Συχνή η ανεπάρκεια βιταμίνης Β12 στους ηλικιωμένους

Η ανεπάρκεια βιταμίνης Β12 (κοβαλαμίνη) είναι συνηθισμένη για τα ηλικιωμένα άτομα άνω των 65 ετών αλλά μερικές φορές και σε νεότερης ηλικίας άτομα.

Η Β12 είναι μια υδατοδιαλυτή βιταμίνη που είναι πολύ σημαντική για την υγεία. Συμμετέχει, μεταξύ άλλων, στην ανάπτυξη και τη διατήρηση της υγείας του νευρικού συστήματος και στην παραγωγή των ερυθρών και λευκών αιμοσφαιρίων. Ολοένα και περισσότερα στοιχεία δείχνουν ότι προστατεύει τον γηράσκοντα εγκέφαλο.

Η κατάθλιψη, η άνοια και οι νοητικές διαταραχές στους ηλικιωμένους συχνά συσχετίζονται με ανεπάρκεια βιταμίνης Β12 αλλά και του φολικού οξέος, σύμφωνα με μια μελέτη που δημοσιεύθηκε το 2009 στo περιοδικό Journal of Clinical Psychiatry. «Η ανεπάρκεια βιταμίνης Β12 ως αιτία νοητικών προβλημάτων είναι πιο συχνή απ’ όσο νομίζουμε, ιδίως μεταξύ των ηλικιωμένων οι οποίοι ζουν μόνοι και δεν τρέφονται σωστά», ανέφεραν οι ερευνητές.

Επιστήμονες από την Ευρώπη έχουν διαπιστώσει ότι η χορήγηση συμπληρώματος βιταμίνης Β12 σε όσους έχουν ανεπάρκεια μπορεί να δρα προστατευτικά σε περιοχές του εγκεφάλου που υφίστανται βλάβες από τη νόσο Αλτσχάιμερ. Για παράδειγμα, το 2013, δημοσιεύθηκε μια μελέτη που αφορούσε πάνω από 270 άτομα ηλικίας, άνω των 70 ετών, με ήπια νοητική διαταραχή και χαμηλά επίπεδα βιταμίνης Β12. Οπως ανέφεραν η δρ Χέλγκα Ρέφσουμ, καθηγήτρια Διατροφικής Μοριακής Βιολογίας στο Πανεπιστήμιο του Οσλο και οι συνεργάτες της, όσοι έλαβαν υψηλές δόσεις βιταμίνης Β12 παρουσίασαν μειωμένη ατροφία εγκεφάλου.

Πιο πρόσφατα, τον Απρίλιο του 2015, δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Journal of Alzheimer’s Disease μια μετα-ανάλυση που κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η νόσος Αλτσχάιμερ σχετίζεται με την ανεπάρκεια βιταμίνης Β12 αλλά και με αυξημένα επίπεδα ομοκυστεΐνης στο αίμα. Η ομοκυστεΐνη είναι το αποτέλεσμα του μεταβολισμού ενός αμινοξέος που λέγεται μεθειονίνη και είναι τοξική για το σώμα. Η συγκέντρωση της ομοκυστείνης στο αίμα μπορεί να πέσει σημαντικά με την κατανάλωση των βιταμινών Β12, Β6 και φολικού οξέος.

Πηγές και ομάδες υψηλού κινδύνου

Τα ζωικά τρόφιμα είναι αυτά που κυρίως περιέχουν τη βιταµίνη Β12: το κρέας (ιδιαίτερα το συκώτι), τα ψάρια, το γάλα, το τυρί, το γιαούρτι και τα αυγά. Η βιταμίνη σχηματίζεται επίσης και από ορισμένες ζύμες και βακτήρια. Δεν υπάρχει φυτική πηγή της βιταμίνης, εκτός βέβαια από τα εμπλουτισμένα τρόφιμα. Αυτό σημαίνει ότι τα άτομα που είναι αυστηρά χορτοφάγοι (vegans) και δεν κατανα­λώνουν κανένα τρόφιμο ζωικής προέλευσης, κινδυνεύουν να εμφανίσουν ανεπάρκεια βιταμίνης Β12, αν και αυτό μπορεί να πάρει πολλά χρόνια.

Δείτε εδώ ποιες τροφές περιέχουν Β12.

vitamin-b12Αλλά ακόμα κι όταν ένας ηλικιωμένος τρώει ικανοποιητικές ποσότητες από τις παραπάνω τροφές δεν είναι σίγουρο ότι το σώμα του θα μπορέσει να απορροφήσει ικανοποιητικές ποσότητες Β12.

