Ποιες τροφές περιέχουν ιώδιο – Οφέλη και παρενέργειες

Το ιώδιο (iodine) είναι απαραίτητο ιχνοστοιχείο των ορµονών του θυρεοειδούς αδένα, της θυροξίνη (Τ4) και της τριιωδοθυρονίνη (Τ3), οι οποίες παίζουν κεντρικό ρόλο στη σωματική ανάπτυξη (η θυροξίνη  υπερισχύει ποσοτικά αλλά η τριιωδοθυρονίνη είναι πιο ενεργή).

Η έλλειψη ιωδίου αποτελεί  σημαντικό μέλημα για τη δημόσια υγεία, ειδικά για τις εγκύους, τα βρέφη, τα νήπια και τα νεαρά παιδιά, καθώς προκαλεί μη αναστρέψιμη εγκεφαλική βλάβη και νοητική υστέρηση.

Στους ενήλικες, η ανεπάρκεια ιωδίου οδηγεί σε βρογχοκήλη (μεγαλύτερο του φυσιολογικού μέγεθος θυρεοειδούς αδένα) και υποθυρεοειδισµό. Πάντως, ο υποθυρεοειδισμός σχετίζεται και με ανε­πάρκειες άλλων ιχνοστοιχείων όπως του ψευδαργύρου, του σιδήρου και του χαλκού.

Ο υποθυρεοειδισμός ορίζεται βιοχημικά από τα υψηλά επίπεδα της ορμόνης TSH στο αίμα παράλληλα με τα πολύ χαμηλά επίπεδα των ορμονών Τ4 και Τ3. Συνοδεύεται από χαμηλό βασικό μεταβολικό ρυθμό, απάθεια, αργό χρόνο χα­λάρωσης με αργές κινήσεις, δυσανοχή στο κρύο και μυξοίδημα (πάχυνση του δέρματος και του υποδόριου ιστού λόγω συσσώρευσης βλεννίνης, ενώ στη συνέχεια παρατηρείται ξη­ρότητα και πρήξιμο).

Οι κύριες βιομηχανικές χρήσεις του ιωδίου είναι στη φαρμακοβιομηχανία, στην ιατρική και στην υγιεινή (π.χ. το ιωδούχο αλάτι, επεξερ­γασία του νερού, προφύλαξη από το ραδιε­νεργό ιώδιο και απολυμαντικά), ως καταλύτης (συνθετικό καουτσούκ, ακετοξική σύνθεση) καθώς και στις ζωοτροφές, στα ζιζανιοκτόνα, στις βαφές, στα μελάνια, στις χρωστικές, στον φωτογραφικό εξοπλισμό, στα λέιζερ, στη με­ταλλουργία, στα αγώγιμα πολυμερή και στους σταθεροποιητές (νάιλον).

Περιεκτικότητα στη διατροφή

Το ιώδιο ανήκει στην ομάδα των αλογόνων, χωρίς να είναι μέταλλο. Απαντάται στη φύση σπάνια και συνήθως με τη μορφή ιωδιούχων αλάτων του ασβεστίου.

Η υψηλότερη συγκέντρωση ιωδίου (ως ιωδίδιο ή ιωδιούχο άλας) βρίσκεται στους ωκε­ανούς και ανέρχεται στα 0,06 mg ανά λίτρο. Το ιώδιο εξατμίζεται από την επιφάνεια των ωκεανών και τον αφρό της θάλασσας με τη μορφή μο­ρίων αλατιού, ιωδιούχου ατμού και μεθυλιωδιούχου ατμού. Μια ποσότητα ιωδίου κατόπιν επιστρέφει στο έδαφος μέσω του βρόχινου νερού.

Υπό φυσιολογικές συνθήκες, το 90% του ιωδίου προσλαμβάνεται από τις τροφές και και το 10% από το νερό. Η συγκέντρωση του ιωδίου στα διάφορα τρόφιμα είναι χαμηλή και σε γενικές γραμμές, αντανακλά την περιεκτικότητα του στοιχείου στο έδαφος, του νερού και των λιπασμάτων που χρησιμοποιούνται στις καλλιέργειες και στην εκτροφή των ζώων. Τα θαλασσινά και τα φύκια συγκεντρώνουν ιώδιο από το θαλασσινό νερό και αποτελούν ιδιαίτερα πλούσιες πηγές.

Το ιώδιο βρίσκεται κυρίως στα ψάρια του αλμυρού νερού π.χ. στον κολιό και τον μπακαλιάρο (300 μg  και 150 μg αντίστοιχα σε μια μαγειρεμένη μερίδα 150 γραμμαρίων) και τα οστρακοειδή (γαρίδες, αστακός). Στα γαλακτοκομικά προϊόντα, όπως είναι το τυρί, το γιαούρτι και το γάλα υπάρχει εξαιτίας των ιωδιούχων ζωοτροφών. Τέλος σχετικά καλή πηγή είναι και τα αυγά που περιέχουν 15-40 μg. Παρόμοια ποσότητα με τα αυγά, ή και παραπάνω, έχουν τα ξερά φασόλια, το στήθος γαλοπούλας και τα κράνμπερι (βακκίνια). Μια μικρότερη ποσότητα βρίσκεται στις φράουλες.

