα και τη βιωσιμότητα των δημόσιων συστημάτων υγείας των χωρών , ειδικά όσων βρίσκονται σε καθεστώς δημοσιονομικής επιτήρησης  και επιτροπείας όπως η Ελλάδα.

Η φαρμακευτική  πολιτική που ασκήθηκε μέχρι σήμερα ούτε το ένα διασφάλισε , ούτε το άλλο. Η δημόσια εξωνοσοκομειακή φαρμακευτική δαπάνη – που φυσικά ήταν σε προκλητικά υψηλά επίπεδα λόγω ανυπαρξίας οποιουδήποτε μηχανισμού ελέγχου της συνταγογράφησης – υποχώρησε κατά 62% μεταξύ 2009 και 2015, χωρίς όμως να επηρεαστεί ο όγκος  των συνταγών , χωρίς να αυξηθεί η διείσδυση των γενοσήμων στην αγορά , χωρίς να αποτραπεί το φαινόμενο της υποκατάστασης φθηνών και αποτελεσματικών φαρμάκων με νεότερα και πολύ ακριβότερα , χωρίς μέριμνα για την μείωση της οικονομικής επιβάρυνσης των πολιτών , χωρίς καμιά διαπραγμάτευση με τη φαρμακοβιομηχανία αποδεκτών τιμών αποζημίωσης για τα καινοτόμα φάρμακα υψηλού κόστους , που έχουν τα τελευταία χρόνια ραγδαία αύξηση και επικίνδυνα «χωροκατακτητική» συμπεριφορά. Αυτό λοιπόν που σχεδιάζουμε  είναι μια   που θα καλύπτει τις αυξανόμενες υγειονομικές ανάγκες του πληθυσμού , θα σέβεται τα δικαιώματα των ασθενών ,   θα ενισχύει την κοινωνική προστασία  των αδύναμων ,  θα διασφαλίζει τη Δημόσια Υγεία και το δημόσιο συμφέρον.

Ήδη αυτό το διάστημα ολοκληρώνεται στη χώρα μας για  1η φορά η διαπραγμάτευση για τα φάρμακα της ηπατίτιδας C μεταξύ  της βιομηχανίας και της  ειδικής Επιτροπής του ΕΟΠΥΥ, προσδοκώντας θετική κατάληξη και αξιόλογη μείωση των δυσβάστακτων τιμών αποζημίωσης τους.

Θεωρούμε ότι με την πολλαπλασιαστική επίδραση όλων των πρωτοβουλιών σε εθνικό ή διεθνές  επίπεδο , η φαρμακοβιομηχανίες θα πάρουν το μήνυμα ότι η διαπραγμάτευση μιας κοινωνικά αποδεκτής αποζημίωσης στην τιμή των καινοτόμων φαρμάκων, είναι πλέον μονόδρομος.

Θεωρούμε επίσης ότι έχουμε πια πολλούς λόγους να επιταχύνουμε  τα αναγκαία βήματα συντονισμού και  συνεργειών ανάμεσα μας, να ενισχύσουμε τις προσπάθειες μιας άτυπης αλλά αποτελεσματικής δικτύωσης που θα δρομολογήσει εξελίξεις θετικές  για τη δημόσια περίθαλψη και την κοινωνική  συνοχή.

Είμαστε σίγουροι ότι η σημερινή συνάντηση θα δώσει ώθηση σε νέες πρωτοβουλίες ενισχυτικές και υποστηρικτικές , θα δώσει το έναυσμα σε άλλες χώρες, ίσως με μεγαλύτερο ειδικό βάρος και επιρροή στα οικονομικά και πολιτικά δρώμενα της Ευρώπης , να συνεχίσουν την κοινή προσπάθεια και να αναλάβουν συντονιστικούς ρόλους  επ’ωφελεία όλων.

Είμαστε σίγουροι, τέλος, ότι η σημερινή συνάντηση θα αποτελέσει συλλογική επένδυση στην ισότιμη και καθολική πρόσβαση στο φάρμακο, στην ποιοτική φροντίδα και στην αποτελεσματικότητα των δημόσιων συστημάτων υγείας.

Σχετικά άρθρα