Για την ικανοποιητική απορρόφηση της βιταμίνης Β12 πρέπει να υπάρχουν επαρκείς ποσότητες από πεπτικά οξέα (το όξινο περιβάλλον του στομάχου είναι απαραίτητο για να διασπαστεί η τροφή που διαθέτει τη βιταμίνη Β12). Χρειάζεται επίσης ένα ένζυμο που ονομάζεται πεψίνη. Η Β12 είναι ενωμένη με τις πρωτεΐνες των ζωικών τροφών και πρέπει να απελευθερωθεί με τη βοήθεια των πεπτικών οξέων και της πεψίνης για να μπορέσει να απορροφηθεί. Στη συνέχεια χρειάζεται μια πεπτική πρωτεΐνη που λέγεται ενδογενής παράγοντας και παράγεται από το τοίχωμα του στομάχου. Η απορρόφησης της βιταμίνης γίνεται με την προσκόλλησή της σ’ αυτήν την πρωτεΐνη.

Καθώς περνούν τα χρόνια όμως, τα κύτταρα του στομάχου που παράγουν οξέα μπορεί να αρχίσουν να υπολειτουργούν εξαιτίας μίας διαταραχής που λέγεται ατροφική γαστρίτιδα (σχετικά σύνηθες πρόβλημα στην προχωρημένη ηλικία).

Ομάδα υψηλού κινδύνου για ανεπάρκεια βιταμίνης Β12 είναι οι χορτοφάγοι που τρώνε ελάχιστες ή καθόλου ζωικές πρωτεΐνες, οι πάσχοντες από νοσήματα του στομάχου και των εντέρων (π.χ. κοιλιοκάκη, νόσος του Crohn), όσοι λαμβάνουν επί πολλά χρόνια φάρμακα που ρυθμίζουν την παραγωγή γαστρικών οξέων και όσοι έχουν υποβληθεί σε εγχειρήσεις του πεπτικού (π.χ. για αδυνάτισμα, καρκίνο, ελκώδη κολίτιδα κ.λπ.). Πάντως, μικρές ποσότητες της βιταμίνης σχηματίζονται από τη δράση βακτηρίων στην επιφάνεια των φρούτων και είναι πιθανόν αυτές να φτάνουν για να καλύπτουν τις ανάγκες των χορτοφάγων, έτσι μπορεί να χρειαστούν χρόνια για να εμφανιστεί έλλειψη σε άτομα που δεν έχουν πρόβλημα απορροφητικότητας.

Η Εθνική Ακαδημία Ιατρικής των ΗΠΑ υπολογίζει ότι το 10-30% των ατόμων ηλικίας άνω των 50 ετών παράγει μειωμένες ποσότητες γαστρικών οξέων, ενώ στις ηλικίες άνω των 65 ετών το αντίστοιχο ποσοστό μπορεί να φθάνει το 40%. Υπάρχουν επίσης ενδείξεις ότι η διαταραχή αυτή μπορεί να υπάρχει ακόμα και σε νεαρούς ενηλίκους. Για παράδειγμα, μία μελέτη σε ενηλίκους 26-49 ετών που ονομάζεται «Framingham Offspring Study» έδειξε ότι η μειωμένη απορρόφηση της Β12 ήταν συνηθισμένη.

Έλλειψη βιταμίνης Β12

Διάγνωση της ανεπάρκειας της Β12 γίνεται με εξέταση αίματος.

Στα πιθανά συμπτώματα της ανεπάρκειας μπορεί να συμπεριλαμβάνονται η κόπωση, τα μυρμηγκιάσματα και το μούδιασμα στα χέρια και τα πόδια, η μυϊκή αδυναμία, απώλεια αντανακλαστικών και, καθώς η έλλειψη μεγαλώνει, μπορεί να εκδηλωθούν, πνευματική σύγχυση, κατάθλιψη, απώλεια μνήμης και ίσως άνοια.

Η Εθνική Ακαδημία Ιατρικής των ΗΠΑ συνιστά στα άτομα ηλικίας άνω των 50 ετών να λαμβάνουν συνθετική βιταμίνη Β12 από εμπλουτισμένα τρόφιμα ή από διατροφικό συμπλήρωμα. Να σημειωθεί ότι η απορρόφηση της συνθετικής Β12 που υπάρχει στα συμπληρώματα διατροφής και στα εμπλουτισμένα τρόφιμα, δεν εξαρτάται από τα πεπτικά οξέα.

Σύμφωνα με την Ακαδημία, κάθε άτομο 14 ετών και άνω πρέπει να λαμβάνει 2,4 μg (μικρογραμμάρια) βιταμίνης Β12 από τη διατροφή του ή/και συμπληρώματα, αφού βεβαίως πρώτα συμβουλευθεί τον γιατρό του. Συνιστώνται 2,6 μικρογραμμάρια ημερησίως για τις εγκύους και 2,8 μικρογραμμάρια για τις θηλάζουσες.

Η Αμερικανική Εταιρεία Χορτοφάγων (The Vegan Society) συνιστά στους χορτοφάγους να τρώνε καθημερινά 2-3 μερίδες τροφών εμπλουτισμένων με συνθετική Β12 (δημητριακά πρωινού, φυτικό γάλα, προϊόντα σόγιας κ.λπ). Πάντως, οι αυστηροί χορτοφάγοι που έχουν φυσιολογική απορροφητική ικανότητα µπορεί να µην εµφανίσουν συµπτώµατα έλλειψης ακόμη και για 20-30 χρόνια.

Σχετικά άρθρα