Το ιώδιο υπάρχει επίσης σε πολύ μικρές ποσότητες στο πόσιμο νερό αλλά με μεγάλη διακύμανση στην περιεκτικότητα του (0,0001-0,1 mg ιωδίου ανά λίτρο).

iodio

Είναι επίσης διαθέσιµο σε πολυβιταµινούχα συµπληρώµατα και σε συµπληρώµατα µετάλλων. Τα διαιτητικά συµπληρώµατα συνήθως παρέχουν το 50- 100% της ημερήσιας συνιστώμενης ποσότητας.

Το αλάτι συνιστά μία ειδική περίπτωση. Εκ φύσεως, το αλάτι δεν περιέχει ιώδιο αλλά το ιχνοστοιχείο προστίθεται σκόπιμα, συνήθως ως ιωδιούχο κάλιο, και αυτό αποτελεί έναν από τους πιο αποτελεσματικούς και φθηνούς τρόπους εισαγωγής του ιχνοστοιχείου στη διατροφή.

Το ανόργανο ιώδιο απορροφάται αποτελεσµατικά από το σώμα. Το οργανικά δεσµευµένο ιώδιο απορροφάται σε µικρότερο βαθµό.

Συνιστώμενη δοσολογία

Η απέκκριση του ανόργανου ιωδίου επιτελείται κυρίως µέσω των ούρων γι’ αυτό η 24ωρη συγκέντρωση του ιωδίου στα ούρα είναι ένας αξιόπιστος δείκτης της ημερήσιας πρόσληψης. Ένα µέρος αποβάλλεται και από τα κόπρανα ενώ εκκρίνεται και στο µητρικό γάλα.

Τα παιδιά άνω των 12 ετών και οι ενήλικες (άνδρες και γυναίκες) έχουν ανάγκη από περίπου 150 μg ιωδίου την ημέρα ενώ η ποσότητα αυτή ανεβαίνει στα 200-250 μg για τις έγκυες και τις θηλάζουσες.

Συνιστώμενη ημερήσια πρόσληψη ιωδίου (σε μg) 

iodio6

Τα συμπληρώματα ιωδίου έχουν χρησιμοποιηθεί με επιτυχία σε υψηλού κινδύνου πληθυσμούς, όπως οι έγκυες. Τα συµπληρώµατα ίσως είναι απαραίτητα σε χορτοφάγους που δεν καταναλώνουν καθόλου γαλακτοκοµικά. Να σημειωθεί ότι μια μελέτη στη Βρετανία βρήκε ότι το βιολογικό γάλα και το γάλα μακράς διάρκειας έχουν λιγότερο ιώδιο σχετικά με το συμβατικό, κάτι που μπορεί να έχει συνέπειες στην υγεία.

Εκτός από τους χορτοφάγους, τα άτομα που ακολουθούν μια δίαιτα χαμηλής περιεκτικότητας σε αλάτι και όσα έχουν αλλεργία στο γάλα ή το ψάρι είναι πιθανό να έχουν ανεπαρκή πρόσληψη ιωδίου.

Οφέλη

Ο θυρεοειδής αδένας δεσμεύει τη μεγαλύτερη ποσότητα (80%) του προσλαμβα­νόμενου ιωδίου, ωστόσο και οι σιελογόνοι αδέ­νες, ο γαστρικός βλεννογόνος, το χοριοειδές πλέγμα και οι γαλακτοφόροι μαστικοί αδένες συγκεντρώνουν το στοιχείο με έναν μηχανισμό ενεργούς μεταφοράς.

Οι ορμόνες του θυρεοειδούς ενεργοποιούν τη σύνθεση ενζύμων, την κατανάλωση οξυγόνου και τον βασικό μεταβολισμό, επηρεάζοντας έτσι τον καρδιακό ρυθμό, τον αναπνευστικό ρυθμό, την κινητοποίηση και τον μεταβολισμό των υδατανθράκων, τη λιπογένεση, καθώς και πολλές άλλες δραστηριότητες.

Το ιώδιο έχει πιθανόν και άλλους ρόλους στον οργανισμό, πέρα από τη δράση των θυρεοειδικών ορμονών. Για παράδειγμα, φαίνεται πως έχει αντιβιοτική και αντικαρκινική δράση, ωστόσο οι δράσεις αυτές δεν έχουν γίνει ακόμα κατανοητές.

Να σημειωθεί ότι πολλές θειούχες ενώσεις, όπως το θειοκυανικό άλας και το ισοθειοκυανικό άλας  εμποδίζουν την ενεργό μεταφορά ανταγωνιζόμενες με το ιώδιο για απορρόφηση. Το ίδιο συμβαίνει και με ορισμένα βρογχοκηληγόνα. Οι ενεργές βρογχοκηληγενείς ενώσεις απελευθερώνονται μέσω της δράσης των ενζύμων των φυτών από θειογλυκοζίδια ή κυανογονικά γλυκοζίδια που βρίσκονται στην κασσάβα, σε διάφορους τύπους λάχανου, στο μπρόκολο, στα γογγύλια, στα γουλιά, στις κράμβες και στη μουστάρδα.

