Η φονική βία στον άνθρωπο έχει, εν μέρει, εξελικτική βάση

Ο Βρετανός φιλόσοφος του 17ου αιώνα Τόμας Χομπς είχε υποστηρίξει την άποψη ότι πριν από τον πολιτισμό, οι πρόγονοί μας ήταν βυθισμένοι σε ένα «πόλεμο όλοι εναντίον όλων”, μια “φυσική” κατάσταση. Πάνω σ’ αυτό στηρίχθηκε για να πει ότι χρειάζεται ένα ισχυρό κράτος, ένας “Λεβιάθαν”, που θα μπορούσε να αναχαιτίσει τη βία μεταξύ των ανθρώπων. Ήταν η εποχή που τελείωνε η φεουδαρχία στην Ευρώπη και άρχιζε ο σχηματισμός κρατών. Δεν θα αργούσε όμως να εξαπλωθεί η θεωρία ότι στην πραγματικότητα ο άνθρωπος ήταν ένα άκακο ζώο που γίνεται φονικό εξαιτίας της κοινωνίας.

warΗ θεωρία ότι η βία οφείλεται αποκλειστικά στην ανθρώπινη κοινωνία και στις ανισότητες της δεν φαίνεται να υποστηρίζεται από μια μεγάλη ανθρωπολογική μελέτη που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Nature και δείχνει ότι ο άνθρωπος έχει μια, εν μέρει, κληρονομική τάση για βία που μπορεί να φτάσει στο φόνο. Η μελέτη αυτή δεν αποτελεί κάποια παραφωνία των καιρών μας, πολλοί φιλόσοφοι και ανθρωπολόγοι σήμερα συμμερίζονται την άποψη του Χομπς.

Η μελέτη εξέτασε τις εξελικτικές ρίζες της θανάσιμης βίας μεταξύ 1.024 θηλαστικών ζώων και διαπίστωσε ότι η πιθανότητα για φόνο στο ανθρώπινο είδος είναι συγκρίσιμη με αυτή που θα περίμενε κανείς με βάση τη θέση του στο εξελικτικό δέντρο. Σύμφωνα με τους ερευνητές, μεταξύ των πρωτόγονων Homo sapiens, η πιθανότητα φόνου ήταν έξι φορές μεγαλύτερη σε σχέση με το μέσο θηλαστικό, αν και στις σημερινές αστυνομευόμενες κοινωνίες έχει μειωθεί σημαντικά.

Στο 40% των ειδών της μελέτης έχει παρατηρηθεί εμπλοκή σε θανατηφόρα βία, αλλά τα ποσοστά ποικίλλουν. Ορισμένα είδη, όπως νυχτερίδες και φάλαινες, σχεδόν ποτέ δεν σκοτώνονται μεταξύ τους. Άλλα το κάνουν συχνά. Τα ζώα που ζουν σε ομάδες και υπερασπίζονται εδάφη, όπως οι λύκοι και οι χιμπατζήδες, έχουν την τάση να είναι πιο βίαια. Σχεδόν το 4,5% των θανάτων των χιμπατζήδων προκαλούνται από άλλο χιμπατζή, αν και στους μπονόμπο που θεωρούνται ειρηνικοί, το ποσοστό είναι μόνο 0,68%. Το ρεκόρ βίας ανήκει στις σουρικάτες της Αφρικής αφού οι θάνατοι που οφείλονται σε άλλες σουρικάτες φτάνει το 20%.

Βέβαια, οι συντάκτες της μελέτης αναγνωρίζουν ότι η βία μεταξύ ανθρώπων δεν είναι μόνο εξελικτικό φαινόμενο αλλά και κοινωνικό. «Ο άνθρωπος είναι ένα ηθικό ζώα, και από αυτό δεν μπορεί να ξεφύγει», ανέφερε ο Jose Maria Gomez, εξελικτικός βιολόγος από το University of Granada, στην Ισπανία, που συμμετείχε στη μελέτη.

