Τι είναι η Λεύκη

Το ανθρώπινο δέρμα οφείλει το χαρακτηριστικό του χρώμα σε μια ουσία, τη μελανίνη. Η ουσία αυτή παράγεται από τα μελανινοκύτταρα, τα οποία βρίσκονται στην επιδερμίδα, στους θυλά­κους των τριχών, στα μάτια και σε κάποιες περιοχές του Κεντρικού Νευρικού Συστήματος.

Στα άτομα με Λεύκη (vitiligo), τα μελανινοκύτταρα καταστρέφονται, με συνέπεια την έλλειψη μελανίνης. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα την αλλαγή του χρώματος του δέρματος στην περιοχή στην οποία τα μελανινοκύτταρα έχουν καταστραφεί.

Η νόσος εμφανίζεται περίπου σε ένα στα 100-200 άτομα. Εκδηλώνεται το ίδιο συχνά σε άνδρες και γυναίκες, ανεξαρτήτως φυλής και εθνικότητας. Οι μισοί από τους ασθενείς εμφανίζουν τη νόσο πριν από την ηλικία των 20 ετών, ενώ οι περισσότεροι πριν γίνουν 40 ετών.

Φαίνεται πως η Λεύκη είναι πιο συχνή σε άτομα που πάσχουν και από άλλα αυτοάνοσα νοσήματα, όπως: Υπερθυρεοειδισμός, Επινεφριδιακή Ανεπάρκεια (νόσος του Addison), Γυροειδής Αλωπεκία, Κακοήθης Αναιμία, Συστηματικό Σκληρόδερμα και Τοπικό Σκληρόδερμα.

Θα πρέπει να σημειωθεί πως, ενώ το ένα τρίτο των ασθενών με Λεύκη έχει ένα μέλος της οικογένειας με την ίδια νόσο, μόνο ένα 5-7% των παιδιών, που έχουν ένα γονέα που πάσχει από Λεύκη, θα εμφανίσει τη νόσο.

Συμπτώματα

Η Λεύκη εκδηλώνεται, συνήθως, με την εμφάνιση λευκών κηλίδων στο δέρμα. Οι κηλίδες αυτές εμφανίζονται, κατά κανόνα, σε περιοχές του σώματος που εκτίθενται στο ηλιακό φως, όπως τα χέρια, τα πόδια και το πρόσωπο, αλλά και σε άλλες περιοχές, όπως είναι οι μασχάλες, η βουβωνική χώρα, η περιοχή γύρω από το στόμα, τα μάτια και η μύτη, οι τρίχες και τα μαλλιά (λευκά τσουλούφια) καθώς και η περιοχή γύρω από τα γεννητικά όργανα και τον πρωκτό.

Οι δερματικές βλάβες της λεύκης είναι κηλίδες που μπορούν να έχουν μέγεθος από 5 χιλιοστά έως 5 εκατοστά ή ακόμη μεγαλύτερες.

Υπάρχουν τρεις μορφές της νόσου:

  • Τοπική: ο αποχρωματισμός είναι περιορισμένος σε μία ή σε λίγες περιοχές του σώματος
  • Τμηματική: ο αποχρωματισμός παρατηρείται μόνο στη μία μεριά του σώματος
  • Γενικευμένη: ο αποχρωματισμός παρατηρείται συμμετρικά και στις δύο πλευρές του σώματος.

Εκτός από την εμφάνιση λευκών κηλίδων, οι ασθενείς με Λεύκη μπορεί να εμφανίσουν πρώιμη λεύκανση των τριχών της κεφαλής, των φρυδιών και των βλεφαρίδων, καθώς και αποχρωματισμό του βλεννογόνου του στόματος.

Η παιδική λεύκη διαφέρει αρκετά από την λεύκη των ενηλίκων. Τα παιδιά με λεύκη έχουν  εμφανίσει σε μεγαλύτερο ποσοστό  προηγουμένως σπίλους (ελιές) που περιβάλλονται  από λευκό στεφανάκι (σπήλος του  Sutton). Τέλος, εμφανίζουν μόνιμο αποχρωματισμό μετά από γρατσουνιές.

Αιτία

Έχουν γίνει πολλές υποθέσεις για την ανάπτυξη της νόσου. Αυτές εμπλέκουν αυτοάνοσους ή και νευροχημικούς παράγοντες. Η επικρατέστερη υπόθεση είναι πως το ανοσοποιητικό σύστημα του ανθρώπου στρέφεται για κάποιο λόγο εναντίον των μελανινοκυττάρων και τα κατα­στρέφει. Στην παθογένεση της νόσου φαίνεται ότι συμβάλλουν και γενετικοί παράγοντες. Δηλαδή, η ύπαρξη κάποιων γονιδίων καθιστά ορισμένα άτομα πιο ευαίσθητα στην ανάπτυξη της.

Τέλος, ορισμένοι συσχετίζουν την εμφάνιση της νόσου με προηγούμενο τραύμα ή έγκαυμα, όπως επίσης και με προηγούμενη συναισθηματική φόρτιση (στρες).

Η διάγνωση της Λεύκης είναι πολύ εύκολη. Γίνεται άμεσα με την επισκόπηση του ασθενούς.

Η εξέλιξη της νόσου

Η εξέλιξη της νόσου είναι απρόβλεπτη. Η Λεύκη μπορεί να εξαπλωθεί αργά, γρήγορα, ή και καθόλου. Στις περισσότερες περιπτώσεις, αρχικά, εξαπλώνεται γρήγορα. Κατόπιν, ύστερα από μερικούς μήνες, οι βλάβες παραμένουν σταθερές για μεγάλο χρονικό διάστημα (μερικά έτη),

Ενίοτε, αναφέρεται εξάπλωση της νόσου μετά από έντονο συναισθηματικό στρες ή τραυματισμό.

Σε ένα μικρό ποσοστό των ασθενών (15-25%) έχει παρατηρηθεί ότι οι αποχρωματισμένες περιοχές αποκτούν ξανά, χωρίς θεραπεία, το φυσιολογικό τους χρώμα.

Η τοπική και η τμηματική Λεύκη συνήθως δεν εξαπλώνονται.

Θεραπεία

Η θεραπεία της Λεύκης εξαρτάται από την περιοχή του σώματος που προσβάλλει και την έκταση της νόσου.

Συστηματική θεραπεία εφαρμόζεται σε ασθενείς που παρουσιάζουν τη γενικευμένη μορφή της νόσου και συνίσταται σε φωτοχημειοθεραπεία (που περιλαμβάνει τη λήψη ψωραλενίων και την ακτινοβόληση με υπεριώδη ακτινοβολία).