Έλλειψη ιωδίου

Η ανεπάρκεια ιωδίου προκαλεί ένα μεγάλο εύρος διαταραχών από την ήπια βρογχοκήλη έως βαριές μορφές ενδημικού κρετινισμού.

Η έλλειψη ιωδίου στην εγκυμοσύνη επηρεάζει αρνητικά την νοημοσύνη του παιδιού. Οι θυρεοειδικές ορμόνες Τ4 και Τ3 είναι απαραίτητες για τη φυσιολογική ανάπτυξη του κεντρικού νευρικού συστήματος του εμβρύου. Ο εγκέφαλος του εμβρύου εξαρτάται απόλυτα από την επαρκή παραγωγή και πρόσληψη θυρεοειδικών ορμονών από την μητέρα. Η ανεπάρκεια ιωδίου κατά την εγκυμοσύνη μπορεί να προκαλέσει αποβολές, θνησιγένεια και εγγενείς διαταραχές όπως ο κρετινισμός, μια σοβαρή και μη αναστρέψιμη νευρολογική διαταραχή που προκαλεί διανοητική καθυστέρηση λόγω της περιορισμένης εγκεφαλικής ανάπτυξης του εμβρύου κατά την εγκυμοσύνη.

Κατά την ενήλικη ζωή, ο υποθυρεοειδισμός λόγω ανεπάρκειας ιωδίου είναι πολύ πιο σοβαρός στις γυναίκες, σε σχέση με τους άνδρες, ιδιαίτερα όταν παρουσιάζεται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης.

Να σημειωθεί ότι πάνω από 1 δισεκατομ­μύριο άνθρωποι παγκοσμίως, αλλά κυρίως στην Ασία και την Αφρική εκτιμάται ότι ζουν σε περιοχές ανεπαρκείς σε ιώδιο και, κατά συνέπεια υποφέρουν από το Σύνδρομο Ανεπάρκειας Ιωδίου (IDD, Iodine Deficiency Disorder).

Στις παραθαλάσσιες περιοχές δεν παρατηρείται έλλειψη του ιχνοστοιχείου, καθώς μικρές ποσότητες αλάτων ταξιδεύουν στην ατμόσφαιρα και απορροφώνται από τα φυτά και τα ζώα. Ωστόσο μια μελέτη του 2010 στο Ηνωμένο Βασίλειο βρήκε ότι το 51% των κοριτσιών σχολικής ηλικίας λάμβαναν ανεπαρκείς ποσότητες ιωδίου.

Τοξικότητα – Παρενέργειες από υπερβολική πρόσληψη

Τα ανώτατα όρια για τους ενηλίκους έχουν οριστεί στα 600 μg την ημέρα από την Ευρωπαϊκή Ένωση και στα 1,1 mg την ημέρα από τις ΗΠΑ.

Υψηλή πρόσληψη ιωδίου ίσως επιφέρει υπερθυρεοειδισµό (ιδίως σε άτοµα άνω των 40 ετών) και τοξική οζώδη βρογχοκήλη, ή υπερθυρεοειδισµό σε άτοµα που πάσχουν από αυτοάνοση θυρεοειδική νόσο. Ακόµα, υπάρχει κίνδυνος για υπερκαλιαιµία µε παρατεταµένη λήψη υψηλών δόσεων.

Πάντως, η πλειονότητα των ανθρώπων ανέχεται ένα μεγάλο εύρος προσλήψεων ιωδίου, λόγω της ικανότητας του θυρεοειδούς να ρυθμίζει τα συνολικά επίπεδα ιωδίου στον οργανισμό.

Προσλήψεις άνω των 2.000 µg  (2 mg) ιωδίου/ημέρα για μεγάλες περιόδους θα πρέπει να θεωρηθούν υπερβολικές ή δυνητικά βλαβερές για τους περισσότερους ανθρώπους. Τέτοιες υψηλές προσλήψεις είναι απίθανο να προκύπτουν από μια ισορροπημένη διατροφή με εξαίρεση την περίπτωση που λαμβάνονται μεγάλες ποσότητες θαλασσινών ή/και φύκια που έχουν μεγάλη περιεκτικότητα σε ιώδιο.

Τα άτομα που είναι ευαίσθητα στο ιώδιο συνήθως παρουσιάζουν ήπια συμπτώματα στο δέρμα τους. Σπάνια μπορεί να εμφανιστεί πυρετός, διόγκωση των σιελογόνων αδένων, προβλήματα όρασης και σε πολύ βαριές περιπτώσεις, καρδιαγγειακή κατάρρευση, σπασμοί, ακόμη και θάνατος.

Η εμφάνιση αλλεργικών συμπτωμάτων από την πρόσληψη αντισηπτικών φαρμάκων που περιέχουν ιώδιο, είναι σπάνια.