Ραγοειδίτιδα: Συμπτώματα και θεραπεία

Ραγοειδής χιτώνας ονομάζεται ο ενδιάμεσος χιτώνας του οφθαλμού (μεταξύ του σκληρού χιτώνα και του αμφιβληστροειδούς) και αποτελείται από την ίριδα, το ακτινωτό σώμα και τον οπίσθιο ραγοειδή ή χοριοειδή χιτώνα.

Πιο αναλυτικά, αν σκεφτούμε το μάτι σαν μια σφαιρική κατασκευή που εσωτερικά περιέχει υγρό και εξωτερικά καλύπτεται από τρία τοιχώματα, τα τοιχώματα αυτά από έξω προς τα μέσα είναι:

  • ο σκληρός χιτώνας
  • ο ραγοειδής χιτώνας
  • ο αμφιβληστροειδής χιτώνας

Ο ραγοειδής χιτώνας είναι μια ινώδης στοιβάδα που προστατεύει το μάτι και είναι εξαιρετικά σημαντική για την θρέψη. Αποτελείται από: την ίριδα, το ακτινωτό σώμα και το το χοριοειδή χιτώνα.

ragoeidhs

Η φλεγμονή του ραγοειδούς χιτώνα του ματιού καλείται Ραγοειδίτιδα (uveitis). Η εμφάνιση της είναι αρκετά συχνή σε άτομα ηλικίας μεταξύ 25-44 ετών.

Μια φλεγμονή του ραγοειδή είναι σε θέση να προκαλέσει πολλά προβλήματα στην όραση. Υπάρχουν διάφοροι τύποι φλεγμονών που η διάγνωση και αντιμετώπισή τους αποτελεί συχνά πρόκληση. Αυτό συμβαίνει διότι:

  • ο ραγοειδής αποτελείται από διαφορετικά μέρη. Μια φλεγμονή στην ίριδα έχει πολύ διαφορετική εικόνα από εκείνη που εντοπίζεται στα αγγεία του χοριοειδούς.
  • μια φλεγμονή του ραγοειδή συχνά επηρεάζει και άλλες περιοχές του οφθαλμού (π.χ. τον αμφιβληστροειδή).

Ανάλογα με το τμήμα του ραγοειδούς χιτώνα που εμφανίζει το μεγαλύτερο ποσοστό φλεγμονής μπορούμε να διακρίνουμε τους ακόλουθους τύπους των Ραγοειδίτιδων:

  • Πρόσθιες Ραγοειδίτιδες: ιρίτιδα, ιριδοκυκλίτιδα, κυκλίτιδα
  • Διάμεσες Ραγοειδίτιδες: οπίσθια κυκλίτιδα
  • Οπίσθιες Ραγοειδίτιδες: χοριοαμφιβληστροειδίτιδα, χοριοειδίτιδα.

Η πιο συχνή μορφή Ραγοειδίτιδας είναι η ιρίτιδα.

Η σωστή διάγνωση είναι απαραίτητη, καθώς η φαρμακευ­τική αντιμετώπιση είναι διαφορετική στην ιρίτιδα (φλεγ­μονή ίριδας) και την ιριδοκυκλίτιδα (φλεγμονή ίριδας και ακτινωτού σώματος) από τη χοριοειδίτιδα.

Αιτία

Αν και σε πολλές περιπτώσεις η ακριβής αιτία παραμένει άγνωστη, η εμφάνιση του νοσήματος μπορεί να είναι αποτέλεσμα λοίμωξης (ιοί, βακτήρια, παράσιτα), αυτοάνοσης νόσου ή άλλης αιτιολογίας.

Αξίζει να σημειώσουμε ότι το ποσοστό των ασθενών με Ραγοειδίτιδα, η οποία σχετίζεται με μια υποκείμενη αυτοάνοση συστηματική πάθηση, αντιπροσωπεύει τουλάχιστον το 50% των νοσούντων. Οι περιπτώσεις των ασθενών, στους οποίους το ακριβές αίτιο δεν ανευρίσκεται, συγκαταλέγονται στην ιδιοπαθή Ραγοειδίτιδα.

Συμπτώματα

Ανάλογα με τον τύπο της Ραγοειδίτιδας ο ασθενής μπορεί να εμφανίσει μερικά ή ακόμα και όλα τα ακόλουθα συμπτώματα:

  • Ερυθρότητα του οφθαλμού
  • Οφθαλμικός πόνος
  • Φωτοφοβία (υπερευαισθησία στο φως)
  • Μείωση της όρασης
  • Μυϊοψίες (οπτικά ενοχλήματα που χαρακτηρίζονται από μικρά στίγματα ή γραμμές που κινούνται με τον οφθαλμό. Ο ασθενής χαρακτηριστικά αναφέρει ότι βλέπει «μυγάκια»).

Αντιμετώπιση

Οι ασθενείς μπορούν να ανακουφιστούν από τον πόνο και τη φωτοφοβία με σταγόνες που διαστέλλουν την ίριδα (μυδριατικές σταγόνες). Οι σταγόνες αυτές προκαλούν προσωρινή «παράλυση» των μυών της ίριδας και του ακτινω­τού σώματος. Ο ασθενής μπορεί να βλέπει θολά τις πρώτες μέρες χρήσης των σταγόνων αυτών.

Η ταχεία καταστολή της φλεγμονής είναι απαραίτητη για την αποφυγή οφθαλμικών επιπλοκών. Για ιρίτιδες και ιριδοκυκλίτιδες, συνιστάται η χρήση τοπικών στεροειδών (οφθαλμικές σταγόνες κορτιζόνης), τα οποία δρουν αποτελεσματικά, καταστέλλοντας τη φλεγμονή. Η μακροχρόνια χρήση κορτιζόνης πρέπει να παρακολουθείται στενά, γιατί μπορεί να οδηγήσει σε αύξηση της ενδοφθάλμιας πίεσης (γλαύκωμα) και δημιουργία καταρράκτη.

Για την αντιμετώπιση της χοριοειδίτιδας ή σε εκτεταμένη φλεγμονή προσθίου και οπισθίου ραγοειδούς, οι τοπικές σταγόνες κορτιζόνης δεν είναι αποτελεσματικές και συστηματική χορήγηση κορτιζόνης ή άλλων ανοσοκατασταλτικών είναι απαραίτητη.

Η συνεργασία του Οφθαλμίατρου και του Ρευματολόγου είναι ιδιαίτερα σημαντική σε περιπτώσεις όπου απαιτείται μακροχρόνια συστηματική θεραπεία .

Επιπλοκές

Οι πιο συχνές επιπλοκές της Ραγοειδίτιδας από τους οφθαλμούς είναι:

Το γλαύκωμα (αύξηση της ενδοφθάλμιας πίεσης), ο καταρράκτης (θολερότητα του κρυσταλλοειδούς φακού του ματιού) και η αποκόλληση του αμφιβληστροειδούς.

Επιπρόσθετα, θα πρέπει να τονιστεί ότι και η ίδια η θεραπεία της νόσου με τοπικές σταγό­νες κορτιζόνης μπορεί να αυξήσει την ενδοφθάλμια πίεση.

Τέλος, οι διάφορες επιπλοκές της Ραγοειδίτιδας από τον οφθαλμό μπορούν να προκαλέ­σουν σημαντική μείωση της όρασης ή πλήρη απώλεια της όρασης (τύφλωση), αν δε διαγνω­στούν και δεν αντιμετωπιστούν εγκαίρως.