Ο Gomez και άλλοι τρεις συνεργάτες του εξέτασαν το κατά πόσο είναι κληρονομική η θανάσιμη βία στα θηλαστικά ερευνώντας τη βιβλιογραφία για δύο χρόνια. Επιπλέον συνέλεξαν αρχαιολογικά, ανθρωπολογικά και άλλα δεδομένα για τη βία μεταξύ ανθρώπων από την προϊστορία μέχρι σήμερα. Η ανάλυση δείχνει να επιβεβαιώνει ότι η φονική βία είναι, εν μέρει, κληρονομική. Στατιστικά, ένα είδος τείνει να είναι πιο βίαιο όσο πιο βίαια είναι τα συγγενικά του είδη.

Στην περίπτωση των ανθρώπων που ζούσαν σε μικρές κοινότητες πριν από 10.000 – 50.000 χρόνια, το ποσοστό που πέθαινε πό άλλους ανθρώπους εκτιμήθηκε στο 2%, ένας αριθμός που βρίσκεται πολύ κοντά στο ποσοστό που θα περίμενε κανείς με βάση τη θέση μας στο εξελικτικό δέντρο (στο 2% περιλαμβάνονται όλοι οι φόνοι από την βρεφοκτονία μέχρι τις εκτελέσεις και τους πολέμους). Αυτό άλλαξε σημαντικά καθώς οι ανθρώπινες κοινωνίες έγιναν μεγαλύτερες και πιο οργανωμένες. Την περίοδο του Μεσαίωνα, το ποσοστό φόνων εκτιμάται ότι εκτινάχθηκε στην Ευρωπαϊκή Ασία στο 12%. Αργότερα όμως μειώθηκε καθώς τα κράτη άρχισαν να γίνονται πιο νομοταγή. Σήμερα, το ποσοστό υπολογίζεται γύρω στο 1,3%.

Αντιρρήσεις

Ορισμένοι ανθρωπολόγοι που σχολίασαν τα παραπάνω συμπεράσματα εμφανίστηκαν επιφυλακτικοί λέγοντας ότι τα δεδομένα της μελέτης προέρχονται από πολλές διαφορετικές πηγές και είναι αποσπασματικά. Επισημαίνουν επίσης ότι η μελέτη δεν κάνει διαχωρισμό ανάμεσα στις διαφορετικές μορφές φονικής βίας. Για παράδειγμα, η βρεφοκτονία είναι διαδεδομένη στους χιμπατζήδες ενώ μεταξύ των ανθρώπων ο φόνος ενηλίκων είναι μακράν πιο συνηθισμένος.

Οι ερευνητές παραδέχτηκαν το πρόβλημα αυτό, το οποίο οφείλεται κυρίως στην έλλειψη διαθέσιμων δεδομένων αλλά επιμένουν ότι το βασικό τους συμπέρασμα για το ρόλο της εξέλιξης στη φονική βία ισχύει.

Από την άλλη μεριά, κάποιοι διαφωνούν με το πολύ χαμηλό ποσοστό φόνων που αναφέρει η μελέτη μεταξύ των προϊστορικών ανθρώπων. Ορισμένοι θεωρούν ότι ήταν κοντά στο 15% (Pinker) και άλλοι κοντά στο 25% εκατό (LeBlanc).

«Η βία», έγραψαν ο Γκόμεζ και οι συνεργάτες του, «μπορεί να θεωρηθεί ως μια προσαρμοστική στρατηγική, η οποία ευνοεί την αναπαραγωγική επιτυχία του δράστη όσον αφορά τους σεξουαλικούς συντρόφους, την κοινωνική θέση ή τους φυσικούς πόρος». Με άλλα λόγια, οι άνδρες που ασκούσαν βία, ακόμα και φονική, είχαν πλεονέκτημα έναντι των άλλων σε ένα κόσμο που δεν εφαρμόζονταν νόμοι, κέρδιζαν οικονομικούς πόρους, είχαν περισσότερες γυναίκες και έκαναν περισσότερα παιδιά εξαπλώνοντας έτσι τα γονίδια της βίας.

Σχετικά άρθρα